Κωνσταντίνα Γεραντώνη

Δημιουργώντας ισότιμες σχέσεις

Δημιουργώντας ισότιμες σχέσεις

Κωνσταντίνα Γεραντώνη
ένα ζευγάρι πάνω σε μια τραμπάλα

Τα παιδιά που αναγκάζονται να αφήσουν στην άκρη τις δικές τους ανάγκες και επιθυμίες ώστε να ικανοποιήσουν αυτές των γονιών τους, καθώς μεγαλώνουν και γίνονται ενήλικες, πολύ συχνά διαπιστώνουν ότι δυσκολεύονται να έχουν ισότιμες σχέσεις.


Συμβαίνει συχνά στις οικογένειες, να υπάρχουν παιδιά που αναγκάζονται να αφήσουν στην άκρη τις δικές τους ανάγκες και επιθυμίες ώστε να ικανοποιήσουν αυτές των γονιών τους. Αυτό προκύπτει επειδή η στάση των γονιών είναι τέτοια που δημιουργεί άγχος στο παιδί για την ευημερία της οικογένειάς τους. Έτσι, το παιδί θυσιάζει κατά κάποιο τρόπο την παιδική του ηλικία• παύει να ζητά φροντίδα, καθοδήγηση και ανακούφιση και αναλαμβάνει να υποστηρίξει το οικογενειακό σύστημα. Αυτά είναι τα 'γονεϊκά παιδιά', όπως τα λέμε στην οικογενειακή ψυχοθεραπεία.

Καθώς αυτά τα παιδιά μεγαλώνουν και γίνονται ενήλικες, πολύ συχνά διαπιστώνουν ότι δυσκολεύονται να έχουν ισότιμες σχέσεις. Αυτό συμβαίνει επειδή υποσυνείδητα μεταφέρουν το μοτίβο μέσα από το οποίο έχουν μάθει να συνδέονται στην οικογένειά τους, και στις υπόλοιπες σχέσεις στη ζωή τους. Συχνά, τα γονεϊκά παιδιά διαλέγουν επαγγέλματα όπως γιατροί, ψυχολόγοι, κοινωνικοί λειτουργοί, ιερείς. Αυτό συμβαίνει επειδή έχουν μάθει να σχετίζονται μέσα από τη θέση εκείνου που ξέρει, συμβουλεύει, φροντίζει και καθοδηγεί. Μέσα από αυτή τη θέση, έχουν μάθει να παίρνουν αξία, να αισθάνονται χρήσιμοι και σημαντικοί. Αυτή η θέση όμως δε φαίνεται να αφήνει και πολλά περιθώρια για τα λάθη και τις αδυναμίες που όλοι έχουμε.

Στις διαπροσωπικές τους σχέσεις, τα γονεϊκά παιδιά πολλές φορές επιλέγουν φίλους και συντρόφους που είναι δυσκολεμένοι σε διάφορα επίπεδα. Έτσι, εμπλέκονται ενεργά στο να τους βοηθήσουν, καταλήγοντας καμιά φορά μέχρι και στο να αναλάβουν την ευθύνη τους. Και παρόλο που συχνά αυτό μπορεί να γίνεται με μια επιφανειακή δυσφορία, δηλαδή τα γονεϊκά παιδιά να δηλώνουν κουρασμένοι κι απηυδισμένοι που βρίσκονται στη συνθήκη αυτή ως υποστηρικτές, στην πραγματικότητα είναι οι ίδιοι που επιμένουν να παραμένουν σε αυτόν το ρόλο, συχνά επειδή φοβούνται. Αφενός πιστεύουν ότι οι άνθρωποι που φροντίζουν δε μπορούν να αναλάβουν την ευθύνη του εαυτού τους κι αφετέρου, υπάρχει μια βαθιά ριζωμένη πεποίθηση μέσα τους ότι δε δικαιούνται να εκφράσουν τις δικές τους ανάγκες – και να το κάνουν, δε θα τις ικανοποιήσει κανείς.

Στη θεραπεία, το γονεϊκό παιδί ενισχύεται να στρέψει το φακό στον εαυτό του, να έρθει σε επαφή με το τι χρειάζεται και επιθυμεί και να κινηθεί προς αυτήν την κατεύθυνση. Μαθαίνει επίσης να εκφράζει τη δυσφορία του, το θυμό, το φόβο και τις ανασφάλειές του, καθώς σταδιακά απενοχοποιείται και παύει να πιστεύει ότι δε δικαιούται φροντίδας. Έτσι, σιγά σιγά, τα γονεϊκά παιδιά αρχίζουν να δημιουργούν περισσότερο ισότιμες σχέσεις, μέσα στις οποίες βρίσκουν ή αν χρειαστεί δημιουργούν χώρο για να διατυπώσουν τις δυσκολίες τους, να ζητήσουν βοήθεια και φροντίδα. Επιπλέον, παύουν να αναλαμβάνουν την ευθύνη των άλλων ανθρώπων και μαθαίνουν να είναι υποστηρικτικοί με έναν καινούριο τρόπο, πιο οριοθετημένο, λειτουργικό και με μικρότερο κόστος.

Εγγραφείτε για να λαμβάνετε το newsletter μας!

Βρείτε μας στα...