Ορέστης Γιωτάκος

Επιθετική και βίαιη συμπεριφορά: αιτιολογία και δυνατότητα πρόβλεψης

Επιθετική και βίαιη συμπεριφορά: αιτιολογία και δυνατότητα πρόβλεψης

Ορέστης Γιωτάκος
ο πίνακας Γκερνίκα του Πικάσο

Η επιθετικότητα προκαλεί σημαντικές επιπτώσεις στην υγεία και συχνά προέρχεται από άτομα με σοβαρές ψυχικές διαταραχές. Η πρόβλεψη της επιθετικότητας δεν αποτελεί μια εύκολη διαδικασία για τον ειδικό.


Παλαιότερη έρευνα έδειξε ότι η πρόβλεψη της επιθετικότητας σε άτομα που πάσχουν από ψυχική διαταραχή είναι ακριβής μόνο για το ένα τρίτο των περιπτώσεων. Φαίνεται ότι οι επιθετικές συμπεριφορές κορυφώνονται κατά την ύστερη εφηβεία ή την πρώιμη ενήλικη ζωή, τυπικά μεταξύ των ηλικιών 15 έως 24.

Στο γενικό πληθυσμό, το φύλο αποτελεί έναν σταθερό προγνωστικό παράγοντα, με τους άνδρες να είναι περισσότερο πιθανό να παρουσιάσουν επιθετική συμπεριφορά. Αντίθετα όμως με το γενικό πληθυσμό, ανάμεσα στα άτομα με ψυχικές διαταραχές, άνδρες και γυναίκες δε φαίνεται να διαφέρουν σημαντικά στον κίνδυνο για επιθετική συμπεριφορά. 

Τα χαρακτηριστικά της βίαιης προσωπικότητας

Η βιβλιογραφία υποδεικνύει ότι κάποια συγκεκριμένα χαρακτηριστικά προσωπικότητας συνδέονται με βίαιη συμπεριφορά. Αυτά τα χαρακτηριστικά περιλαμβάνουν την παρορμητικότητα, τη χαμηλή ανοχή στη ματαίωση, τη μη ανοχή στην κριτική, την απρόσεκτη οδήγηση, την αντικοινωνική συμπεριφορά και τις επιφανειακές σχέσεις. Τόσο η έρευνα όσο και η κλινική πράξη δείχνει ότι η επιθετική συμπεριφορά  αποτελεί  χαρακτηριστικό γνώρισμα δύο συγκεκριμένων διαταραχών προσωπικότητας, της οριακής και της αντικοινωνικής-ψυχοπαθητικής.

Επιπλέον, το άτομο με διαταραχή αντικοινωνικής προσωπικότητας συχνά αναζητά εκδίκηση όταν σχεδιάζει και εκτελεί βίαιη πράξη. Ένα τέτοιο άτομο μπορεί επίσης να συμπεριφερθεί βίαια μετά από κατανάλωση αλκοόλ, μία ουσία που αυξάνει τα επίπεδα παρορμητικότητας. Επιπρόσθετα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας που συνεισφέρουν στη βιαιότητα είναι η απουσία ενσυναίσθησης και η άρνηση ανάληψης της ευθύνης.

Το πολυπαραγοντικό μοντέλο ανάπτυξης της συμπεριφοράς

Η ανάπτυξη συγκεκριμένων συμπεριφορών, όπως και η ανάπτυξη κάποιας νόσου ή συνδρόμου, αποτελεί μια διαδικασία στην οποία συνεισφέρουν πολλαπλοί παράγοντες, οι οποίοι μάλιστα συνυπάρχουν και αλληλοεπηρεάζουν συνεχώς ο ένας τον άλλον κατά τη διάρκεια της ζωής. Ανάλογα με την προέλευσή τους, οι παράγοντες αυτοί μπορεί να είναι: α) βιολογικοί, β) ψυχολογικοί και γ) κοινωνικο-πολιτισμικοί, ενώ ανάλογα με τον τρόπο που αυτοί οι παράγοντες παρεμβαίνουν στη διαδικασία μιας διαταραχής μπορεί να είναι: α) προδιαθεσικοί (predisposed factors), β) επιταχυντικοί (precipitating factors), και συντήρησης ή διαιώνισης (perpetuating factors). Στον Πίνακα 1 φαίνονται οι παράγοντες που συνυπάρχουν και αλληλεπιδρούν συνεχώς στην πορεία της ζωής του ανθρώπου, συνεισφέροντας στην ανάπτυξη της συμπεριφοράς, της προσωπικότητας ή της νόσου.

