PsychologyNow Team

Η εξελικτική προσέγγιση της κατάθλιψης

Η εξελικτική προσέγγιση της κατάθλιψης

PsychologyNow Team
η εξέλιξη του ανθρώπου που οδηγεί σε κατάθλιψη

Η κατάθλιψη θέλει να μας «μιλήσει» για ένα δυσβάσταχτο βάρος που νιώθουμε. Οφείλουμε να την ακούσουμε.


Πέρασα δύσκολα χρόνια στο γυμνάσιο. Όπως και πολλοί άλλοι έφηβοι, έβλεπα τον εαυτό μου ως προβληματικό και αισθανόμουν μια ασφυκτική απομόνωση. Δεν περίμενα τίποτα να μου προσφέρει κάποια ελπίδα στο μέλλον. Σταμάτησα να σηκώνομαι από το κρεβάτι. Αυτοτραυματιζόμουν. Έγραψα ένα πρόχειρο σημείωμα αυτοκτονίας.

Ήταν μια τρομακτική φάση της ζωής μου που δεν θα ευχόμουν σε κανέναν. Αλλά κατά έναν περίεργο τρόπο, η αυτοκαταστροφική συμπεριφορά μου, είχε ένα πλεονέκτημα. Έδειξα σε τι κατάσταση βρισκόμουν, κάτι που τελικά με οδήγησε να βρω διέξοδο. Νοσηλεύτηκα και αυτό με τρόμαξε, αναδεικνύοντας μία πτυχή του πόνου στην οποία δεν ήθελα πλέον να επιδοθώ. Επέστρεψα στην φαρμακευτική αγωγή. Έκανα ό,τι χρειαζόταν για να μείνω στο σχολείο.

Ένας στους έξι ανθρώπους παγκοσμίως, θα υποστεί μια μείζονα καταθλιπτική διαταραχή σε κάποιο σημείο της ζωής του. Αυτή η λέξη «διαταραχή» χαρακτηρίζει το πώς οι περισσότεροι από εμάς βλέπουμε την κατάθλιψη. Είναι μια κατάρρευση, ένα ελάττωμα στο σύστημα, κάτι που πρέπει να διορθωθεί και να ξεπεραστεί.

Μερικοί ψυχολόγοι, ωστόσο, έχουν υποστηρίξει ότι η κατάθλιψη δεν είναι καν μια δυσλειτουργία, αλλά ένα εξελιγμένος μηχανισμός σχεδιασμένος για να επιτύχει ένα συγκεκριμένο σύνολο ωφελειών. Σκέφτηκα αν αυτό ίσχυε για μένα, τόσο στο γυμνάσιο όσο και αργότερα στη ζωή. Αν έχουν δίκιο, αυτό σημαίνει ότι η σκέψη μας σχετικά με την κατάθλιψη χρειάζεται και αυτή μια παρέμβαση.

Οι θεωρίες για την εξελικτική λειτουργία της κατάθλιψης

Μια από τις πιο δημοφιλείς σύγχρονες ιδέες, είναι η υπόθεση του αναλυτικού μηρυκασμού. Η ιδέα αυτή βασίζεται στη θεωρία του εξελικτικού ψυχολόγου Paul Andrews. Ο Andrews υποστηρίζει ότι τα φυσικά και ψυχικά συμπτώματα της κατάθλιψης φαίνεται να σχηματίζουν ένα οργανωμένο σύστημα. Υπάρχει ανηδονία, η έλλειψη ευχαρίστησης ή ενδιαφέροντος στις περισσότερες δραστηριότητες. Υπάρχει μια αύξηση στον μηρυκασμό, μία εμμονή στην πηγή του πόνου. Υπάρχει μια αύξηση σε ορισμένους τύπους αναλυτικής ικανότητας. Και υπάρχει μια αύξηση στον ύπνο REM, την περίοδο που ο εγκέφαλος ενοποιεί τις αναμνήσεις.

