PsychologyNow Team

Συνεχιζόμενη ενδυνάμωση και φροντίδα ανάδοχων γονέων με βάση το Συνθετικό Συστημικό Μοντέλο Καταξιωτικής Διερεύνησης - Α' Μέρος

Συνεχιζόμενη ενδυνάμωση και φροντίδα ανάδοχων γονέων με βάση το Συνθετικό Συστημικό Μοντέλο Καταξιωτικής Διερεύνησης - Α' Μέρος

PsychologyNow Team
Συνεχιζόμενη ενδυνάμωση και φροντίδα ανάδοχων γονέων με βάση το Συνθετικό Συστημικό Μοντέλο Καταξιωτικής Διερεύνησης - Α' Μέρος
Image credit: Pixabay / pexels.com

Το παρόν άρθρο παρουσιάζει μια πρότυπη πιλοτική δράση που εφαρμόστηκε με την επιστημονική ευθύνη του Τμήματος Εκπαίδευσης του ΟΚΑΝΑ και είχε ως κεντρικό ζητούμενο την συνεχιζόμενη φροντίδα ανάδοχων γονέων.


Ο βασικός λόγος που μας οδήγησε σε αυτή τη δράση αφορά στην αναγνώριση ότι η αναδοχή αποτελεί μια ιδιαίτερη και ξεχωριστή εμπειρία γονεϊκότητας καθώς από τη μία η «αναδοχή ανηλίκου» περιλαμβάνει την παροχή μιας πραγματικής φροντίδας και ανατροφής ενός παιδιού από τους ανάδοχους γονείς, χωρίς ωστόσο να μεταβάλλονται οι έννομες σχέσεις του με τους βιολογικούς του γονείς.

Με τον όρο «πραγματική φροντίδα» εννοούνται όλες εκείνες οι καθημερινές πράξεις που είναι αναγκαίες προκειμένου να ικανοποιούνται οι άμεσες, βασικές ανάγκες ανατροφής του παιδιού.

Βιβλιογραφικά ως βασικές ανάγκες ορίζονται η διατροφή του, η στέγασή του, η εκπαίδευσή του, η διασφάλιση της υγείας και της ιατρικής φροντίδας του (Γεώργαρου, 2016), αλλά από τη μεριά μας διευρύναμε τον όρο για να συμπεριλάβει την συναισθηματική και την ψυχική φροντίδα του παιδιού. Αυτή η διάσταση αποτελεί ούτως ή άλλως μια βασική παράμετρο της φροντίδας σε κάθε μορφή οικογένειας, πόσο μάλλον όταν το παιδί που μπαίνει σε διαδικασία αναδοχής είναι συχνά τραυματισμένο και έχει υποστεί εγκατάλειψη ή κακοποίηση.

Από την πλευρά των ανάδοχων γονέων, λοιπόν, η αναδοχή σημαίνει την ανάληψη της υποχρέωσης για τη φροντίδα των καθημερινών αναγκών διαβίωσης, υλικών, συναισθηματικών και ψυχικών, ενός παιδιού στην κατοικία τους, χωρίς να είναι φορείς της γονικής μέριμνας ή υποχρεωτικά της επιμέλειάς του.

Οι λόγοι για την επιδίωξη μιας συνθήκης αναδοχής για το παιδί, τεκμηριώνονται επαρκώς από την βιβλιογραφία και συνδέονται με την επιβάρυνση που προκαλείται από την παραμονή στα ιδρύματα. Roy, Rutter & Pickles (2000), (Βορριά, 2015). Συμπτώματα όπως η διάσπαση προσοχής, η υπερκινητικότητα, ο κοινωνικός στιγματισμός, συνδέονται με την ασυνεχή και απρόσωπη φροντίδα που παρέχουν τα ιδρύματα.

Η αναδοχή έχει ως στόχο να λειτουργήσει ως ένα εναλλακτικό μέτρο κοινωνικής προστασίας, σαφώς οικογενειοκεντρικό. Υπερέχει σαφώς έναντι της ιδρυματικής φροντίδας για τα παιδιά που έχουν βιώσει τραυματικές ή/και επικίνδυνες εμπειρίες στη φυσική τους οικογένεια και έχουν απομακρυνθεί από αυτή ή στερούνται οικογενειακού περιβάλλοντος, επειδή τους παρέχει τη δυνατότητα να αναπτυχθούν σωματικά και ψυχοκοινωνικά σε ένα ασφαλές οικογενειακό περιβάλλον και να αποκαταστήσουν τις πρώιμες τραυματικές εμπειρίες (Smyke, Zeanah, Fox, Nelson & Guthrie, 2010).