 Πίνακας 1. Προέλευση και τρόπος παρέμβασης των παραγόντων που συνεισφέρουν στην ανάπτυξη συμπεριφορών και διαταραχών

 

Βιολογικοί παράγοντες

Ψυχολογικοί παράγοντες

Κοινωνιο-πολιτισμικοί παράγοντες

Προδιαθεσικοί παράγοντες

Γενετικοί παράγοντες,

φύλο

Ρόλος φύλου, ανατροφή, προβλήματα ταυτότητας

Υπερβολικά απορριπτική ή επιτρεπτική ανατροφή

Επιταχυντικοί παράγοντες

Νευροχημική και ενδοκρινική ενεργοποίηση (στον ορμονικό άξονα και στους νευροϋποδοχείς)

Βίαιη αντίδραση έναντι των γεγονότων ζωής > ανάλογες συνέπειες > επιπλέον στρες

Οξείες κοινωνικο-οικονομικές δυσκολίες,

αίσθηση απειλής

Παράγοντες Διαιώνισης του προβλήματος

Εγκατάσταση νευροχημικών και ενδοκρινικών αλλαγών στους ορμονικούς άξονες και στους νευροϋποδοχείς

Εγκατάσταση  βίαιων αντιδράσεων έναντι των γεγονότων ζωής > ανάλογες συνέπειες > χρόνιο στρες

Χρόνιες κοινωνικο-οικονομικές δυσκολίες, εγκατάσταση προτύπου ζωής και συμπεριφορών

 Στη σύγχρονη επιστημονική κοινότητα αποτελεί πρόκληση η ταυτοποίηση γονιδίων των χαρακτηριστικών της συμπεριφοράς του ανθρώπου καθώς και των ψυχικών διαταραχών του. Δεν είναι ακόμη γνωστός κάποιος απλός τρόπος κληρονομικότητας, όπου μικρής ισχύος γονίδια (minor genes) σε διαφόρους συνδυασμούς να επηρεάζονται από περιβαλλοντικούς παράγοντες ώστε να δημιουργούν μια ποικιλία φαινοτύπων (phenotypes). Το σεροτονεργικό και ντοπαμινεργικό σύστημα έχουν συγκεντρώσει το ενδιαφέρον, αφού ένας μεγάλος αριθμός ερευνών υποδεικνύει ότι τα συστήματα αυτά ενέχονται στους μηχανισμούς της θλίψης, της παρόρμησης, της επιθετικότητας, κλπ. 

Ποικίλα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας, όπως, παρορμητικότατα (impulsivity), επιθετικότητα (aggressiveness), τάση για άγχος (anxiety proneness), τάση για αναζήτηση του καινούργιου (novelty seeking), εξάρτηση δια της επιβράβευσης (reward dependence), και αποφυγή του πόνου (harm avoidance), μετρημένα με διάφορες ψυχολογικές κλίμακες, παρουσιάζονται σε ποικίλες συμπεριφορές, όπως, στην ψυχοπαθητικη-αντικοινωνικη συμπεριφορά (antisocial behavior), στην αυτοκτονική συμπεριφορά (suicidality), και στην κατάχρηση ουσιών (substance abuse).

Να σημειωθεί ότι άτομα με τέτοιου είδους συμπεριφορές μπορεί να πάσχουν από ένα ευρύ φάσμα ψυχικών διαταραχών, όπως, κατάθλιψη, σχιζοφρένεια, εξάρτηση από ουσίες, και διαταραχές προσωπικότητας.  

Παράλληλα, είναι σημαντική η περιβαλλοντική επίδραση, τόσο στην εκδήλωση όσο και στις παραλλαγές των συμπτωμάτων. Σημαντική επίσης είναι η σχέση της νόσου ή συμπεριφοράς με τις διεργασίες της οικογένειας, την ταξική θέση, αλλά και την εθνική ταυτότητα. Η προσωπική και πολιτισμική στάση γύρω από την εξάρτηση και την κατάσταση αβοήθητου ασκούν ιδιαίτερη επιρροή στο πώς και στο εάν ένα άτομο θα ζητήσει βοήθεια. Παρόμοια επιρροή επίσης ασκούν ψυχολογικοί παράγοντες, όπως ο τύπος της προσωπικότητας ή το προσωπικό νόημα που αποδίδεται στην εμπειρία του τραύματος και της νόσησης.

Η διαταραχή προσωπικότητας αντικοινωνικού - ψυχοπαθητικού τύπου

Η συχνότητα των διαταραχών προσωπικότητας στο γενικό πληθυσμό είναι περίπου 8%. Από το σύνολο των 10 περίπου διαταραχών προσωπικότητας (American Psychiatric Association, 1994), η διαταραχή προσωπικότητας αντικοινωνικού (antisocial) ή αλλιώς ψυχοπαθητικού (psychopathetic) τύπου, η οποία χαρακτηρίζεται από βίαιες συμπεριφορές, παρουσιάζει συχνότητα εμφάνισης 3-5% στο γενικό πληθυσμό.