Ο Andrews βλέπει αυτά τα συμπτώματα σαν μια μη τυχαία συλλογή που φανερώνει την εξελικτική προέλευση. Άλλωστε, πως θα μπορούσε μια κατάρρευση να παράγει τόσο συγχρονισμένα μια σειρά απαντήσεων; Και ο ίδιος υποστηρίζει ότι η λειτουργία του συγκεκριμένου σχεδιασμού, έχει στόχο να μας τραβήξει μακριά από τις συνήθεις ασχολίες της ζωής και να επικεντρωθούμε στην κατανόηση ή την επίλυση ενός υποβόσκοντος προβλήματος που προκάλεσε το καταθλιπτικό επεισόδιο, ας πούμε, μια αποτυχημένη σχέση. Αν κάτι έχει χαλάσει στη ζωή σας, θα πρέπει να συγκεντρωθείτε και να το επιδιορθώσετε.

Κατά την άποψη αυτή, η διαταραγμένη και ακραία σκέψη που συνοδεύει την κατάθλιψη, η οποία μπορεί να ρίξει την αυτοεκτίμησή σας και να σας κάνει να καταστροφολογείτε για τη ζωή σας, είναι απαραίτητη ώστε να διαπεράσει τις καθημερινές θετικές ψευδαισθήσεις και να σας κάνει να επικεντρωθείτε στα προβλήματα σας. Σε μια μελέτη με 61 καταθλιπτικά άτομα, 4 από τα 5 άτομα ανέφεραν τουλάχιστον ένα πλεονέκτημα στο μηρυκασμό τους, συμπεριλαμβανομένης της αυτοεπίγνωσης, της επίλυσης προβλημάτων και της πρόληψης μελλοντικών λαθών.

Ίσως να είναι καλύτερο να αφήσουμε την κατάθλιψη να ενεργήσει μέσα από τη δυσφορική ‘μαγεία’ της, υπό όμως μία προστατευτική επιτήρηση

Τα περισσότερα επεισόδια κατάθλιψης τελειώνουν από μόνα τους, κάτι που είναι γνωστό ως αυτόματη υποχώρηση και ο Andrews μπορεί να εξηγήσει πώς ακριβώς συμβαίνει αυτό, λέει ο Steven Hollon, καθηγητής ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Vanderbilt. Επιπρόσθετα, οι γνωστικές συμπεριφορικές θεραπείες και οι θεραπείες επίλυσης προβλημάτων, είναι αποτελεσματικές ακριβώς επειδή αξιοποιούν και επιταχύνουν σε λίγες εβδομάδες, τις διαδικασίες αυτές που έχουν εξελιχθεί για να συμβαίνουν μέσα σε διάστημα μηνών.

Ακόμη και η αυτοκτονική συμπεριφορά μπορεί να εξυπηρετεί μια σχεδιαστική λειτουργία. Μια μικρή μειοψηφία ερευνητών πιστεύει ότι, μπορεί να έχουμε εξελιχθεί, υπό τις κατάλληλες συνθήκες, για να προσπαθήσουμε να αυτοκτονήσουμε. Ο Edward Hagen, ανθρωπολόγος στο Πανεπιστήμιο της Πολιτείας της Ουάσιγκτον, είναι ένας από τους πιο ένθερμους υποστηρικτές αυτής της ιδέας και παρουσίασε νέα επιχειρήματα για να υποστηρίξει αυτή την ιδέα το Μάιο του 2016 στο τεύχος του επιστημονικού περιοδικού “Evolutionand Human Behavior”. Μαζί με τους συνεργάτες του έθεσαν ως στόχο να βρουν ερευνητικά ευρήματα για δύο μοντέλα αυτοκτονικής συμπεριφοράς, καθένα από τα οποία εμφανίζει την αυτοκτονία ως στρατηγική συμπεριφορά.

Το πρώτο μοντέλο ονομάζεται περιεκτική καταλληλότητα και στηρίζεται στην έννοια του «εγωιστικού γονιδίου»: η πιο βασική μονάδα της αναπαραγωγής στη φύση, δεν είναι ο ατομικός οργανισμός, αλλά το γονίδιο. Τα γονίδια σας δεν τα νοιάζει αν θα επιβιώσετε για να αναπαραχθείτε, εφ’ όσον το κάνουν από μόνα τους και υπάρχουν σε περισσότερους ανθρώπους από ό,τι σε εσάς. Έτσι θα μπορούσαν να οδηγήσουν, εσάς ως τον οργανισμό ξενιστή τους, να θυσιάσετε τον εαυτό σας αν θα ωφεληθούν αρκετά μέλη της οικογένειάς σας, που μοιράζονται πολλά από τα γονίδιά σας. Ως εκ τούτου, οι άνθρωποι επιδιώκουν να μεγιστοποιήσουν όχι μόνο τη δική τους καταλληλότητα αλλά, συνολικά, και εκείνη των συγγενών τους. Οι περισσότεροι γονείς θα αποφασίσουν μέσα σε μια στιγμή να πηδήξουν μπροστά από ένα λεωφορείο για να σώσουν τα παιδιά τους. Και σε μελέτες της αυτοκτονικής σκέψης, οι άνθρωποι συχνά μιλούν ότι δεν θέλουν να είναι βάρος στην οικογένειά τους.