Ι. Απαραίτητη η συνεχής υποστήριξη των ανάδοχων γονέων

Η αναδοχή, ωστόσο, είναι μια ιδιαίτερη οικογενειακή συνθήκη που έχει ως στόχο να λειτουργήσει «θεραπευτικά/ επανορθωτικά» για τα παιδιά σε αναδοχή.

Όπως αναφέρθηκε τα παιδιά ενδέχεται να παρουσιάζουν εκτεταμένες αναπτυξιακές, ψυχολογικές και ψυχιατρικές ανάγκες, στις οποίες οι ανάδοχοι γονείς καλούνται να ανταποκριθούν (Rosenfeld et al., 1997). Για να κατανοήσουν και να ανταποκριθούν επαρκώς σε αυτές τις ιδιαίτερες αναπτυξιακές ανάγκες των παιδιών, οι ανάδοχοι γονείς χρειάζονται αρχική εκπαίδευση αλλά και συνεχή υποστήριξη στο έργο τους.

Αυτή η υποστήριξη εκτιμούμε πως αφορά όχι μόνο την ψυχο-εκπαίδευση των γονέων ή τις δεξιότητες στον γονεϊκό ρόλο, αλλά ιδιαίτερα για τους ανάδοχους γονείς συνίσταται σε μια συναισθηματική φροντίδα και στην δημιουργία ενός ασφαλούς πλαισίου στο οποίο να μπορούν να μοιραστούν τις δυσκολίες, τους φόβους, τις ματαιώσεις αλλά και τις επιθυμίες τους σε σχέση με την απόφασή τους να γίνουν ανάδοχοι γονείς.

Έτσι το να γίνει κανείς ανάδοχος γονέας ενός παιδιού με ψυχικά τραύματα χρειάζεται πολλή υπομονή, επιμονή, ψυχραιμία και την ικανότητα να οδηγήσει προοδευτικά - μέσα από ασφαλή μοντέλα πρόσδεσης και με αφετηρία ατομικές καθημερινές εμπειρίες φροντίδας - στην αλλαγή της ψυχονοητικής οργάνωσης του παιδιού, ώστε να μην επιβεβαιωθούν οι τραυματικές αναπαραστάσεις του και τεθεί σε κίνδυνο η ψυχοσυναισθηματική του ανάπτυξη (Κατσιώλης, Μαλλούχου, Μάνθου, 2018).


Διαβάτε σχετικά: Το τίμημα του γονικού άγχους


ΙΙ. Παρέμβαση σε ομάδα ανάδοχων γονέων για την ενδυνάμωση του γονεϊκού τους ρόλου

Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω αποφασίσαμε να προτείνουμε σε ένα κλειστό πλαίσιο παιδικής προστασίας να δημιουργήσουμε μια ομάδα ενδυνάμωσης ανάδοχων γονέων, την οποία υποστηρίξαμε από τον Δεκέμβριο 2018 ως τον Ιούνιο 2019.

Η πρότασή μας βασιζόταν σε μια προηγούμενη μακροχρόνια παρέμβαση που αφορούσε σε μια ομάδα θετών γονέων, στο Νομό Λακωνίας, καθώς παρά τις σημαντικές διαφορές που υπάρχουν ανάμεσα στην τεκνοθεσία και την αναδοχή, κρίναμε πως σε ορισμένα σημαντικά σημεία μπορούν να αναπτυχθούν παρόμοιοι τρόποι παρέμβασης.

Όσον αφορά στο μοντέλο παρέμβασης επιλέξαμε να εργαστούμε με την Καταξιωτική Συστημική Διερεύνηση, εκτιμώντας ότι οι ανάδοχοι γονείς χρειάζεται να συνδέσουν τις εμπειρίες τους με τα αποθέματα και τις ικανότητές τους, προκειμένου να οραματιστούν την οικογένεια που επιθυμούν και να προβούν σε δράσεις που θα διευκολύνουν τη μετάβασή τους προς την επιθυμητή κατάσταση. (Γκότσης 2017, 2019)

Οι γονείς προσκλήθηκαν αρχικά να αλλάξουν τη ματιά με την οποία έβλεπαν μέχρι τότε την οικογένειά τους. Η αρχική ματιά προς το «δύσκολο παιδί που δεν διορθώνεται» τους εγκλώβιζε σε αισθήματα ματαίωσης και απογοήτευσης, συχνά στα όρια της παραίτησης από το όλο εγχείρημα. Οι γονείς προσκλήθηκαν σε ένα διάλογο που τους διευκόλυνε να να μετακινήσουν τη ματιά τους από το παιδί προς τον εαυτό τους.

