Γιώργος Κουντουράς

Ψυχοπάθεια και Επιτυχία: Συνδέονται μεταξύ τους;

Ψυχοπάθεια και Επιτυχία: Συνδέονται μεταξύ τους;

Γιώργος Κουντουράς
φωτογραφία του Michael Douglas

Kάποιοι άνθρωποι βάζουν τους εαυτούς τους πάνω από τους άλλους με σκοπό την επίτευξη ακαδημαϊκών ή επαγγελματικών στόχων. Αυτή η συμπεριφορά που διέπει και τις διαπροσωπικές τους σχέσεις βασίζεται σε κάποια γνωρίσματα προσωπικότητας όπως είναι ο εγωκεντρισμός, η χειραγώγηση των άλλων, η τάση προς το παθολογικό ψεύδος και η επιφανειακή γοητεία.


Στην προσπάθεια αφαίρεσης του κοινωνικού στίγματος που φέρει (ακόμα) μία ψυχιατρική διάγνωση, πολλοί ψυχιατρικοί όροι αναθεωρήθηκαν, ενώ κάποιοι άλλοι δεν χρησιμοποιούνται πλέον. Ένας από τους πιο διαδεδομένους όρους που συνεχίζει να χρησιμοποιείται κυρίως στον κλάδο της εγκληματολογικής ψυχιατρικής για να περιγράψει την προσωπικότητα κάποιων ατόμων που έχουν διαπράξει αδικήματα συγκεκριμένης φύσεως, είναι αυτός της «ψυχοπάθειας».

Σύμφωνα λοιπόν με την παραδοσιακή ψυχιατρική ορολογία, τα άτομα που διαγιγνώσκονταν ως «ψυχοπαθή» (ή ως «κοινωνιοπαθή») χαρακτηρίζονταν από παρορμητικότητα, επιθετική-βίαιη συμπεριφορά, έλλειψη φόβου, συναισθηματική απάθεια, και εμφανή απουσία τύψεων ή ενοχών μετά την διάπραξη ενός εγκλήματος.

Πλέον, στις τελευταίες εκδόσεις των δύο πιο γνωστών διαγνωστικών εργαλείων ταξινόμησης των διαταραχών, του DSM-5 και ICD-10 αντίστοιχα, οι δύο παραπάνω όροι αντικαταστάθηκαν με την αντικοινωνική (ή δυσκοινωνική κατά ICD-10) διαταραχή προσωπικότητας (ΑΔΠ) η διάγνωση της οποίας παρατηρείται αρκετά συχνά σε πληθυσμούς σωφρονιστικών ιδρυμάτων.

Πέρα από το νομικό πλαίσιο και παρά τις αλλαγές στην ονοματοδοσία, η ψυχοπάθεια συνεχίζει να εμφανίζεται ως όρος στα ΜΜΕ, σε λογοτεχνικά βιβλία ή στο κινηματογράφο με σκοπό να περιγράψει κάποιους ανθρώπους που δεν χαρακτηρίζονται μόνο από εγκληματική συμπεριφορά, αλλά και από μία ιδιόμορφη-δυσλειτουργική προσωπικότητα. Είναι όμως η ψυχοπάθεια μια νοσολογική οντότητα που περιγράφει μόνο τους ψυχικά ασθενείς εγκληματίες; Και μπορεί η προσωπικότητα κάποιων «ψυχοπαθών» να διακρίνεται από διαφορετικά επίπεδα λειτουργικότητας;

Έρευνες (π.χ. Hare & Νeumann, 2006; Guay et al., 2007) έχουν δείξει ότι το ποσοστό της ψυχοπάθειας στον γενικό πληθυσμό ανέρχεται στο 1.5% για τους άνδρες και στο 0.5% για τις γυναίκες. Για ποια μορφή ψυχοπάθειας μιλάμε όμως; Η προσπάθεια ανίχνευσης της ψυχοπάθειας στον γενικό πληθυσμό ξεκινά από την υπόθεση ότι η προσωπικότητα είναι μια πολυδιάστατη έννοια που δεν μπορεί να κατηγοριοποιηθεί μεταξύ δύο πόλων (φυσιολογική ή παθολογική). Υπάρχουν δηλαδή κάποια γνωρίσματα προσωπικότητας όπως είναι η επιφανειακή γοητεία, η χειριστική-εξαπατητική διάθεση, η απουσία φόβου, η συναισθηματική ψυχρότητα, και η αίσθηση ανωτερότητας που ενώ συνδέονται έμμεσα με συγκεκριμένες ψυχιατρικές διαταραχές δεν χαρακτηρίζονται ως παθολογικά με την κλινική σημασία του όρου. Συνεπώς, το άτομο που διακρίνεται μόνο από αυτά τα γνωρίσματα δεν πληροί τα κριτήρια της ΑΔΠ και ως εκ τούτου δεν μπορεί να λάβει την αντίστοιχη διάγνωση.