Το ποσοστό αυτό ανεβαίνει στο 30% στους προσερχόμενους σε δομές παροχής ψυχικής υγείας και στο 80-90% στους κρατούμενους στις φυλακές για γενικού τύπου παραπτώματα. Αν και η διαταραχή αυτή συναντάται στο 3-5% του γενικού πληθυσμού, είναι υπεύθυνη για το 70-80%% των εγκλημάτων. Πρόσφατες έρευνες σε άτομα με αντικοινωνική προσωπικότητα ανέδειξαν κάποια χαρακτηριστικά παιδικής και ενήλικης συννοσηρότητας.

Συγκεκριμένα, στα άτομα αυτά κατά την παιδική και εφηβική ηλικία επικρατούσαν συμπεριφορές χρήσης ναρκωτικών, ελλειμματική προσοχή και προβλήματα με το σχολείο, ενώ κατά την ενηλικίωση επικρατούσαν προβλήματα κατάχρησης αλκοόλ και συναισθηματική δυσλειτουργία, όπως έλλειψη ενοχών, ενσυναίσθησης και ανάληψης ευθυνών, γεγονός που μπορεί να δικαιολογήσει την αυξημένη επιθετικότητα των ατόμων αυτών.

Η θεωρία των Eysenck και Gudjonsson (1989) φαίνεται να εξηγεί ικανοποιητικά τη φύση των αντικοινωνικών-ψυχοπαθητικών ατόμων. Το κοινό βιολογικό υπόστρωμα που προδιαθέτει στην εκδήλωση ψυχοπαθητικών συμπεριφορών φαίνεται να συνδέεται με το ντοπαμινεργικό σύστημα. Το υπόστρωμα αυτό εξηγεί πιθανότατα τη φύση των ατόμων αυτών που χαρακτηρίζεται από εξωστρέφεια, παρορμητικότητα, αναζήτηση έντονων συναισθημάτων και υπερευαισθησία ακόμη και σε χαμηλής έντασης ερεθίσματα.

Επιπλέον, τα άτομα αυτά τείνουν να μην αισθάνονται ενοχές, ενώ στην προσπάθειά τους να αυξήσουν την ένταση των συναισθημάτων εμπλέκονται σε υψηλού κινδύνου δραστηριότητες (high risk behavior), μεταξύ των οποίων τις εγκληματικές δραστηριότητες. 

Οι Barratt et al (1997) μελετώντας την επιθετικότητα σε φυλακισμένους με αντικοινωνική δομή προσωπικότητας βρήκαν ότι τα άτομα που είχαν διαπράξει παρορμητικού τύπου επιθετικές πράξεις είχαν, σε σχέση με τα άτομα που διέπραξαν  μη παρορμητικές επιθετικές πράξεις, χαμηλότερη επίδοση στις λεκτικές δοκιμασίες, χαμηλότερα επίπεδα του μεταβολίτη σεροτονίνης στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό και σημαντική μείωση της επιθετικής συμπεριφοράς με τη χρήση του αντιεπιληπτικού φαρμάκου φαινυντοίνη.

Οι ερευνητές αυτοί όρισαν την παρορμητικότητα σαν μία προδιάθεση για αιφνίδιες και χωρίς προηγούμενο σχεδιασμό αντιδράσεις σε κάποιο ερέθισμα χωρίς να δίνεται σημασία στις αρνητικές συνέπειες των αντιδράσεων αυτών. Υπέθεσαν ότι υπάρχουν τρία κομμάτια που συνθέτουν την παρορμητικότητα,  αυτό που περιέχει κυρίως κινητική (motor) δραστηριότητα, χαμηλότερη γνωσιακή (cognitive) διεργασία, και χαμηλότερο σχεδιασμό δράσης (no plan).

Οι Buss & Perry (1992) υποστήριξαν ότι η επιθετικότητα αποτελείται από τέσσερις συνιστώσες: Τη σωματική (physical aggression) και τη λεκτική (verbal aggression) επιθετικότητα, που μπορεί να προκαλούν βλάβη στους άλλους και που  αποτελούν το κινητικό μέρος της επιθετικής συμπεριφοράς, το θυμό (anger), που προκαλεί διέγερση και προετοιμάζει για επιθετικότητα, αποτελεί το συναισθηματικό μέρος της συμπεριφοράς και συγχρόνως λειτουργεί ως γέφυρα ανάμεσα στο κινητικό και γνωσιακό κομμάτι της επιθετικής συμπεριφοράς, και την εχθρότητα (hostility), που χαρακτηρίζεται από μειωμένα επίπεδα ικανότητας κρίσης και συνιστά το γνωσιακό κομμάτι της επιθετικής συμπεριφοράς.

Οι ίδιοι ερευνητές μελετώντας σε υγιή άτομα τους παράγοντες αυτούς σε σχέση με την προσωπικότητα βρήκαν ότι όλες αυτές οι συνιστώσες της επιθετικότητας σχετίζονταν με την παρορμητικότητα. Επιπλέον, βρήκαν οτι το σωματικό και λεκτικό κομμάτι σχετίζονταν με την εξωστρεφή συμπεριφορά, ενώ η εχθρικότητα σχετίζονταν με τη συναισθηματικότητα.