Σε αυτή τη μετακίνηση είχαν τη δυνατότητα να αναγνωρίσουν και να φροντίσουν όχι μόνο τις ευάλωτες πλευρές της ταυτότητάς τους ως ανάδοχοι γονείς αλλά επίσης και εκείνες τις πλευρές που συνδέονται με εσωτερικές δυνάμεις και αποθέματα ικανά να καλύψουν τις ιδιαίτερες ανάγκες των παιδιών.

ΙΙΙ. Παράγοντες κινδύνου που απειλούν την αναδοχή

Στον σχεδιασμό της δράσης ήταν σημαντικό να λάβουμε υπόψη το επιβαρυμένο κοινωνικό ιστορικό και τα πολλαπλά τραύματα. Τα παιδιά έχουν βιώσει, απελπισία και σύγχυση, καθώς έχουν υποστεί σοβαρή παραμέληση ή/και κακομεταχείριση από τη βιολογική οικογένεια. Σε αυτά προστίθεται η απομάκρυνση από το οικογενειακό περιβάλλον, η οποία - όσο και αν θεωρείται επιβεβλημένη – συχνά χαρακτηρίζεται από «βιαιότητα»1 και τροφοδοτεί το παιδί με συναισθήματα απώλειας και πένθους.

Στη συνέχεια, και ίσως μετά από μακροχρόνια παραμονή σε νοσοκομείο για διαγνωστικές εξετάσεις, ακολουθεί η εισαγωγή χωρίς προετοιμασία σε ίδρυμα, εξίσου βίαιη, (συνήθως με εισαγγελική παραγγελία) και στρεσογόνα. Οι ανάδοχοι γονείς, από τη δική τους πλευρά, συχνά φέρουν αρκετά συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, που δυσκολεύουν την αναδοχή. Τα παραπάνω δεδομένα συνθέτουν μια εικόνα αλληλεπιδρώντων παραγόντων επικινδυνότητας για την προσαρμογή των παιδιών στην ανάδοχη οικογένεια αλλά και για την υγιή τους εξέλιξη.

Ο παρακάτω πίνακας επιχειρεί να αποτυπώσει τους παράγοντες που βιβλιογραφικά – σε ό,τι αφορά τις θετές οικογένειες- (Vadilonga, 2017) αλλά και εμπειρικά, όπως φάνηκε από την παρέμβασή μας, θέτουν σε κίνδυνο την αναδοχή. Ο καθένας από τους παρακάτω παράγοντες κινδύνου φαίνεται ότι δεν αρκεί από μόνος του να επιδράσει αρνητικά στην αναδοχή. Σε συνδυασμό όμως με άλλους παράγοντες κινδύνου, η επικινδυνότητα μοιάζει να πολλαπλασιάζεται.

Παράγοντες κινδύνου για την αναδοχή

Παράγοντες κινδύνου που επιδρούν αρνητικά στην πορεία της αναδοχής.

Χαρακτηριστικά επαγγελματικής παρέμβασης

  • Έλλειψη εξειδικευμένης εκπαίδευσης επαγγελματιών
  • Γενική (και όχι λεπτομερειακή) αποτίμηση της καταλληλότητας των γονιών
  • Μη επαρκές ταίριασμα γονιών- παιδιού
  • Απόκλιση στο προφίλ του παιδιού από το προφίλ του επιθυμητού παιδιού
  • Ελλιπής προετοιμασία του παιδιού
  • Απουσία υποστήριξης μετά την αναδοχή

Χαρακτηριστικά ανάδοχης οικογένειας

  • Μονογονεϊκή οικογένεια (συνήθως μητέρα μόνη)
  • Υπάρχοντα τέκνα (βιολογικά ή υιοθετημένα/ ανάδοχα)
  • Σοβαρές διαφωνίες στο ζευγάρι σχετικά με την προοπτική της αναδοχής
  • Αυστηρός, ανελαστικός τρόπος ανατροφής
  • Υπερβολικές προσδοκίες γονέων
  • Δυσκολίες συναισθηματικής πρόσδεσης
  • Μειωμένη υποστήριξη από κοινωνικό δίκτυο