peak

Το δεύτερο στρατηγικό μοντέλο της αυτοκτονικότητας είναι το διαπραγματευτικό μοντέλο, που βασίζεται στην έννοια της «βλαβερή σηματοδότησης». Ένα πολύχρωμο παράδειγμα είναι το παγώνι. Η διαχείριση μιας μεγάλης, εντυπωσιακής ουράς από το παγώνι έχει ένα κόστος, καθώς δαπανά ενέργεια και έλκει τα αρπακτικά. Αλλά το παγώνι που βρίσκεται σε καλύτερη φυσική κατάσταση, βρίσκει λιγότερο βλαβερή μια μεγάλη ουρά και έτσι οι μεγάλες ουρές έχουν εξελιχθεί ώστε να σηματοδοτούν τη γενετική φυσική κατάσταση στα παγώνια. Οι ουρές είναι ελκυστικές όχι παρά τη βλαβερότητά τους, αλλά εξαιτίας της.

Εκτός από την επικοινωνία της δυνατής φυσικής κατάστασης, τα βλαβερά σήματα μπορούν επίσης να επικοινωνούν τις ανάγκες τους. Πάρτε για παράδειγμα τους νεοσσούς. Δεν χρειάζεται να φωνάζουν για τροφή, όταν η μητέρα τους είναι εκεί και ενώ το κελάηδημα τους θα προσελκύσει αρπακτικά ζώα, καθιστώντας το σίγουρα επικίνδυνο. Αλλά όσο πιο πεινασμένος ή ασθενικός είναι ένας νεοσσός, τόσο λιγότερα έχει να χάσει από το να φαγωθεί και τόσο περισσότερα έχει να κερδίσει με το να τραφεί. Έτσι, το δυνατό κελάηδημά του, λειτουργεί σαν ένα ξεκάθαρο σήμα της μεγαλύτερης ανάγκης για τροφή με τη μητέρα να ανταποκρίνεται.

Οι ανθρωπολόγοι και οι ψυχίατροι έχουν εδώ και καιρό πλαισιώσει τις απόπειρες αυτοκτονίας, ως κραυγές βοήθειας, αλλά τις θεωρούσαν ως παθολογικές μορφές βοήθειας και όχι ως αποτελέσματα των ευαίσθητων εξελικτικών αναλύσεων κόστους-οφέλους. Εκεί που ο στόχος της αυτοκτονικότητας στο μοντέλο κατάλληλης περιεκτικότητας είναι ο θάνατος, ο στόχος στο μοντέλο διαπραγμάτευσης είναι η βοήθεια. Και γνωρίζουμε ότι η συντριπτική πλειοψηφία των αποπειρών αυτοκτονίας, δεν είναι μοιραία.

Με αυτά τα θεωρητικά μοντέλα στο χέρι, ο Hagen και οι συνεργάτες του ανέλυσαν 474 εθνογραφικά αρχεία που περιγράφουν αυτοκτονικές συμπεριφορές σε 53 διαφορετικούς πολιτισμούς σε όλο τον κόσμο, ψάχνοντας για συνεπείς ενδείξεις (ή ασυνεπείς) με κάθε μοντέλο. Υποστηριζόμενοι τη θεωρία της κατάλληλης περιεκτικότητας, 1 στους 3 πολιτισμούς είχε ένα αρχείο που περιέγραφε ένα θύμα αυτοκτονίας ως βάρος σε άλλους. Σε λίγα αρχεία, το θύμα είχε χαρακτηριστεί με χαμηλό αναπαραγωγικό δυναμικό (λόγω της προχωρημένης ηλικίας ή της κακής υγείας) και σε λίγους πολιτισμούς οι επιζώντες του θύματος είχαν περιγραφεί να βρίσκονται σε καλύτερη θέση μετά από ένα θάνατο. Αντίθετα με το μοντέλο αυτό ωστόσο, πολλά περισσότερα αρχεία περιέγραφαν τα μέλη της οικογένειας να βρίσκονται σε χειρότερη κατάσταση και πολλά από τα θύματα ήταν υγιή.