Η ύπαρξη αντικοινωνικών-ψυχοπαθητικών στοιχείων στην προσωπικότητα του ατόμου φαίνεται να μειώνει τα αποτελέσματα των εφαρμοζόμενων θεραπειών. Συγκεκριμένα, η εφαρμογή γνωσιακής-συμπεριφορικής θεραπείας σε κρατούμενους με αντικοινωνικά στοιχεία προσωπικότητας έδειξε θεραπευτική ανταπόκριση σε ελάχιστους μόνο από αυτούς (Timmerman & Emmelkamp, 2005).

Μετά από παρόμοια θεραπευτικά προγράμματα στη Β Αμερική (Quinsey & Lalumiere, 1995) φάνηκε επίσης ότι οι κρατούμενοι με αντικοινωνικά-ψυχοπαθητικά στοιχεία προσωπικότητας παρουσιάζουν διπλάσια υποτροπή σε γενική παραπτωματικότητα και τριπλάσια υποτροπή σε βίαιη παραπτωματικότητα, σε σχέση με τα τους κρατούμενους που δεν έχουν τέτοια στοιχεία προσωπικότητας. 

Μελέτες οικογενειών, διδύμων και υιοθεσίας έχουν υποδείξει την σπουδαιότητα της κληρονομικότητας σε ποικίλες μορφές χαρακτηριστικών της προσωπικότητας και ψυχικών διαταραχών (Plomin et al, 1994). Η παρορμητική-επιθετική συμπεριφορά αποτελεί σημαντικό πεδίο στη θεραπεία ασθενών με διαταραχές προσωπικότητας, επειδή ευθύνεται για ένα σημαντικό μέρος της νοσηρότητας, όπως μπορεί να φανεί από την αυτοκαταστροφική, βίαιη, επιθετική, η και αυτοκτονική συμπεριφορά των ατόμων αυτών.

Ιδιαιτέρα σε ασθενείς με οριακή, ψυχοπαθητική, και ιστριονικη διαταραχή προσωπικότητας, έχει παρατηρηθεί υψηλός αριθμός επεισοδίων αυτοτραυματισμού και δυσκολίας ελέγχου της επιθετικότητας. Άτομα με τέτοιες συμπεριφορές οδηγούνται συχνά σε δυσκολία διατήρησης σταθεράς εργασίας, συμπλοκές, και διαταραγμένες οικογενειακές σχέσεις.

Τα γονίδια των νευρομεταβιβαστών είναι μεταξύ των υποψηφίων γονίδιων στη μελέτη και διερεύνηση των διαταραχών συμπεριφοράς. Με τα δεδομένα αυτά, το σεροτονεργικό και ντοπαμινεργικό σύστημα έχει προσελκύσει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον, αφού, ένας μεγάλος αριθμός ενδείξεων εμπλέκει τα συστήματα αυτά στους μηχανισμούς παρορμητικότητας και επιβράβευσης.

Τα υποψήφια προς μελέτη γονίδια που επηρεάζουν αυτές τις συμπεριφορές προέρχονται από την παρατήρηση, ότι, η μειωμένη σεροτονεργική δραστηριότητα σχετίζεται με την παρορμητική επιθετικότητα. Μειωμένη σεροτονεργικη δραστηριότητα έχεις επίσης σχετιστεί με ευερεθιστότητα ή παρορμητική επιθετικότητα σε άτομα, όχι μόνο με διαταραχή προσωπικότητας, αλλά και με κατάθλιψη ή αλκοολισμό.

Η χρήση ψυχοδραστικών ουσιών

Ένα από τα πιο ισχυρά ευρήματα στη βιβλιογραφία είναι ότι η χρήση ουσιών αυξάνει σημαντικά την πιθανότητα για επιθετική συμπεριφορά. Μεγάλη επιδημιολογική έρευνα έδειξε ότι το 25% αυτών που πληρούσαν τα κριτήρια για την εξάρτηση ή κατάχρηση από αλκοόλ ήταν βίαιοι κατά το προηγούμενο έτος, ενώ το 35% εκείνων που πληρούσαν τα κριτήρια εξάρτησης ή χρήσης απαγορευμένων ουσιών.