Χαρακτηριστικά παιδιών

  • Κακοποίηση/ παραμέληση
  • Μεγάλη ηλικία κατά την αναδοχή (μεγαλύτερη των έξι ετών)
  • Μεγάλη παραμονή στο ίδρυμα πριν από την αναδοχή (μεγαλύτερη του εξαμήνου)
  • Σοβαρά προβλήματα συμπεριφοράς
  • Δυσκολίες συναισθηματικής πρόσδεσης
  • Επαναλαμβανόμενο βίωμα επιστροφής στο ίδρυμα

ΙV. Η ενίσχυση των προστατευτικών παραγόντων ως βασικός στόχος

Στόχος της παρέμβασης, μεταξύ των άλλων που θα παρουσιασθούν στην επόμενη ενότητα, ήταν να ενισχυθούν οι παράγοντες που εξασφαλίζουν μια λειτουργική συνθήκη αναδοχής, η οποία εκπληρώνει τους στόχους που είχαν τεθεί στον αρχικό σχεδιασμό μας.

Οι γονείς προσκλήθηκαν να επαναπροσδιορίσουν κάποιες ποιότητες/ χαρακτηριστικά τους και, παράλληλα, να κοιτάξουν με διαφορετικό «φωτισμό» τις δυσκολίες των παιδιών. Αναζητήσαμε στις αφηγήσεις των γονιών για την καθημερινότητά τους με τα παιδιά παράγοντες που ενισχύουν την συναισθηματική και ψυχική ασφάλεια και φροντίδα των παιδιών αλλά και παράγοντες κινδύνου που απειλούν την ομαλή εξέλιξη της αναδοχής, τους οποίους προσπαθήσαμε να κατανοήσουν και να μειώσουν οι γονείς.

Σε αυτό το πλαίσιο σχεδιάστηκαν ειδικά εργαστήρια για να οριοθετήσουν οι γονείς τις ανεπιθύμητες συμπεριφορές των παιδιών (όπως κλοπές ή ψέματα) όχι με επιβολή αυθαίρετων τιμωριών, δηλαδή με αυστηρό ανελαστικό τιμωρητικό τρόπο, αλλά με τη χρήση φυσικών/λογικών συνεπειών. Οι συνέπειες αυτές ακολουθούν φυσικά και αβίαστα τις ανεπιθύμητες συμπεριφορές και συμβάλλουν στην καλή σχέση γονέων και παιδιού και στην ανάπτυξη του παιδιού σε γνωστικό, συναισθηματικό και ηθικό επίπεδο.


Διαβάτε σχετικά: Δεκτικοί και μη δεκτικοί γονείς: Πως σχετίζονται με την αποδοχή του ίδιου τους του εαυτού, του ρόλου τους ως γονείς και των παιδιών τους;


Σημαντικός παράγοντας για την αναδοχή είναι οι υπερβολικές προσδοκίες των γονιών από τα παιδιά, οι οποίες ενδέχεται να δημιουργήσουν ματαιώσεις και να θέσουν σε κίνδυνο μια σχέση που δεν θεωρείται δεδομένη αλλά χτίζεται σταδιακά. Για τον λόγο αυτόν, προσκαλέσαμε τους γονείς να επαναπροσδιορίσουν προς το ρεαλιστικότερο τις προσδοκίες που είχαν από τα παιδιά, καθώς τα γνώριζαν σταδιακά όλο και περισσότερο. Δόθηκε έμφαση στο να μετακινηθεί η ματιά των γονιών από «το δύσκολο και αδιόρθωτο παιδί» στο τι δυσκόλευε και τι διευκόλυνε τους ίδιους τους γονείς να δεθούν.

Η δημιουργία ασφαλούς δεσμού των αναδόχων με τα παιδιά ήταν ένας από τους κεντρικούς άξονες της παρέμβασης. Οι δυσκολίες συναισθηματικής πρόσδεσης διαπιστώθηκαν εκατέρωθεν και από τα παιδιά και από τους γονείς. Η έρευνα των Stovall & Dozier (2000) κατέδειξε ότι και οι γονείς τείνουν να απορρίπτουν τα αναδεχόμενα παιδιά τους, όταν δεν εκφράζουν συναίσθημα προς τους γονείς ή όταν εκφράζουν αρνητικό συναίσθημα.