Το μόνο που υποστήριζε το μοντέλο διαπραγματεύσεων, ήταν το γεγονός ότι εκείνοι που είχαν αποπειραθεί να αυτοκτονήσουν ήταν συχνά υγιείς, οι προσπάθειές τους ήταν συχνά δημόσιες και ανεπιτυχείς και συχνά επωφελούνταν.

Τρεις παρατηρήσεις ήταν οι πιο αποκαλυπτικές:

1) τα θύματα είχαν συχνά υποστεί ένα απειλητικό γεγονός, όπως η απώλεια ενός συντρόφου ή ορισμένων πόρων, των οποίων οι επιπτώσεις μακροπρόθεσμα εξαρτώνται από το πώς ανταποκρίνονταν οι άλλοι.

2) τα θύματα ένιωθαν συχνά προσωπικά ανίσχυρα.

3) έρχονταν συχνά σε σύγκρουση με τους γύρω τους, αναζητώντας ένα εργαλείο διαπραγμάτευσης.

Συνολικά, τα θύματα χρειάζονταν βοήθεια για την επίλυση ενός κρίσιμου προβλήματος και δεν την λάμβαναν. Οι συγγραφείς αναφέρουν ένα παράδειγμα του μοντέλου διαπραγμάτευσης από τη μελέτη ενός λαού στην Παπούα Νέα Γουινέα το 1958:

Η απόπειρα αυτοκτονίας τιμωρείται με ξυλοδαρμό μετά από άδεια του ιδιοκτήτη της γυναίκας. Τα γεγονότα: Το κορίτσι αναγκαζόταν να παντρευτεί έναν άντρα που δεν της άρεσε. Εκείνη προσπάθησε να αυτοκτονήσει αρκετές φορές, προκειμένου να αποφύγει το γάμο. Πάντα όμως σωζόταν από το ποτάμι ή την προλάβαιναν στις όχθες. Αποτέλεσμα: Κάθε φορά που επιχειρούσε μια αυτοκτονία, δεχόταν σοβαρό ξυλοδαρμό. Εφόσον είδαν ότι δεν σταματούσε, ο αδελφός και ο πατέρας της συναίνεσαν στο γάμο της με τον άντρα που αγαπούσε.

Ο Hagen και οι συνεργάτες του κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι και τα δύο μοντέλα αυτοκτονικότητας είναι βιώσιμα, με το καθένα να εφαρμόζεται σε διαφορετικές περιστάσεις. Ο Hagen έχει προτείνει κάποια πραγματικά ενδιαφέροντα και συναρπαστικά θεωρητικά μοντέλα που ταιριάζουν με τα υπάρχοντα στοιχεία και μπορεί να βοηθήσουν στην εξήγηση της αυτοκτονικής συμπεριφοράς από μια εξελικτική σκοπιά. Τα αποδεικτικά στοιχεία στο έγγραφο δεν είναι καθοριστικοί παράγοντες για κανένα μοντέλο, οι εξελικτικές θεωρίες, ενώ είναι συχνά ισχυρές, μπορεί επίσης να είναι αβέβαιες, αλλά μερικές άλλες μελέτες έχουν προσδώσει μία δειλή επιπλέον υποστήριξη στο μοντέλο της διαπραγμάτευσης.

