Η ίδρυση του ΝΠΔΔ Ψυχολόγων είναι μία ιστορική δικαίωση, αλλά το σχέδιο νόμου κρύβει σοβαρές παγίδες: κατάργηση των κατοχυρωμένων καθηκόντων, ιατρική επιτροπεία στην ψυχοθεραπεία και μια τριετή διορισμένη διοίκηση χωρίς εκλογές. Πριν ψηφιστεί, οφείλουμε να δούμε καθαρά τι πραγματικά διακυβεύεται για το μέλλον και την αυτοτέλεια του κλάδου μας.
Η δημιουργία του Πανελληνίου Συλλόγου Ψυχολόγων ως ΝΠΔΔ είναι μία ιστορική τομή για τον κλάδο μας. Ως φορέας συζητείται στην Ελλάδα από τη δεκαετία του 1980 με την ίδρυση και του Πανελληνίου Ψυχολογικού Συλλόγου (εποχές Μάντη για τους παλιούς αν θυμούνται, με ιστορικές κόντρες με τον ΣΕΨ) και αν δεν ήταν η ΕΛΨΕ με τον θεσμικό χαρακτήρα και το κύρος της, δεν θα είχε υλοποιηθεί σήμερα.
Τώρα, το υπουργείο Υγείας έχει θέσει σε δημόσια διαβούλευση το νομοσχέδιο για το ΝΠΔΔ, το οποίο πρέπει να έχει ένα σαφή και ξεκάθαρο στόχο: να προασπίσει το κύρος του επαγγελματία ψυχολόγου, της επιστήμης της Ψυχολογίας και να ξεκινά από το βασικό πτυχίο για την άδεια άσκησης επαγγέλματος.
Το νομοσχέδιο όμως όπως έχει τεθεί για διαβούλευση έχει πολλές «τρύπες». Μια προσεκτική εξέταση των διατάξεων του πρώτου μέρους (Άρθρα 1 έως 32) αναδεικνύει σοβαρές παθογένειες: υπέρμετρο κρατικό παρεμβατισμό, επιστημονική κηδεμονία, νομικά κενά στα επαγγελματικά δικαιώματα και αδικαιολόγητη γραφειοκρατική επιβάρυνση των μελών. Αναγράφω συνοπτικά τις σκέψεις μου και θα τις καταθέσω ως σχόλια και στην διαβούλευση.
1. Επαγγελματικά δικαιώματα και Ψυχοθεραπεία: ο Σύλλογος μας βρίσκεται στο περιθώριο
Το πιο επίμαχο σημείο εντοπίζεται στο Άρθρο 23, το οποίο αντικαθιστά το ιστορικό άρθρο 7 του ν. 991/1979. Αντί να εκσυγχρονίσει και να κατοχυρώσει ρητά τις πράξεις του ψυχολόγου (όπως η ψυχοδιαγνωστική αξιολόγηση, η χρήση ψυχομετρικών εργαλείων, η συμβουλευτική και η ψυχοθεραπεία), αφαιρεί κάθε ουσιαστικό ορισμό καθηκόντων και παραπέμπει τα δικαιώματα σε μελλοντικό Προεδρικό Διάταγμα.
Η έκδοση αυτού του διατάγματος προβλέπεται να γίνει κατόπιν γνώμης του Κεντρικού Συμβουλίου Υγείας (ΚΕΣΥ), ενός οργάνου όπου κυριαρχεί η ιατρική κοινότητα, χωρίς καν να απαιτείται η σύμφωνη γνώμη του ίδιου του Πα.Συ.Ψυ.. Παράλληλα, η αναφορά ότι τα δικαιώματα «απορρέουν από το πρόγραμμα σπουδών» ανοίγει επικίνδυνους δρόμους κατακερματισμού των αποφοίτων.
Την ίδια στιγμή, στα Άρθρα 31 και 32, η σύσταση του «Εθνικού Παρατηρητηρίου Ψυχοθεραπείας και Συμβουλευτικής» υπό τον πλήρη διορισμό του Υπουργείου Υγείας, με εισηγητικό ρόλο προς το ΚΕΣΥ για τις ειδικότητες και τα κέντρα εκπαίδευσης, υποβαθμίζει το νεοσύστατο ΝΠΔΔ σε απλό εξωτερικό συνομιλητή.
Το Άρθρο 23 οφείλει να περιγράψει άμεσα στον νόμο τον σκληρό πυρήνα του επαγγέλματος και να προβλέψει ρητά ότι για οποιαδήποτε κανονιστική ρύθμιση ειδικοτήτων απαιτείται υποχρεωτική σύμφωνη γνώμη του Πα.Συ.Ψυ.. Η ψυχοθεραπεία αποτελεί αυτόνομο επιστημονικό πεδίο και δεν μπορεί να ρυθμίζεται ερήμην του φορέα των ψυχολόγων.