Πως όμως διαμορφώνεται η «ψυχοπαθητική προσωπικότητα»; Έρευνες (Weiler και Widom, 1996) έχουν δείξει ότι άτομα με ιστορικό κακοποίησης στην παιδική ηλικία έχουν περισσότερες πιθανότητες να αναγνωριστούν με ψυχοπαθητικά γνωρίσματα προσωπικότητας σε σχέση με τα άτομα χωρίς ιστορικό. Μία ενδιαφέρουσα έρευνα από τον Farrington το 2005 όμως έδειξε ότι ορισμένα άτομα χωρίς ιστορικό παιδικής κακοποίησης ή ενδοοικογενειακής βίας εκδηλώνουν αρκετά συχνά ψυχοπαθητική συμπεριφορά. Συσχετίζοντας αυτό το εύρημα με το κοινωνικο-δημογραφικό προφίλ των συμμετεχόντων, βρήκε ότι τα άγαμα και επαγγελματικά επιτυχημένα (με βάση το εισόδημα) άτομα ηλικίας 30-45 ετών με υψηλό μορφωτικό επίπεδο είναι αρκετά πιο πιθανό να αναγνωριστούν με ψυχοπαθητικά γνωρίσματα προσωπικότητας σε σχέση με άτομα διαφορετικού προφίλ.

Ο Farrington συμπέρανε ότι κάποιοι άνθρωποι βάζουν τους εαυτούς τους πάνω από τους άλλους με σκοπό την επίτευξη ακαδημαϊκών ή επαγγελματικών στόχων. Αυτή η συμπεριφορά που διέπει και τις διαπροσωπικές τους σχέσεις βασίζεται σε κάποια γνωρίσματα προσωπικότητας όπως είναι ο εγωκεντρισμός, η χειραγώγηση των άλλων, η τάση προς το παθολογικό ψεύδος και η επιφανειακή γοητεία.

Ενώ τα «θετικά» γνωρίσματα της προσωπικότητας και το μοντέλο των 5 παραγόντων (Five-Factor Model; Costa & McCrae, 1992) έχουν μελετηθεί αρκετά σε σχέση με την επαγγελματική επιτυχία, η διερεύνηση της ψυχοπαθητικής προσωπικότητας στον χώρο εργασίας ξεκίνησε να ενδιαφέρει τους ερευνητές την τελευταία δεκαετία. Οι Babiak και Hare (2006) – δύο διάσημοι οργανωσιακοί ψυχολόγοι – βρήκαν ότι το 3.5% των διευθυντικών στελεχών που εργάζονταν σε μεγάλες εταιρίες διακρίνονταν από γνωρίσματα ψυχοπαθητικής προσωπικότητας. Ορισμένα άτομα λοιπόν παρουσιάζουν μια υποκλινική εικόνα ψυχοπαθητικής προσωπικότητας η οποία φαίνεται ότι συμβάλλει στην γρήγορη επαγγελματική τους ανέλιξη και πολλές φορές μπορεί να οδηγήσει ακόμα και στην κατάληψη ηγετικών θέσεων μέσα σε μία εταιρία.

Ο όρος «υποκλινική» σημαίνει ότι δεν είναι τόσο σοβαρή ώστε να προκαλεί έκπτωση στην γνωστική, κοινωνική και επαγγελματική λειτουργικότητα αυτών των ατόμων. Αν σκεφτούμε ακόμα ότι ο τρόπος λειτουργίας των περισσότερων επιχειρήσεων βασίζεται στον αθέμιτο ανταγωνισμό, σε ανορθόδοξες τακτικές εξάλειψής του (π.χ. επιθετικές εξαγορές) και στην λογική της διαρκούς οικονομικής επέκτασης, καταλαβαίνουμε ότι οι ανάγκες για (κατά) χρήση εξουσίας και έλεγχο πάνω σε άλλους ανθρώπους – δύο γνωρίσματα της ψυχοπαθητικής προσωπικότητας – ικανοποιούνται στον συγκεκριμένο χώρο εργασίας με... επιτυχία.