Για παράδειγμα, το μοντέλο προβλέπει ότι η κατάθλιψη, ο κορυφαίος παράγοντας κινδύνου για αυτοκτονία, θα χρησιμοποιηθεί συχνότερα ως εργαλείο διαπραγμάτευσης όταν το κοντινό περιβάλλον κρίνεται ως βοηθητικό. Σε μια μελέτη του 1987, οι αξιολογήσεις των ανθρώπων σχετικά με την ενόχλησή τους από τα κοινωνικά τους δίκτυα, προέβλεψαν το δικό τους επίπεδο κατάθλιψης, αλλά μόνο μεταξύ εκείνων των ανθρώπων που έβρισκαν υποστήριξη από τα δίκτυά τους. Και μια μελέτη του 1997, έδειξε ότι οι γυναίκες που είχαν μία έκτρωση, παρουσίαζαν μεγαλύτερη κατάθλιψη και άγχος όταν τσακώνονταν με τις μητέρες τους ή τους φίλους τους, αλλά μόνο εάν είχαν περιγράψει τις μητέρες ή τους φίλους τους ως εξαιρετικά υποστηρικτικούς. Η αντίδραση μέσω της κατάθλιψης σε μια κοινωνική σύγκρουση, δεν θα παρουσιαστεί αν οι άνθρωποι γύρω σας δεν νοιάζονται. Η κατάθλιψη μπορεί να γίνει ένα διαπραγματευτικό χαρτί με κίνδυνο την επιβίωση των γονιδίων ενός ατόμου ενός ατόμου, το οποίο θα πρέπει να αφορά οποιονδήποτε σχετίζεται με την υγεία του πάσχοντος.

 

Το μοντέλο διαπραγμάτευσης θα μπορούσε επίσης να εξηγήσει γιατί οι γυναίκες έχουν διπλάσιες πιθανότητες από τους άνδρες να υποφέρουν από κατάθλιψη.

 

Οι ερευνητές υπέθεσαν ότι επειδή οι άνδρες είναι σωματικά ισχυρότεροι από ό, τι οι γυναίκες, είναι πιο πιθανό να χρησιμοποιήσουν το θυμό ως διαπραγματευτική τακτική σε κοινωνικές συγκρούσεις, ενώ οι γυναίκες είναι πιο πιθανό να βασίζονται στην κατάθλιψη. Τα δεδομένα έδειξαν ότι τα άτομα με μεγαλύτερη δύναμη στο πάνω μέρος του σώματος ήταν λιγότερο πιθανό να υποφέρουν από κατάθλιψη. Επιπρόσθετα, όταν οι ερευνητές αφαίρεσαν την επίδραση της σωματικής δύναμης από την εξίσωση, οι άνδρες και οι γυναίκες ήταν εξίσου πιθανό να είναι καταθλιπτικοί.

Ο Hagen έχει γράψει για την επιλόχεια κατάθλιψη μέσα από την άποψη της βλαβερής σηματοδότησης: Η απώλεια του ενδιαφέροντος της μητέρας για την υγεία του εαυτού της ή του νεογέννητου της, μπορούν να λειτουργήσουν ως μοχλός για την πρόσληψη βοήθειας ενός ανεπαρκούς, μέχρι τότε, χρήσιμου συντρόφου ή της κοινότητας. Η κατάθλιψη φαίνεται να είναι ένα εργαλείο (συνειδητό ή ασυνείδητο) για εκείνους που δεν μπορούν να βρουν την υποστήριξη που χρειάζονται.

Τι χρειάζεται να κάνουμε με βάση αυτά τα εξελικτικά μοντέλα της κατάθλιψης;

Είμαι λίγο διστακτικός να δώσω συμβουλές με βάση τις θεωρίες μου, λέει ο Hagen, γιατί αυτό θα υπέθετε ότι οι θεωρίες μου είναι αληθείς και ως εκ τούτου, είμαστε έτοιμοι να δώσουμε αυτή τη γνώση έξω από το εργαστήριο και να την εφαρμόσουμε κλινικά. Δεν νομίζω ότι είμαστε σε αυτό το σημείο ακόμα. Και αν οι θεωρίες του είναι αληθινές, η εικόνα είναι κάπως ζοφερή, λέει, δεδομένου ότι δεν υπάρχει εύκολη λύση.

Η θεραπεία της κατάθλιψης κατά πάσα πιθανότητα θα απαιτήσει την επίλυση των σοβαρών συγκρούσεων ανάμεσα σε εσάς και την οικογένειά σας, καταστάσεις χωρίς κάποιον να έχει το ρόλο του καλού και του κακού. Από την άποψη της θεραπείας, οι ψυχολόγοι μπορεί να δουλέψουν την κατάθλιψη μέσα από την οικογενειακή θεραπεία, όμως πολλοί ήδη το πράττουν, οπότε στην πράξη πολλά από αυτά που λέω δεν είναι ριζοσπαστικά, λέει.

