Η απώλεια ενός γονέα είναι πάντα πολύ δύσκολη, δημιουργεί άγχος και οδηγεί σε διάφορες αρνητικές επιπτώσεις στην ψυχική υγεία. Όμως, δεν αντιδρούμε όλοι με τον ίδιο τρόπο απέναντι στο θάνατο.
Τα ευρήματα της μελέτης αναδεικνύουν την ανάγκη αυξημένης προσοχής εκ μέρους των μελών της οικογένειας και των γιατρών αναφορικά με τους ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια που θρηνούν.
Όταν έχασα την μητέρα μου προσπαθούσα να επεξεργαστώ το γεγονός του θανάτου στην συμβατότητα της ζωής. Ασύμβατα. Ό,τι γεννιέται πεθαίνει αλλά είναι τόσο δύσκολο να το χωρέσει το μυαλό σου. Η πάλη της ζωής με τον θάνατο, η ίδια η κατανόηση του θανάτου χωρίς φιλοσοφικά και θρησκευτικά περιτυλίγματα είναι αδιανόητη. Ο νους μας είναι φτιαγμένος για να κατανοεί ιστορίες και αφηγήσεις με νόημα.
Για να εισβάλεις σε ένα σχολείο, θέατρο ή εστιατόριο και να αρχίσεις να πυροβολείς τυχαία ανθρώπους με ένα αυτόματο όπλο, θα πρέπει να είσαι ψυχικά άρρωστος, σωστά; Διαφορετικά, θα έκανε κάτι τέτοιο ένα υγιές, απόλυτα λογικό άτομο; Η απάντηση δεν είναι τόσο απλή.
Η προετοιμασία αναφορικά με την απώλεια, αν και θα μπορούσε να μαλακώσει την επίδρασή της επιτρέποντας μια όσο το δυνατόν σταδιακή εξοικείωση ωστόσο δεν είναι πάντα εφικτή μιας και συνήθως προκύπτει ως αποτέλεσμα ενός ατυχήματος, ως μια εξέλιξη αιφνίδια και μη αναμενόμενη που επιφέρει μια ξαφνική ρωγμή στην αρμονία της καθημερινότητας.
Τα παιδιά θέτουν διαρκώς ερωτήσεις και οι γονείς συχνά αναρωτιούνται πως και αν πρέπει να απαντήσουν. Αν και η ειλικρίνεια είναι ο χρυσός κανόνας, ωστόσο δεν είναι πάντα εφικτή, ειδικά όταν αφορά ερωτήματα όπου οι απαντήσεις δεν είναι ξεκάθαρες ακόμη και για τους ίδιους τους ενήλικες, όπως στην περίπτωση του θανάτου.