Σχεδιάστηκαν, λοιπόν, δύο ειδικά εργαστήρια, προκειμένου οι γονείς να καταλάβουν ότι πρέπει να παρέχουν στα παιδιά ευκαιρίες συνεχούς και σταθερής φροντίδας, προκειμένου τα παιδιά να βοηθηθούν να ανακατασκευάσουν τις προηγούμενες αναπαραστάσεις σχετικά με την ασυνεπή ή ελλιπή φροντίδα, ώστε να αρχίσουν να νιώθουν ασφάλεια και να εμπιστευτούν τον δεσμό με τον ανάδοχο.

Οι γονείς προσκλήθηκαν να επικεντρωθούν στον εαυτό τους και να αναζητήσουν στοιχεία που τους διευκολύνουν και τους δυσκολεύουν να σχετισθούν με τους άλλους και με το παιδί. Υιοθετώντας την πρακτική του ερωτηματολογίου αναστοχασμού (στο οποίο κατέγραφαν αναλυτικά τις εμπειρίες με τα παιδιά τους), οι γονείς κινητοποιήθηκαν να δημιουργούν εμπειρίες δεσμού με τα παιδιά. Προσκλήθηκαν να κατανοήσουν πώς οι οικογενειακές ρουτίνες και τελετουργίες αποτελούν διαγενεαλογικά αποθέματα (Γκότσης 2019), που διευκολύνουν την ανάπτυξη του δεσμού και αποτελούν επανορθωτικές εμπειρίες για τα παιδιά.

Στην παρέμβαση μας απασχόλησε ακόμα η μειωμένη υποστήριξη που εισπράττουν οι γονείς από το οικογενειακό/ κοινωνικό τους περιβάλλον. Σε αυτό το πλαίσιο σχεδιάστηκε και υλοποιήθηκε ειδικό εργαστήρι, με σκοπό να μοιραστούν φροντίδα οι ίδιοι οι γονείς ο ένας με τον άλλον στα πλαίσια της ομάδας, για να αυξήσουν τα ψυχικά τους αποθέματα και να μπορούν να παρέχουν γενναιόδωρα φροντίδα στα παιδιά τους.

Οι γονείς προσκλήθηκαν να αναγνωρίσουν τις υποστηρικτικές φωνές (ως προς την αναδοχή) στο κοινωνικό τους δίκτυο και αυτές τις υποστηρικτικές φωνές να τις εκφράσουν ρητά, να εκφράσουν υποστηρικτικές φωνές ο ένας στον άλλον και τέλος να τις εσωτερικεύσουν ως πηγή δύναμης και καταξίωσης.

Η ψυχοθεραπευτική μέθοδος της εσωτερίκευσης υποστηρικτικών φωνών, που προέρχονται είτε από το κοινωνικό δίκτυο είτε από τον ίδιο τον θεραπευτή, λειτουργεί αποτελεσματικά και στην ατομική θεραπεία, π.χ. σε περιπτώσεις κρίσης πανικού (Ανδρουτσοπούλου, 2012). Στο σύνολό της, η παρέμβασή μας επέτρεψε στην ομάδα ενδυνάμωσης να λειτουργήσει και ως ομάδα αλληλοϋποστήριξης, όπως ανέφεραν συχνά οι γονείς.

 

Διαβάστε το ΄Β Μέρος


[1] Συχνά η απομάκρυνση γίνεται εσπευσμένα , μετά από εισαγγελική εντολή.

 

Το άρθρο είναι αποτέλεσμα συνεργασίας:

Ηλία Γκότση, Κοινωνιολόγος-Συστημικός-Καταξιωτικός Οικογενειακός Θεραπευτής,

Αφροδίτης Μαλλούχου, Κοινωνική Λειτουργός, MSc, PhDc. – Επιμελήτρια Ανηλίκων,

Χριστίνας Μουτσοπούλου, Ψυχολόγος, MSc – Επιμελήτρια Ανηλίκων

 