Ωστόσο, αυτές οι θεωρίες ρίχνουν νέο φως σε μερικές από τις παραδοσιακές μας αντιδράσεις προς την κατάθλιψη. Αν η κατάθλιψη είναι μια στρατηγική ανταπόκριση την οποία είμαστε προγραμματισμένοι να εφαρμόσουμε, συνειδητά ή ασυνείδητα, υπάρχει νόημα να προσπαθήσουμε να καταστείλουμε τα συμπτώματα της μέσω, για παράδειγμα, της χρήσης των αντικαταθλιπτικών;

Ο Hagen περιγράφει τα αντικαταθλιπτικά, ως παυσίπονα, υποστηρίζοντας ότι θα ήταν ανήθικο για έναν γιατρό να θεραπεύσει ένα σπασμένο αστράγαλο με Percocet και χωρίς γύψο. Θα πρέπει να διορθωθεί το υποβόσκον πρόβλημα. Εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι το DSM, το διαγνωστικό εγχειρίδιο ψυχιατρικής, έχει αφαιρέσει από τα διαγνωστικά κριτήρια της μείζονος καταθλιπτικής διαταραχής οποιαδήποτε εξαίρεση για συνθήκες της ζωής, ακόμα και το πένθος. Αυτό είναι μέρος μιας προσπάθειας να γίνει η διάγνωση πιο αντικειμενική και επιστημονική και να ενθαρρυνθούν οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας να επικεντρωθούν σε παρατηρήσιμα συμπτώματα παρά στα αίτια.

Ακόμη και αν η κατάθλιψη έχει εξελιχθεί ως ένα χρήσιμο εργαλείο κατά τη διάρκεια των αιώνων, αυτό δεν την κάνει χρήσιμη σήμερα.

Όμως στην περίπτωση της κατάθλιψης, η οποία συχνά έχει σαφείς προηγούμενες ενδείξεις, η αδιαφορία για την αιτιότητα επιτρέπει πολλές κατάλληλες αντιδράσεις του ασθενή να χαρακτηριστούν ως διαταραγμένες και ότι απορρέουν ευθέως από την οπτική της κατάθλιψης ως μια κατάρρευση παρά μια στρατηγική, εξελικτική αντίδραση. Η συνταγογράφηση αντικαταθλιπτικών μπορεί να βελτιώσει τη διάθεση του ασθενούς, αλλά στη διαδικασία, εμποδίζει τον ασθενή από την επίλυση των υποκείμενων συγκρούσεων και της βελτίωσης της διάθεσης του και ακόμη περισσότερο μακροπρόθεσμα.

Η κατάθλιψη συνήθως δεν εμφανίζεται από το πουθενά. Είναι συνήθως μια απάντηση του οργανισμού στις αντιξοότητες, με έως και 80% των περιπτώσεων να παρουσιάζονται μετά από σημαντικά γεγονότα της ζωής. Ο θάνατος του στενού συγγενή μιας γυναίκας, για παράδειγμα, βρέθηκε να αυξάνει 20 φορές παραπάνω τις πιθανότητές της να υποφέρει από κατάθλιψη μέσα στον επόμενο μήνα.

Το πεδίο μάχης γύρω από τη λειτουργικότητα της κατάθλιψης, μπορεί να υπάρχει σε αυτό το 20% των επεισοδίων χωρίς εμφανή έναυσμα. Ίσως θα μπορούσαμε να πούμε ότι υπάρχει κάποια μη προφανής αιτία, μια σύγκρουση που κρύβεται στην ψυχή ή είναι λανθάνουσα στην οικογενειακή ζωή του ατόμου. Ο Thomas Joiner, ειδικός σε θέματα αυτοκτονίας στο Florida State University, λέει ότι μπορεί να είναι όλο και πιο δύσκολο να βρούμε την αφετηρία καθώς συμβαίνουν διάφορα γεγονότα ζωής, αλλά συνήθως υπάρχει: η αφετηρία μπορεί να είναι διάφορα πράγματα όπως οι αναμνήσεις.