Το ερώτημα όμως αναφορικά με το αν ορισμένα άτομα επιλέγουν να εργαστούν στον κλάδο των επιχειρήσεων παρακινούμενα από την ψυχοπαθητική προσωπικότητά τους ή το αν αυτή η προσωπικότητα διαμορφώνεται σταδιακά μέσα σε έναν τέτοιο χώρο εργασίας ως απάντηση του τρόπου λειτουργίας του, παραμένει ανοικτό.

Για ποιο λόγο όμως πετυχαίνουν οι ψυχοπαθητικές προσωπικότητες σε τέτοια εργασιακά περιβάλλοντα; Οι γρήγοροι ρυθμοί, ο ανταγωνισμός και η απαιτητικότητα μιας θέσης σε μια πολυεθνική εταιρία μπορούν να συναρπάσουν μια ψυχοπαθητική προσωπικότητα χωρίς να προκαλέσουν το αναμενόμενο άγχος (Babiak, Neumann & Hare, 2010). Αυτές οι προσωπικότητες, έχοντας την δυνατότητα να χρησιμοποιούν την γοητεία και την χειραγώγηση με σκοπό να καλύπτουν τις ανορθόδοξες τακτικές διαχείρισης των εργασιακών τους υποχρεώσεων και να εκμεταλλεύονται την σχέση τους με άτομα που κατέχουν ηγετικές θέσεις, καταφέρνουν να ανελιχθούν μέσα σε μία εταιρία φτάνοντας ακόμα και στα υψηλότερα μισθολογικά κλιμάκιά της.

Όταν καταφέρουν να καταλάβουν τις επιθυμητές διευθυντικές θέσεις, η τάση τους να μην συμμορφώνονται με το ισχύον πλαίσιο των κανόνων και ο αυστηρός έλεγχος που επιβάλλουν στην ροή των πληροφοριών και των συστημάτων ανταμοιβής των υφισταμένων τους, ενισχύουν την μακρόχρονη παραμονή τους στην ηγετική θέση γιατί φαίνεται ότι εξυπηρετούν τα συμφέροντα της εταιρείας. Μόνο η ψυχοπαθητική προσωπικότητα όμως χρειάζεται ένα τέτοιο εργασιακό περιβάλλον για να επιτύχει ή μήπως και κάποιες επιχειρήσεις συγκεκριμένου τύπου (π.χ. χρηματιστηριακές εταιρείες, τραπεζικά ιδρύματα κτλ.) χρειάζονται τις ψυχοπαθητικές προσωπικότητες για να αναπτυχθούν;

Σύμφωνα με μια υπόθεση, το πολιτισμικό πλαίσιο κατασκευάζει τα πρότυπα του ιδανικού και επιτυχημένου επαγγελματία. Οι δυτικές κοινωνίες φαίνεται ότι προωθούν μία νοοτροπία εγωκεντρισμού, ιδιωφέλειας και εκμετάλλευσης ανθρώπων με γνώμονα την «χρηστική τους αξία». Οι εταιρείες θεωρούν ότι λειτουργούν πιο αποτελεσματικά τοποθετώντας σε καίριες θέσεις ανθρώπους με αυτά τα γνωρίσματα προσωπικότητας. Συνεπώς, τα άτομα αυτά πετυχαίνουν βραχυπρόθεσμα τους στόχους της επιχείρησης και ως εκ τούτου κάποια σκοτεινά σημεία της προσωπικότητάς τους μπορεί να παραβλέπονται.

Επίσης, ο ρόλος της ταυτότητας του φύλου πρέπει να αναγνωριστεί όσον αφορά την διαμόρφωση της ψυχοπαθητικής προσωπικότητας. Η κοινωνική κατασκευή της αρρενωπότητας προωθεί γνωρίσματα όπως είναι η τόλμη, η φιλοδοξία, η δύναμη, η ανταγωνιστικότητα, η άρνηση των συναισθημάτων και η διεκδίκηση των επιθυμητών αγαθών ακόμα και εις βάρος των άλλων. Αυτά τα επιθυμητά και κοινωνικά αποδεκτά γνωρίσματα του «πραγματικού άνδρα» επέχουν σημαντικό ρόλο για την εξασφάλιση της επιτυχίας σε κάποια επαγγέλματα.

Συνεπώς, μπορεί να υποτεθεί ότι αυτό που θεωρείται ως ψυχοπαθητική προσωπικότητα στον χώρο εργασίας, είναι απλά ένας κοινωνικά αποδεκτός τρόπος εκδήλωσης ορισμένων συμπεριφορών που οδηγούν στην επιτυχία τον πραγματικό άνδρα ο οποίος είναι προϊόν κατασκευής της ατομοκεντρικά προσανατολισμένης δυτικής κοινωνίας.

