Έρευνα ορόσημο, με τη συμμετοχή επιστημόνων στο UCL, εντόπισε, για πρώτη φορά, δέκα γονίδια με εξαιρετικά σπάνιες μεταλλάξεις που διαταράσσουν τις πρωτεΐνες και αυξάνουν σημαντικά τον κίνδυνο ενός ατόμου να αναπτύξει σχιζοφρένεια.
Σχεδόν όλα τα μοντέλα οικογενειακής παρέμβασης μπορούν να εμποδίζουν την υποτροπή στη σχιζοφρένεια, σύμφωνα με μια συστηματική αναθεώρηση και μετα-ανάλυση που δημοσιεύθηκε στο τεύχος του Μαρτίου του The Lancet Psychiatry.
Η σχιζοφρένεια αποτελεί ένα ετερογενές κλινικό σύνδρομο που απαντάται σε ποικίλους πληθυσμούς με συγκρίσιμα ποσοστά. Σύμφωνα με το Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας αποτελεί μία σημαντική ψυχική διαταραχή που επηρεάζει 20 εκατομμύρια ανθρώπους παγκοσμίως.
Οι άνθρωποι με σχιζοφρένεια, μείζονα καταθλιπτική διαταραχή και διπολική διαταραχή παρουσιάζουν και κοινούς και ξεχωριστούς νευρικούς μηχανισμούς που σχετίζονται με την ανηδονία και την έλλειψη κινήτρου.
Οι ερευνητές χρησιμοποιούν βλαστοκύτταρα από ασθενείς με σχιζοφρένεια και ανθρώπους χωρίς την ασθένεια, για να αναπτύξουν τρισδιάστατους «μικροεγκέφαλους» που θα τους βοηθήσουν να μελετήσουν την αφετηρία της σχιζοφρένειας.
Τα χαμηλότερα επίπεδα χοληστερόλης ίσως αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης βίαιων συμπεριφορών σε άτομα με σχιζοφρένεια, συμπεριλαμβανομένων των αυτοτραυματισμών και της αυτοκτονικότητας.
Σύμφωνα με νέα μελέτη, σχεδόν το 50% των ανθρώπων που έχουν παιδιά με συντρόφους που πάσχουν από σχιζοφρένεια ή διπολική διαταραχή, αντιμετωπίζουν και οι ίδιοι προβλήματα ψυχικής υγείας.