Ιωάννα Μαυρίδου

Διάγνωση χρόνιου νοσήματος και ψυχοθεραπεία: ποιος είναι ο ρόλος του επαγγελματία ψυχικής υγείας;

Διάγνωση χρόνιου νοσήματος και ψυχοθεραπεία: ποιος είναι ο ρόλος του επαγγελματία ψυχικής υγείας;

Ιωάννα Μαυρίδου
θεραπεύτρια σε συνεδρία με θεραπευόμενο που πιάνει το κεφάλι του

Η είδηση και μόνο ότι πάσχει κανείς από χρόνιο νόσημα προκαλεί μία αλυσίδα αντιδράσεων, όπως ακριβώς και στο πένθος: άρνηση, θυμό, συμπτώματα άγχους ή/ και κατάθλιψης μέχρι τελικά να έρθει η αποδοχή ότι η ζωή, όπως την γνώριζα μέχρι τώρα, αλλάζει ριζικά.


Το αρχικό σοκ της διάγνωσης ακολουθείται από μια μακρά πορεία ιατρικών πράξεων, μετακινήσεων, εξόδων, επεμβάσεων, εισαγωγών στο νοσοκομείο, επώδυνων συμπτωμάτων αλλά και παρενεργειών, σε σωματικό, ψυχολογικό και κοινωνικό επίπεδο. Επιπλέον, σηματοδοτεί και την έναρξη κρίσιμων μεταβατικών περιόδων στον κύκλο ζωής της οικογένειας, η οποία καλείται να επαναπροσδιορίσει τους στόχους , τις αξίες, τις προτεραιότητες και την πορεία της. Ωστόσο, ο τρόπος αντίληψης και διαχείρισης του χρόνιου νοσήματος δεν είναι καθολικός και επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από την προσωπικότητα του ατόμου.

Το 1985, ως αποτέλεσμα της μελέτης οικογενειών στις οποίες υπήρξε διάγνωση καρκίνου σε κάποιο παιδί, οι Petermann & Bode διαπίστωσαν πέντε υποκειμενικούς τρόπους εκτίμησης της ασθένειας, που αντιστοιχούν σε διαφορετικούς τρόπους αντιμετώπισης της:

  1. Η ασθένεια ως πρόκληση. Η διάγνωση κινητοποιεί τον ασθενή, έχει την διάθεση να ξεπεράσει τις δυσκολίες, αναζητά πληροφορίες, αναπτύσσει νέες δεξιότητες, προσαρμόζεται στη νέα κατάσταση και πιστεύει στις δυνάμεις του
  2. Η ασθένεια ως δοκιμασία: Η πεποίθηση αυτή στηρίζεται σε ήδη υπάρχουσα πίστη στο θεό και συνδέεται άμεσα με αυτές τις πεποιθήσεις. Έτσι, ο ασθενής πιστεύει ότι με αυτόν τον τρόπο δοκιμάζεται η πίστη του στον θεό, η αντοχή αλλά και οι σχέσεις του
  3. Η ασθένεια ως κακοτυχία: Η ασθένεια αντιμετωπίζεται ως «ακόμα μία» κακοτυχία σε μία ζωή γεμάτη από κακοτυχία, είναι δηλαδή ένα πρόσθετο γεγονός που απειλεί τη συνοχή και την ισορροπία του οικογενειακού συστήματος
  4. Η ασθένεια ως θέλημα της μοίρας: Η αντίληψη αυτή σχετίζεται άμεσα με το εξωτερικό κέντρο ελέγχου, με την πεποίθηση δηλαδή ότι όσα συμβαίνουν είναι έξω από τον δικό μου έλεγχο και άρα, το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να περιμένω παθητικά και καρτερικά
  5. Η ασθένεια ως τιμωρία: Αυτός ο τρόπος αντίληψης σχετίζεται με μία γενικότερα απαισιόδοξη στάση προς τη ζωή και είναι καθοριστικός για την εξέλιξη της θεραπείας. Ο ασθενής που βιώνει την ασθένεια ως τιμωρία δέχεται παθητικά τη θεραπεία, δυσκολεύεται να εμπιστευτεί το προσωπικό υγείας αλλά και να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες και μπορεί να θυμώνει και να γίνεται επιθετικός.