Η ίδια έρευνα έδειξε ότι ο συνδυασμός χρήσης ουσιών και ψυχικής διαταραχής προκαλεί περισσότερη βία από κάθε άλλον παράγοντα μόνο του, καθώς επίσης ότι η οποιαδήποτε ψυχική διαταραχή προκαλεί λιγότερη βία μόνη της σε σύγκριση με τη χρήση ουσιών. Σχετικά με τον κίνδυνο επιθετικότητας σε ασθενείς με σχιζοφρένια, βρέθηκε ότι η σχιζοφρένια από μόνη της αυξάνει 10 φορές τον κίνδυνο για ανθρωποκτονία, ενώ η συννοσηρότητα με  χρήση ψυχοδραστικών ουσιών αυξάνει τον κίνδυνο 17 φορές. (Swanson et, 2004)

Οι συμπεριφορές εξάρτησης συνεπάγονται ένα υπέρμετρο κόστος στην κοινωνία. Είναι πλέον σαφές, από μελέτες οικογενειών, διδύμων, και υιοθεσίας ότι οι γενετικοί παράγοντες είναι σημαντικοί στην ανάπτυξη συμπεριφορών εξάρτησης από ουσίες (Tsuang et al, 1996). Οι περιβαλλοντικοί παράγοντες είναι επίσης σημαντικοί, και είναι πιθανότατα υπεύθυνοι στην ποικιλομορφία του μεγέθους κατάχρησης, σε σχέση με τις γεωγραφικές περιοχές και τα δημογραφικά χαρακτηριστικά (Kozel et al, 1996).

Το πλέον προσφιλές μοντέλο κληρονομικότητας περιλαμβάνει την αλληλεπίδραση γονιδίων-κληρονομικότητας, κατά την οποία, η επίδραση κοινωνικοπολιτιστικων παραγόντων οδηγεί στην ανάπτυξη της νόσου σε γενετικά προδιατεθειμένα άτομα. Ντοπαμινεργικοι νευρώνες, κυρίως από το μεσολιμπικό σύστημα και τις οδούς επιβράβευσης, έχουν ενοχοποιηθεί συχνά στην αιτιολογία του αλκοολισμού, της κατάχρησης ουσιών, και άλλων συμπεριφορών εξάρτησης (Koob et al, 1992).

Διάφορες γενετικές μελέτες επίσης έχουν ενοχοποιήσει τα γονίδια των D2 και D4 υποδοχέων σε ένα ευρύ φάσμα εξαρτητικων, παρορμητικών, και καταναγκαστικών διαταραχών, περιλαμβανομένων της κατάχρησης ουσιών, παθολογικής χαρτοπαιξίας, καπνίσματος, συνδρόμου Tourette, και διαταραχών διαγωγής (Blum et al, 1995).

Προγνωστικοί παράγοντες κινδύνου για επιθετικότητα

Η έρευνα δείχνει ότι τα πραγματολογικά (actuarial) εργαλεία είναι χρήσιμα στην αποτίμηση κινδύνου για τα κατά συρροή εγκλήματα, ιδιαίτερα για τα σεξουαλικά (Hanson 2006). Αυτά τα εργαλεία χρησιμεύουν ως οδηγοί για την αποτίμηση κινδύνου στους δράστες σεξουαλικών εγκλημάτων γιατί αυτά τα εργαλεία ωθούν τον ειδικό να λάβει υπόψη παράγοντες κλειδιά που σχετίζονται με τις σεξουαλικές επιθέσεις.

Τα εργαλεία αυτά χρησιμεύουν στη γενική αποτίμηση κινδύνου, η οποία ταυτόχρονα μπορεί να εμπλουτίζεται  με την αποκάλυψη παραγόντων που είναι ιδιαίτεροι στο κάθε άτομο. Η τελική αποτίμηση κινδύνου επομένως είναι μια συνολική αποτίμηση με βάση τα πραγματολογικά εργαλεία  και τις ιδιαίτερες πληροφορίες που συλλέγονται από τη συνέντευξη.

Βιβλιογραφικά προτείνεται όπως οι κλινικοί να χρησιμοποιούν παρόμοια προσέγγιση όταν αντιμετωπίζουν ασθενείς με ψυχικές νόσους. Με τον τρόπο αυτό η εκτίμηση κινδύνου για επιθετικότητα γίνεται περισσότερο αντικειμενική και δεν βασίζεται στο ένστικτο του κλινικού. Έτσι η τελική γνωμάτευση  θα παρουσιάζεται ως αποτίμηση και όχι ως πρόβλεψη κινδύνου επιθετικότητας ενός ασθενή. Συνοψίζοντας, ο Πίνακας 2 αναφέρει τους γενικούς παράγοντες που θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την εκτίμηση κινδύνου για επιθετική συμπεριφορά και ο Πίνακας 3 τους παράγοντες για άτομα που πάσχουν από σχιζοφρένεια.