 

Αλλά δεδομένου ότι μπορείτε πάντα να επισημάνετε κάτι από το παρελθόν σας με δυνητικές ψυχικές επιπτώσεις στο μέλλον, όπως τη φορά που σας πείραζαν στην παιδική χαρά, η υπόθεση ότι η κατάθλιψη αποτελεί την κατάλληλη απάντηση σε μια αγχωτική κατάσταση είναι σχεδόν αδύνατο να ελεγχθεί αντικειμενικά.

 

Υπάρχει ένα ακόμη μεγάλο μειονέκτημα. Ακόμη και αν η κατάθλιψη έχει εξελιχθεί ως ένα χρήσιμο εργαλείο κατά τη διάρκεια των αιώνων, αυτό δεν την κάνει χρήσιμη σήμερα. Έχουμε εξελιχθεί για να θέλουμε τη ζάχαρη και το λίπος, αλλά αυτή η προσαρμογή δεν ταιριάζει με το σύγχρονο περιβάλλον της θερμιδικής αφθονίας μας, που οδηγεί σε μια επιδημία της παχυσαρκίας. Η κατάθλιψη μπορεί να είναι μια ακατάλληλη κατάσταση. Ο Hagen παραδέχεται ότι για το μεγαλύτερο μέρος της ανθρώπινης εξέλιξης, ζούσαμε με τους συγγενείς και περνούσαμε όλη την ημέρα με ανθρώπους έτοιμους να παρέμβουν στη ζωή μας. Έτσι, τα επεισόδια της κατάθλιψης θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε γρήγορες λύσεις.

Σήμερα, είμαστε απομονωμένοι και μετακινούμαστε από πόλη σε πόλη, συναναστρεφόμενοι με ανθρώπους που μας ενδιαφέρουν λιγότερο στην εξελικτικά αναπαραγωγική καταλληλότητά μας. Έτσι,τα καταθλιπτικά σήματα μπορούν να περνούν απαρατήρητα και στη συνέχεια αθροιστικά, να οδηγούν σε μία συνεπή, σοβαρή δυσλειτουργία. Μια φινλανδική μελέτη διαπίστωσε ότι η αστικοποίηση και ο εκσυγχρονισμός έχουν αυξηθεί κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων αιώνων, μαζί με τα πόσοστα αυτοκτονίας. Αυτό δεν σημαίνει ότι η κατάθλιψη δεν είναι πλέον λειτουργική (αν πράγματι ήταν ποτέ), απλά ότι στο σύγχρονο κόσμο μπορεί να αποτύχει περισσότερο από ό,τι θα θέλαμε.

Και βέβαια, κάποιες περιπτώσεις κατάθλιψης θα παραμένουν ανεξήγητες από τον εξελικτικό προγραμματισμό μας. Ορισμένοι ψυχίατροι υποστηρίζουν ότι τουλάχιστον ορισμένα επεισόδια κατάθλιψης είναι πιθανό να προκαλούνται από γενετικές δυσλειτουργίες ή αρνητικά πρότυπα σκέψης μαθημένα κατά τη διάρκεια των προηγούμενων άλυτων επεισοδίων. Οι περισσότερες πηγές, συμπεριλαμβανομένου του Hagen, συμφωνούν ότι η κατάθλιψη δεν είναι μια ασθένεια με μια μόνο αιτία.

Αντίθετα, ακόμη και αν η κατάθλιψη και οι τάσεις αυτοκτονίας εξυπηρετούν κάποιο σκοπό σήμερα, αυτό δεν σημαίνει ότι εξελίχθηκαν για να το πράξουν. Ο Randolph Nesse, ένας ψυχίατρος και διευθυντής του Κέντρου για την Εξέλιξη και την Ιατρική στο Πανεπιστήμιο της Αριζόνα, θέτει αυτή τη δυνατότητα σε σχέση με το μοντέλο διαπραγματεύσεων. Μερικοί άνθρωποι απειλούν ότι θα αυτοκτονήσουν για να χειραγωγήσουν τους άλλους, όπως ακριβώς χρησιμοποιούν απειλές για να σκοτώσουν ή να αποκαλύψουν διάφορα μυστικά, λέει, αλλά δεν τις βλέπω ως ειδικές προσαρμογές που διαμορφώνονται από την επιλογή. Αυτοί είναι μόνο μερικοί από τους πολλούς τρόπους που οι άνθρωποι προσπαθούν να επηρεάσουν τους άλλους.