Καταλαβαίνουμε, λοιπόν, ότι η αντίληψη για το κατά πόσο έχει κανείς τον έλεγχο στη ζωή του αλλά και η γενικότερη ευελιξία και διαχείριση των δυσκολιών (πριν την διάγνωση) είναι σημαντικοί παράγοντες στη διαχείριση της νέας συνθήκης.

Συχνά, το χρόνιο νόσημα συνοδεύεται από χρόνιο στρες, χρόνιο πόνο και κατάθλιψη, τα οποία απαιτούν ιδιαίτερη φροντίδα, φαρμακευτικά και ψυχολογικά. Για παράδειγμα, οι καταστροφικές σκέψεις γύρω από τον πόνο σχετίζονται με αύξηση του πόνου και μείωση της ψυχικής λειτουργικότητας (Edwards et al., 2011), ενώ η αίσθηση της αυτό- αποτελεσματικότητας απέναντι στον πόνο είναι προβλεπτικός παράγοντας της αντίδρασης του ασθενούς απέναντι στη θεραπεία του αλλά μπορεί και να ελαχιστοποιήσει το οδυνηρό βίωμα του πόνου (Somers et al., 2012). Επομένως, υπάρχουν στρατηγικές που ο επαγγελματίας υγείας μπορεί να χρησιμοποιήσει προκειμένου να βοηθήσει τον ασθενή να προσαρμοστεί ευκολότερα και να έχει όσο το δυνατόν ελάχιστες επιπλοκές στη διάρκεια της θεραπείας του.

Ο ασθενής μπορεί να βοηθηθεί να αλλάξει τις δυσλειτουργικές πεποιθήσεις που έχει απέναντι στη νόσο αλλά και να αλλάξει συμπεριφορές οι οποίες δυσχεραίνουν τα συμπτώματα του: να θέσει στόχους, να μάθει να διαχειρίζεται τα όποια προβλήματα προκύπτουν, να εκπαιδευτεί στη γνωστική απόσπαση, να μάθει να επικοινωνεί πιο αποτελεσματικά, να λάβει πληροφορίες σχετικά με τη νόσο του ώστε να αναγνωρίζει συμπτώματα και να μην πανικοβάλλεται, να διαχειρίζεται τις υποτροπές και να βρει την κατάλληλη για εκείνον μέθοδο χαλάρωσης (Walsh & McWilliams, 2012; Sharpe, 2016).

Τελικά, μέσω της θεραπευτικής συμμαχίας που δημιουργείται, ο ασθενής έχει την υποστήριξη που χρειάζεται ώστε να αποδεχθεί την ασθένεια, να συμφιλιωθεί με τις απαιτήσεις και τους περιορισμούς που τίθενται λόγω αυτής αλλά και να βελτιώσει τη γενικότερη ποιότητα ζωής του.


Ενδεικτική βιβλιογραφία

  • Edwards, R. R., Cahalan, C., Mensing, G., Smith, M., & Haythornthwaite, J. A. (2011). Pain, catastrophizing, and depression in the rheumatic diseases. Nature Reviews Rheumatology, 7(4), 216-224.
  • Petermann, F., & Bode, U. (1986). Five coping styles in families of children with cancer: a retrospective study in thirty families. Pediatric hematology and oncology, 3(4), 299-309.
  • Sharpe, L. (2016). Psychosocial management of chronic pain in patients with rheumatoid arthritis: challenges and solutions. Journal of Pain Research, 9, 137.
  • Somers, T. J., Blumenthal, J. A., Guilak, F., Kraus, V. B., Schmitt, D. O., Babyak, M. A., ... & Shelby, R. A. (2012). Pain coping skills training and lifestyle behavioral weight management in patients with knee osteoarthritis: a randomized controlled study. Pain, 153(6), 1199-1209.
  • Walsh, D. A., & McWilliams, D. F. (2012). Pain in rheumatoid arthritis. Current pain and headache reports, 16(6), 509-517.
Κάντε like στην σελίδα μας στο Facebook 
Ακολουθήστε μας στο Twitter 

Εγγραφείτε για να λαμβάνετε το newsletter μας!

Βρείτε μας στα...