Πίνακας 2. Γενικοί Παράγοντες που σχετίζονται με αυξημένη πιθανότητα για επιθετική συμπεριφορά

Φύλο:

Άνδρας, αλλά αν η εκτίμηση αφορά ψυχιατρικό ασθενή να ληφθεί υπόψη ότι άνδρες και γυναίκες μάλλον δεν διαφέρουν στην επικινδυνότητα

Ηλικία:

Ύστερη εφηβεία έως 20

Χρήση Ουσιών:

Τρέχουσα κατάχρηση ή εξάρτηση

Όπλα:

Κατοχή όπλου

Στρατός:

Εμπειρία σε στρατό, αστυνομία ή παραστρατιωτική οργάνωση

Προσωπικότητα:

Διαταραχή προσωπικότητας, Cluster B, κατά DSM-IV-TR, κυρίως αντικοινωνική και οριακή διαταραχή προσωπικότητας

Μόρφωση:

Δευτεροβάθμια ή χαμηλότερη

Δυναμικά Οικογένειας:

Αποξένωση από την οικογενειακή υποστήριξη

Οικία:

Άστεγος ή διαμένει μόνος

Οικογενειακή Κατάσταση:

Άγαμος

Νόμος:

Ποινικό μητρώο, ιδιαίτερα για βίαιες πράξεις

Νοημοσύνη:

Κάτω του Μ.Ο

Σωματική Κατάσταση:

Ιστορικό κρανιακών τραυματισμών ή τρέχουσες γνωστικές εκπτώσεις

Παιδική Ηλικία:

Διαταραχή διαγωγής, διαταραχή ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας

Κακοποίηση:

Ιστορικό σωματικής ή σεξουαλικής κακοποίησης

Οικογενειακό Ιστορικό:

Έλλειψη σταθερότητας,  πτωχά γονεϊκά

Σκέψεις:

Καταγεγραμμένο ιστορικό σκέψεων για επιθετική συμπεριφορά

Πίνακας 3. Παράγοντες που σχετίζονται με αυξημένη πιθανότητα για επιθετική συμπεριφορά σε άτομα που πάσχουν από σχιζοφρένεια.

Διαγνωστικός υπότυπος:

Παρανοειδής Σχιζοφρένια

Κατάσταση ασθένειας:

Οξεία ψυχωτική

Παραληρήματα:

Διωκτικού τύπου, ιδέες ελέγχου και επίδρασης, σύνδρομο παραγνώρισης

Παραληρητική ενίσχυση:

Διωκτικά παραληρήματα συνδεόμενα με παραληρήματα μεγαλείου ή ζήλιας

Στόχος  παραληρήματος:

Παραληρήματα που στοχοποιούν ένα συγκεκριμένο και εύκολα προσβάσιμο πρόσωπο

Βεβαιότητα παραληρήματος

Ενισχυτικά-κινδύνου παραληρήματα που γίνονται αποδεκτά χωρίς αμφισβήτηση

Πρωτογενές σύμπτωμα:

Ψυχωτική διαταραχή με ενισχυτικά παραληρήματα

Ιστορικό αντίδρασης στο παραλήρημα:

Ύπαρξη ιστορικού ενεργειών που βασίζονται στα παραληρήματα

Συναισθηματική συμμετοχή στα  παραληρήματα:

Παραληρήματα που προκαλούν φόβο, θλίψη ή ανησυχία

Ιστορικό ασθένειας:

Επαναλαμβανόμενες νοσηλείες από μικρή ηλικία

Εναισθησία (insight):

Έλλειψη εναισθησίας και μη συμμόρφωση προς την αγωγή

Είδος ψευδαίσθησης:

Επιτακτικές ακουστικές ψευδαισθήσεις για να βλάψει άλλους ή τον εαυτό του

Είδος ακουστικής ψευδαίσθησης:

 

Οικεία φωνή

Αντίδραση στις  ψευδαισθήσεις:

 

Ιστορικό ενεργειών με βάση τις ψευδαισθήσεις

Βεβαιότητα στις ψευδαισθήσεις

Οι ψευδαισθήσεις γίνονται δεκτές σταθερά ως αληθινές και το περιεχόμενο γίνεται γενικά πιστευτό

Διαβίωση

Διαμονή με την οικογένεια, ιδιαίτερα με τη μητέρα, και οικονομική εξάρτηση από οικείους

Επίλογος

Η επιθετική και βίαιη συμπεριφορά φαίνεται να συνδέεται ισχυρά με την παράμετρο της ψυχοπαθητικότητας, αλλά και να επιβαρύνεται από τις κοινωνικές επιδράσεις και τις εκάστοτε ατομικές προσλαμβάνουσες. Η επιθετικότητα και η βία είναι συμπεριφορές, οι οποίες σκιαγραφούν σε κάθε περίπτωση ένα εγκληματικό ή ένα εν δυνάμει εγκληματικό προφίλ, το οποίο όμως για να εκδηλωθεί απαιτείται πολυπαραγοντική επίδραση.