Η ψυχοπάθεια είναι ένας όρος που χρησιμοποιείται ανεπίσημα πλέον για να περιγράψει τόσο τους εγκληματίες που διακρίνονται από παρορμητικότητα, επιθετική συμπεριφορά και έλλειψη ενσυναίσθησης όσο και ορισμένα άτομα που θεωρούνται επαγγελματικά επιτυχημένα σύμφωνα με τα πρότυπα επιτυχίας που ορίζει η δυτική κουλτούρα. Τι κοινό θα είχαν δύο επιτυχημένες ψυχοπαθητικές προσωπικότητες, ο Χάνιμπαλ Λέκτερ και ο Πάτρικ Μπέιτμαν σε επίπεδο βασικών αναγκών; Ίσως πέρα των άλλων, την ανυπέρβλητη ανάγκη τους να νιώθουν πάνω από άλλους ανθρώπους και να ασκούν έλεγχο στις ζωές τους.

Η μελέτη της ψυχοπαθητικής προσωπικότητας όμως δεν μπορεί να μείνει μόνο στο πλαίσιο κάποιων θεωριών ή της χολιγουντιανής απεικόνισής της με κάποιες δόσεις υπερβολής. Οι επιπτώσεις της στην παγκόσμια οικονομία πρέπει να διερευνηθούν, αν αναλογιστούμε ότι πολλά άτομα με αυτά τα γνωρίσματα προσωπικότητας διευθύνουν οργανισμούς που απασχολούν χιλιάδες εργαζομένους σε όλο τον κόσμο. Ένα τοξικό εργασιακό περιβάλλον το οποίο ελέγχεται και ποδηγετείται από άτομα που υιοθετούν ανήθικες πρακτικές με σκοπό να εξυπηρετήσουν προσωπικά οφέλη είναι κατάλληλος χώρος διερεύνησης της επιτυχημένης εκδοχής της ψυχοπάθειας.

Ίσως ένας από τους λόγους της οικονομικής κατάρρευσης κάποιων επιχειρηματικών κολοσσών την τελευταία δεκαετία να οφείλεται και στις μακρόχρονες συνέπειες της διαχείρισής τους από ψυχοπαθητικές προσωπικότητες. Οι αιτίες της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης φυσικά δεν πρέπει να αναζητηθούν μόνο στην κακοδιαχείριση ορισμένων επιχειρήσεων αλλά και στις εκάστοτε πολιτικές ηγεσίες των χωρών.

Μήπως κάποια από τα γνωρίσματα της προσωπικότητας πρέπει να μελετηθούν και σε άλλα πλαίσια (λ.χ. πολιτική); Πώς ορίζουμε την επιτυχία και τι θα θυσιάζαμε για μια θέση που προσφέρει πρεστίζ, χρήματα, εξουσία και έλεγχο πάνω στις ζωές άλλων ανθρώπων; Ίσως η απάντησή μας τελικά να μην καθορίζει τόσο την εγγενή προσωπικότητά μας, όσο τις αξίες της κοινωνίας που την διαμορφώνει.


Βιβλιογραφία

  • Babiak, P. & Hare, R. D. (2006). Snakes in suits: When psychopaths go to work. Applied Psychology 44, 171–188.
  • Babiak, P., Neumann, C. S., & Hare, R. D., (2010). Corporate Psychopathy : Talking the Walk. Journal of Organizational Psychology 193(4), 174–193. http://doi.org/10.1002/bsl
  • Guay, J., Ruscio, J., Knight, R., & Hare, R. D. (2007). Ovid: A Taxometric Analysis of the Latent Structure of Psychopathy: Evidence for Dimensionality. Journal of Abnormal Psychology, 116(4), 701–716. http://doi.org/10.1037/0021-843X.116.4.701
  • Hare, R. D. and Neumann, C. N. (2006). The PCL-R Assessment of psychopathy: development, structural properties, and new directions, in Patrick C. (Ed.), Handbook of Psychopathy, Guilford, New York, NY, 58-88.
  • Weiler, B. L., & Widom, C. S. (1996). Psychopathy and violent behaviour in abused and neglected young adults. Criminal Behavior and Mental Health, 6(3), 253–271. http://doi.org/10.1002/cbm.99
Κάντε like στην σελίδα μας στο Facebook 
Ακολουθήστε μας στο Twitter 

Σχετικά Άρθρα

Εγγραφείτε για να λαμβάνετε το newsletter μας!

Βρείτε μας στα...