Βιβλιογραφία

  • Ανδρουτσοπούλου, Α. (2012). Κρίσεις πανικού σε περιόδους κρίσης. Συμμαχώντας με υποστηρικτικές και φροντιστικές φωνές. Στο Σειρά Κειμένων Εργασίας του «Λόγω Ψυχής», τεύχος 1.
  • Ansermet, Fr., & Magistretti, P. (2016/2004). Τα ίχνη της εμπειρίας. Νευρωνική πλαστικότητα και η συνάντηση της βιολογίας με την ψυχανάλυση. (μτφρ.) Β. Βακάκη. Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.
  • Βορριά, Π. (2015). Υιοθεσία και Αναδοχή: Οι Συνέπειές τους στην ανάπτυξη των παιδιών. Στο Παιδιά και Έφηβοι σε έναν κόσμο που αλλάζει. Επιμ. Μόττη- Στεφανίδη Φρ. Αθήνα: Εστία
  • Γεώργαρου, Ε. (2016). Η αναδοχή ως θεσμός κοινωνικής προστασίας των ανηλίκων. Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη.
  •  Γκότσης, Η. (2017):  Η εμπειρία της εκπαίδευσης με τον Peter Lang και οι εφαρμογές και οι μεταφορές της Καταξιωτικής Συστημικής Διερεύνησης στον Οργανισμό Κατά των Ναρκωτικών. ΜΕΤΑΛΟΓΟΣ, 30
  • Γκότσης Η. (2019). Η Γραμματική των Αποθεμάτων. Αθήνα: ΑΡΜΟΣ
  • Καλλινικάκη, Θ. (επιμ). (2001). Ανάδοχη φροντίδα. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
  • Κατσιώλης, Ν., Μαλλούχου, Α. Μάνθου, Π. (2018). Εκπαιδευτικό Υλικό για το Πρόγραμμα με τίτλο: «Ο θεσμός της αναδοχής ως μέσο κοινωνικής προστασίας», Εθνικό Κέντρο Δημόσιας Διοίκησης & Αυτοδιοίκησης
  • Holmes, J. (2009). O John Bowlby και η θεωρία του δεσμού. Ελληνικά Γράμματα, μετάφρ. Γιάννα Αθανασίου, Θανάσης Αθανασίου
  • Lumos. (2017). Ανάδοχη Φροντίδα: Παρουσίαση του Μοντέλου Αναδοχής στο Ηνωμένο Βασίλειο. Πρακτικά Εκπαιδευτικού Σεμιναρίου: Εκπαίδευση εκπαιδευτών για κοινωνικούς λειτουργούς που εργάζονται στον τομέα της παιδικής προστασίας. 15/11//2017. Αθήνα: Σύνδεσμος Κοινωνικών Λειτουργών Ελλάδας (ΣΚΛΕ), Εθνικό Κέντρο Κοινωνικής Αλληλεγγύης (Ε.Κ.Κ.Α)  & LUMOS.
  • Vadilonga, F. (2017). Το άγχος του υιοθετημένου παιδιού. Στο Συστημική Σκέψη & Ψυχοθεραπεία, τεύχος 10, σελ. 27-42, μετάφ. Μυρσίνη Νοχού, Ειρήνη-Θεοδώρα Βαρίνου
  • Howe, D.,& Fearnley, S. (2003). “Disorder of attachment in adopted and fostered children: Recognition and treatment”. Clinical Child Psychology and Psychiatry, 8, pp. 369-387.
  • Leve, L., Harold, G., Chamberlain, P., Landsverk, J., Fisher, Ph. & Pryor, J. (2012) Practitioner Review: Children in Foster Care: Vulnerabilities and Evidence- Based Interventions that Promote Resilience. Journal of Child Psychology and Psychiatry, 53, 1197-1211.
  • Rosenfeld, A., Pilowsky, D., Fine, P., Thorpe, M., Feine, Ed., Simms, M., Halfon, N., Irwin, M., Alfaro, J., Saletsky, R. & Nickman, St. (1997). Foster Care: An Update.     J. AM. Acad. Child Adolescent Psychiatry, 36:4,  pp. 448-457
  • Roy, P., Rutter, M. & Pickles, A. (2000). Institutional care: Risk from family background or pattern of rearing? Journal of child Psychology and Psychiatry, 41, 139- 149.
  • Smyke A. T., Zeanah,  C. H., Fox, N. A., Nelson, C. A., & Guthrie, D. (2010). Placement in foster care enhances attachment among young children in institutions. Child Development, (81), 212–223.
  •  Stovall, K, & Dozier, M. (2000). The development of attachment in new Relationships: Single subject analyses for 10 foster infants. Development and Psychopathology, 12, 133-156.
Κάντε like στην σελίδα μας στο Facebook 
Ακολουθήστε μας στο Twitter 

Εγγραφείτε για να λαμβάνετε το newsletter μας!

Βρείτε μας στα...