Στο μικρό ποσοστό νοσηρότητας του πληθυσμού από την ψυχοπαθητική διαταραχή προσωπικότητας (περίπου 4%), αποδίδεται ένα ασυνήθιστα μεγάλο ποσοστό της εγκληματικότητας (περίπου 80%). Επιβαρυντικός παράγοντας στα άτομα με διαταραχές προσωπικότητας αυτού του τύπου είναι η εξάρτηση από ουσίες, η οποία αποτελεί μέρος της αντικοινωνικής-ψυχοπαθητικής προσωπικότητας τους. Όπως χαρακτηριστικά αναλύθηκε, η συννοσηρότητα είναι ένα χαρακτηριστικό που φέρουν τα άτομα αυτά από την νεαρή τους κιόλας ηλικία. Να σημειωθεί ότι η χρήση ουσιών, ακόμη και σε ένα «προηγούμενα υγιές» άτομο, προκαλεί επιπλέον συμπεριφορές που βρίσκονται στο πεδίο της παραβατικότητας.

Τα δεδομένα δείχνουν ότι ένα κοινό βιολογικό υπόστρωμα (όπως για παράδειγμα το ντοπαμινεργικό σύστημα) των ατόμων με αντικοινωνική - ψυχοπαθητική συμπεριφορά έρχεται να ενδυναμώσει το ρόλο και την επίδραση της διαταραχής στη λειτουργία της γνώσης και της συμπεριφοράς και τελικά της δράσης ή της αντίδρασης του ατόμου απέναντι στα ερεθίσματα του περιβάλλοντος.

Παρόμοια, η διαταραχή στο σεροτονεργικό σύστημα φαίνεται να συνεισφέρει ισχυρά στην ανάπτυξη της παρορμητικής επιθετικότητας, υποδεικνύοντας τη δυνατότητα γενετικής μεταβίβασης. Η ύπαρξη αυτή των βιολογικών ή νευροχημικών δεδομένων παραπέμπει σε ένα ντετερμινισμό της ανθρώπινης φύσης, ο οποίος όμως εάν εκληφθεί μονοσήμαντα, ενδέχεται να οδηγήσει σε στείρα και επικίνδυνα αποτελέσματα.

Το βιολογικό υπόβαθρο των ψυχικών νόσων και των συμπεριφορών που χαρακτηρίζουν το έγκλημα δεν λειτουργούν ανεξάρτητα από το κοινωνικό περιβάλλον μέσα στο οποίο εκδηλώνονται και αναπτύσσονται. Το έγκλημα είναι μάλλον ένα κοινωνικό παράγωγο με γενετικά καθορισμένους κώδικες συμπεριφοράς, οι οποίοι επεξηγούν την ιστορικά τεκμηριωμένη ροπή του ανθρώπου προς την παραβατικότητα.

Η παραβατικότητα λοιπόν έρχεται ως επακόλουθο της απουσίας εσωτερικού ελέγχου και της παρορμητικής λειτουργίας του ατόμου που στερείται αυτών των ρυθμιστικών παραγόντων συμπεριφοράς, πιθανόν λόγω βιολογικών και νευροχημικών παραγόντων. Τα ευρήματα αυτά θα μπορούσαν να ανοίξουν το δρόμο σε μια περισσότερο ενεργή και  πολυεπιστημονική διερεύνηση και αντιμετώπιση της παραβατικότητας, καθώς και σε μια περισσότερο θεραπευτική προσέγγιση, σε εφαρμογή των ήδη αναπτυσσόμενων εναλλακτικών ποινών απονομής της δικαιοσύνης.