Ο Nesse είναι ακόμη πιο απαξιωτικός του μοντέλου της περιεκτικής καταλληλότητας της αυτοκτονίας: Υπάρχουν πολλά παραδείγματα ζώων που θυσιάζονται για το είδος τους, αλλά δεν βλέπω ότι η αυτοκτονία είναι ένα από αυτά. Γιατί απλά να μην επιλέξουν να φύγουν; Όμως, λέει, ότι η ευρύτερη προοπτική πως υπάρχει κάτι χρήσιμο στη κακή διάθεση είναι, νομίζω, το κλειδί για την επίτευξη μίας προόδου στη θεραπεία της κατάθλιψης και θα ήθελα πολύ περισσότεροι ψυχίατροι να το αναγνωρίσουν.

Είναι σαφές ότι τα εξελικτικά μοντέλα για την κατάθλιψη δεν έχουν κερδίσει την ψυχιατρική κοινότητα στο σύνολό της. Το επάγγελμά μου της ψυχιατρικής εξακολουθεί να βλέπει την κατάθλιψη ως απλώς μια ασθένεια. Οι περιορισμοί στις ασφαλιστικές εταιρείες έχουν ωθήσει πολλούς ψυχιάτρους μακριά από την ψυχοθεραπεία και προς την πιο αποτελεσματική συνταγογραφία. Έτσι, υπάρχουν πολλές θεσμικές και επιστημονικές επενδύσεις στο αποκλειστικό μοντέλο της νόσου της κατάθλιψης, υποστηρίζουν οι ερευνητές και συμπληρώνουν ότι βασικά λέμε στους συναδέλφους μας ότι δίνουν φάρμακα σε ανθρώπους, όταν δεν θα έπρεπε να δίνουν καν. Αυτό δεν είναι μία είδηση που θα την αποδεχθούν τόσο εύκολα.

Αν οι παραπάνω ψυχολόγοι έχουν δίκιο ότι η εξέλιξη μας έχει σχεδιάσει ώστε να είμαστε στρατηγικά καταθλιπτικοί, τότε οι στρατηγικές της θεραπείας θα πρέπει να αλλάξουν

Ο Hagen βλέπει την κατάθλιψη ως ένα κοινωνικό και όχι σαν ένα ιατρικό πρόβλημα. Ο Andrews και ένας συνάδελφός του, ο Paul Watson, περιγράφουν την υπόθεση της κοινωνικής πλοήγησης, μια θεωρία που περιλαμβάνει μια έκδοση του μοντέλου διαπραγμάτευσης, γραμμένη σε μια έρευνα το 2002 ότι αντί της συνταγογράφησης φαρμάκων, μπορεί να είναι καλύτερο να αφήσουμε την κατάθλιψη να κάνει την άθλια αλλά δυνητικά προσαρμοστική μαγεία της στο κοινωνικό δίκτυο υπό προστατευτική επιτήρηση. Και μια μεγαλύτερη προσοχή στην περίσταση και στην αιτία, είναι επιβεβλημένη.

Είναι δύσκολο για οποιονδήποτε να σκεφτεί για μια κατάσταση, τόσο αποσταθεροποιητική όσο η κατάθλιψη, με απρόσωπη εξελικτική άποψη, ιδιαίτερα για όσους έχουν νιώσει το βάρος της. Μερικές φορές στεναχωριέμαι για το πόσο πιο εργατικός θα ήμουν χωρίς τη δική μου (πλέον διαχειρίσιμη) κατάθλιψη. Αλλά έχω επιτρέψει επίσης ότι, ακόμη και σήμερα, η μελαγχολία μου μπορεί να έχει οφέλη. Με επικεντρώνει σε βαθύτερα ερωτήματα για το πού θα πάω στη ζωή μου, ακόμα κι αν ή, δυστυχώς, επειδή με κάνει να αμφισβητώ την αξία των πάντων και του ο,τιδήποτε: συμπεριλαμβανομένης της ίδιας της κατάθλιψης.


Πηγή: nautil.us

Aπόδοση – Επιμέλεια: PsychologyΝow.gr

Κάντε like στην σελίδα μας στο Facebook 
Ακολουθήστε μας στο Twitter 

Εγγραφείτε για να λαμβάνετε το newsletter μας!

Βρείτε μας στα...