Η Ελληνική Ψυχολογική Εταιρεία (ΕΛΨΕ) παρακολουθεί με προβληματισμό την ολοένα συχνότερη δημόσια παρουσία προσώπων που παρέχουν υπηρεσίες σχετικές με την ψυχική υγεία χρησιμοποιώντας ποικίλους τίτλους, όπως «θεραπευτής», «υπνοθεραπευτής», «σύμβουλος», «coach» ή άλλους συναφείς χαρακτηρισμούς.
Η χρήση ενός τέτοιου τίτλου δεν καθιστά κάποιον ψυχολόγο ούτε αποτελεί απόδειξη επιστημονικής κατάρτισης στην Ψυχολογία.
Το ζήτημα γίνεται ιδιαίτερα σοβαρό όταν, μέσα από τον τρόπο παρουσίασης ενός επαγγελματία, δημιουργείται άμεσα ή έμμεσα στον πολίτη η εντύπωση ότι πρόκειται για ψυχολόγο ή για πρόσωπο με επιστημονικά και επαγγελματικά προσόντα τα οποία δεν διαθέτει. Ο τίτλος του ψυχολόγου αποτελεί συγκεκριμένη επιστημονική και επαγγελματική ιδιότητα και η νόμιμη άσκηση του επαγγέλματος προϋποθέτει την προβλεπόμενη άδεια άσκησης επαγγέλματος. Δεν αποτελεί γενικό χαρακτηρισμό για οποιονδήποτε ασχολείται με την ανθρώπινη συμπεριφορά ή παρέχει κάποια μορφή υποστήριξης.
Η ΕΛΨΕ δεν αμφισβητεί την αξία διαφορετικών μορφών παρέμβασης ούτε θεωρεί ότι κάθε επαγγελματική δραστηριότητα εκτός της Ψυχολογίας στερείται αξίας. Θεωρεί όμως αυτονόητο ότι ο πολίτης πρέπει να γνωρίζει με σαφήνεια ποιος βρίσκεται απέναντί του, τι έχει σπουδάσει, με ποια επαγγελματική ιδιότητα εργάζεται, ποια είναι η εκπαίδευσή του στη μέθοδο που εφαρμόζει και σε ποιο πλαίσιο επαγγελματικής ευθύνης και λογοδοσίας υπάγεται.
Η ανάγκη αυτή είναι ακόμη μεγαλύτερη στον χώρο της ψυχικής υγείας. Οι άνθρωποι συχνά αναζητούν βοήθεια σε περιόδους φόβου, πένθους, έντονης ψυχικής δυσφορίας, προσωπικής κρίσης ή απόγνωσης. Ακριβώς στις στιγμές αυτές μπορεί να είναι περισσότερο ευάλωτοι σε εντυπωσιακούς τίτλους, υπερβολικές υποσχέσεις, ασαφείς πιστοποιήσεις ή πρακτικές που παρουσιάζονται ως επιστημονικά τεκμηριωμένες χωρίς να είναι.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται και στη δημόσια προβολή προσώπων που παρουσιάζονται ως «ειδικοί» σε θέματα ψυχικής υγείας. Η συχνή παρουσία στην τηλεόραση, στα μέσα ενημέρωσης ή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η μεγάλη αναγνωρισιμότητα ή ο αριθμός των ακολούθων δεν αποτελούν πιστοποίηση επιστημονικής επάρκειας. Όταν μάλιστα αποδίδονται ή χρησιμοποιούνται επαγγελματικοί και επιστημονικοί τίτλοι, είναι σημαντικό να αποδίδουν με ακρίβεια την πραγματική ιδιότητα και εκπαίδευση του προσώπου που παρουσιάζεται. Η δημόσια προβολή δεν μπορεί να υποκαθιστά την επιστημονική κατάρτιση ούτε να δημιουργεί στον πολίτη εσφαλμένη εντύπωση ως προς τα προσόντα ενός επαγγελματία.
Το κόστος μιας ακατάλληλης παρέμβασης δεν είναι μόνο οικονομικό. Μπορεί να σημαίνει πολύτιμο χρόνο χωρίς την κατάλληλη βοήθεια, καθυστέρηση στην αναζήτηση ενδεδειγμένης φροντίδας, απογοήτευση και, σε ορισμένες περιπτώσεις, περαιτέρω επιβάρυνση της ψυχικής υγείας.
Γι’ αυτό ο πολίτης πρέπει να ρωτά.
Τι έχετε σπουδάσει; Ποια είναι η επαγγελματική σας ιδιότητα; Ποια εκπαίδευση έχετε στη συγκεκριμένη μέθοδο; Διαθέτετε άδεια άσκησης επαγγέλματος ψυχολόγου;
Οι ερωτήσεις αυτές δεν αποτελούν ένδειξη δυσπιστίας. Αποτελούν δικαίωμα κάθε ανθρώπου που εμπιστεύεται σε κάποιον την ψυχική του υγεία.
Αντίστοιχη ευθύνη έχουν και τα μέσα ενημέρωσης και όσοι διαμορφώνουν τον δημόσιο λόγο. Η παρουσίαση κάποιου ως «ψυχολόγου», «ειδικού» ή «θεραπευτή» δεν πρέπει να γίνεται άκριτα. Η πραγματική επιστημονική και επαγγελματική ιδιότητα ενός προσώπου πρέπει να είναι σαφής, ώστε να μη δημιουργούνται παραπλανητικές εντυπώσεις στο κοινό.
Η ψυχική υγεία δεν είναι πεδίο πειραματισμού.
Η επιστημονική γνώση δεν υπόσχεται εύκολες λύσεις ούτε εγγυάται ότι κάθε παρέμβαση θα έχει το επιθυμητό αποτέλεσμα. Παρέχει όμως το αναγκαίο πλαίσιο εκπαίδευσης, τεκμηρίωσης, δεοντολογίας και επαγγελματικής ευθύνης.
Η ΕΛΨΕ θεωρεί ότι η επιστημονική κοινότητα έχει ευθύνη όχι μόνο να παράγει και να προάγει τη γνώση, αλλά και να βοηθά τους πολίτες να διακρίνουν την επιστημονικά τεκμηριωμένη ψυχολογική φροντίδα από ισχυρισμούς και πρακτικές που δεν διαθέτουν αντίστοιχη επιστημονική βάση.
Ο πολίτης έχει δικαίωμα να γνωρίζει ποιον εμπιστεύεται.
Να ρωτά. Να ενημερώνεται. Να επιλέγει γνωρίζοντας.
Ελληνική Ψυχολογική Εταιρεία (ΕΛΨΕ)