Πηγή: http://obrela.gr/


Βιβλιογραφία

  • Barratt ES, Stanford MS, Kent TA, Felthous A. Neuropsychological substrates of impulsive aggression. Biol Psychiatry, 1997; 41: 1045-1061.
  • Blum K, Wood R C, Sheridan P J, Chen T, Comings D E, (1995). Dopamine D2 receptor gene variants: association and linkage studies in impulsive, addictive and compulsive disorders. Pharmacogenetics 5: 121-141.
  • Buss AH, Perry M. The Aggression Questionnaire. J of Personality and Social Psychology, 1992, 63: 452-459.
  • Cloninger C R, et al, (1998). Anxiety proneness linked to epistatic loci in genome scan of human personality traits. Am J Med Gen (Neuropsych Genetics) 81: 313-317
  • Coccaro E F, Bergman C S, McLean G E, (1993). Heritability of irritable impulsiveness: a study of twins reared together and apart. Psych Res 48:229-242.
  • Coccaro EF,Kavoussi RJ.Fluoxetine and impulsive-aggressive behaviour in personality disordered subjects.Arch.Gen. Psychiatry 1997,54,1081-1088.
  • Eysenck HJ, Gudjonsson GH. The causes and cures of criminality. Plenum Press, 1989.
  • Craig LA , Giotakos O. Sexual Offending in Psychotic Patients. In Boer DP, Eher R, Craig LA, Miner MH, Pfafflin F.: International perspectives on the Assessment and Τreatment of Sexual Offenders: Theory, Practice and Research. Wiley-Blackwell, UK, 2011. p 463-479
  • Hanson RK , Does Static-99 predict recidivism among older sexual offenders? , Sex Abuse. 2006 Oct;18(4):343-55.
  • Koob G F, (1992) Drug of abuse: anatomy, pharmacology and function of reward pathways. Trends Pharmacol Sci 13:177-184.
  • Kozel N J, Adams E H. (1996) Epidemiology of drug abuse: an overview. Science 234: 90-93
  • Oldham M,Skodol AE,Bender DS,editors. Textbook of personality Disorders.The American Psychiatric Publishing ,Washington DC 2005
  • Plomin R, Owen M J, McGaffin P, (1994). The genetic basis of complex human behaviors. Science 264: 1733-1739.
  • Quinsey VL, Lalumiere ML. Psychopathy in a nonarbitary class. Behav Brain Sci, 1995, 18: 571
  • Stone JH, Roberts M, O Grady J,Taylor AV,O Shea K(eds). Faulks Basic Forensic Psychiatry 3rd Edition , Blackwell Publishing 2000
  • Swanson JW, Swartz MS, Elbogen EB. Effectiveness of atypical antipsychotic medicine in reducing violent behavior among persons with schizophrenia in community-based treatment. Schizophrenia Bulletin, 2004, 30, 1, 3-18
  • Terry K, Giotakos O, Tsiliakou M, Ackerman A. “Sexual Offenders” In «Violent Crime: Clinical and Social Implications” Ed Cristopher Ferguson, 2008, Texas A&M International University, Sage
  • Timmerman IG, Emmelkamp PM. The effects of cognitive-behavioral treatment for forensic inpatients. Int J Offender Ther Comp Criminol, 2005, 49: 590-606.
  • Tsuang M, Lyons M J, Eisen S A, et al (1996). Genetic influences on DSM IIIR drug abuse and dependence: a study of 3372 twin pirs. Am J Med Genet 67: 473-477.
  • Vos B., Coates B. R., Brown A. K., Umbreit S. M. (2003), Facing Violence: The Path of Restorative Justice and Dialogue, Criminal Justice Press, N.Y.
  • Zehr H., Tolus B. (2004), Critical Issues in Restorative Justice, Criminal Justice Press, N.Y.
  • Γιωτάκος Ο, Βαϊδάκης Ν, Μαρκιανός Μ, Χριστοδούλου ΓΝ . Χαρακτηριστικά προσωπικότητας ατόμων με σεξουαλική παραπτωματικότητα. Ψυχιατρική, 2003, 14: 181-190
  • Γιωτάκος Ο. «Σεξουαλική Βία». Στο «Ψυχιατροδικαστική», Επιμ. Δουζένης Α, Λύκουρας Λ, Εκδόσεις Πασχαλίδης, 2008, σελ 98-111
  • Γιωτάκος Ο. Το ψυχοβιολογικό προφίλ των σεξουαλικών δραστών: αποτελέσματα ερευνών σε κρατούμενους για σεξουαλικά αδικήματα. Στο: Γιωτάκος Ο. Τσιλιάκου Μ, (Επιμ). «Ο Κύκλος της Κακοποίησης». Εκδόσεις «Αρχιπέλαγος», 2008
  • Τσιλιάκου Μ, Γιωτάκος Ο, Μαγγανάς Α. Βιολογικά δεδομένα της βίαιης συμπεριφοράς-Σύγχρονοι προβληματισμοί στους τομείς Ψυχιατρικής κ Εγκληματολογίας. Ποινική Δικαιοσύνη και Εγκληματολογία, 1: 19-25, 2009.
  • Γιωτάκος Ο. Πρόλογος στο «Εναλλακτική Δικαιοσύνη και Δράστες Σεξουαλικών Εγκλημάτων» της Τσιλιάκου Μ, Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, 2011
  • Γιωτάκος Ο. «H Κακοποίηση στην Εφηβική Ηλικία». Στο «Εφηβεία: Η ηλικία των μεταβολών κ των δυνατοτήτων» Επιμ. Τσίτσικα Α, Εκδόσεις Πασχαλίδη , 2011, σελ 289-299.
  • Γιωτάκος Ο, Τσιλιάκου Μ, Τσίτσικα Α. «Κακοποίηση Παιδιού κ Εφήβου: ανίχνευση, αντιμετώπιση, πρόληψη, Εκδόσεις Πεδίο, 2011
  • Γιωτάκος Ο., Επιθετική συμπεριφορά: σύγχρονα θεωρητικά και βιολογικά δεδομένα, Ψυχιατρική , 2013 , 24(2):117-131
Κάντε like στην σελίδα μας στο Facebook 
Ακολουθήστε μας στο Twitter 

Εγγραφείτε για να λαμβάνετε το newsletter μας!

Βρείτε μας στα...