Επίσης, σαφώς πρέπει να περιγράφεται ότι η άδεια άσκησης επαγγέλματος και τα επαγγελματικά δικαιώματα, έχει ως αφετηρία τη λήψη βασικού πτυχίου ψυχολογίας. Διαφορετικά, ο Πα.Συ.Ψυ χρειάζεται να αποφασίσει την αναβάθμιση των ετών σπουδών στα 5 χρόνια για την άδεια άσκησης επαγγέλματος και να συμπεριλαμβάνεται σε αυτά και η ειδικότητα. Δεν μπορούν να υπάρχουν ψυχολόγοι δύο ή τριών ταχυτήτων.
2. Ειδικότητες: Αναβάθμιση του κλάδου ή απαξίωση του βασικού πτυχίου;
Το ζήτημα των ειδικοτήτων στην Ψυχολογία (όπως η Κλινική, η Σχολική, η Οργανωσιακή) είναι ένα πάγιο και ώριμο αίτημα. Ωστόσο, ο τρόπος που το προσεγγίζει το νομοσχέδιο εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους:
Στο Άρθρο 4 (παρ. 2η), ο Πα.Συ.Ψυ. περιορίζεται στο να υποβάλλει απλές «προτάσεις» προς το Υπουργείο Υγείας, ενώ η τελική κρίση περνά μέσα από το ΚΕΣΥ. Οι ειδικότητες των ψυχολόγων δεν μπορούν να σχεδιάζονται με αποκλειστικά ιατροκεντρικά κριτήρια ούτε να ρυθμίζονται ερήμην του επαγγελματικού σώματος.
Η θέσπιση ειδικοτήτων πρέπει να λειτουργεί προσθετικά και εξειδικευτικά, όχι αφαιρετικά. Το βασικό πτυχίο Ψυχολογίας και η άδεια άσκησης επαγγέλματος οφείλουν να διατηρήσουν ακέραιο τον πυρήνα των επαγγελματικών δικαιωμάτων (αξιολόγηση, υποστήριξη, συμβουλευτική), χωρίς να υποβιβαστούν σε «τίτλο άνευ αντικρίσματος».
Το νομοσχέδιο επίσης δεν περιλαμβάνει καμία διάταξη για τους χιλιάδες ήδη εργαζόμενους ψυχολόγους. Απαιτείται ρητή νομοθετική πρόβλεψη για την αυτόματη ή μέσω διαφανών κριτηρίων απόδοση των τίτλων ειδικότητας σε όσους διαθέτουν ήδη συναφή μεταπτυχιακά, διδακτορικά και τεκμηριωμένη κλινική/επαγγελματική προϋπηρεσία.
Οποιαδήποτε απόφαση για ειδικότητες και μετεκπαιδεύσεις να λαμβάνεται αποκλειστικά κατόπιν σύμφωνης γνώμης του Πα.Συ.Ψυ. και σε άμεση συνεργασία με τα Πανεπιστημιακά Τμήματα Ψυχολογίας. Τα επαγγελματικά μας δικαιώματα πρέπει να διασφαλίζονται ρητά με το βασικό πτυχίο, χωρίς ειδικότητα και πρέπει να γίνει άμεσα η ενσωμάτωση μεταβατικών ρυθμίσεων για την κατοχύρωση της κλινικής εμπειρίας των υφιστάμενων επαγγελματιών.
3. Μεταβατική διοίκηση: πλήρης έλλειψη αυτοδιοίκησης
Στο Άρθρο 22, η 11μελής Προσωρινή Διοικούσα Επιτροπή (ΠΔΕ) ορίζεται αποκλειστικά από τον εκάστοτε Υπουργό Υγείας, με θητεία που μπορεί να φτάσει τα τρία έτη (δύο συν ένα έτος παράταση)!
Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι αυτή η διορισμένη επιτροπή εξοπλίζεται με αρμοδιότητες που ανήκουν αποκλειστικά σε εκλεγμένα όργανα:
- Την εισήγηση του Κώδικα Δεοντολογίας.
- Τον διορισμό των πρώτων Πειθαρχικών Συμβουλίων.
- Τη σύναψη συλλογικών συμβάσεων με ασφαλιστικούς φορείς (όπως ο ΕΟΠΥΥ), οι οποίες θα «δεσμεύουν όλους τους ψυχολόγους».
Η θητεία της ΠΔΕ δεν πρέπει να ξεπερνά τους 6 έως 9 μήνες, με αποκλειστικό καθήκον την ψηφιακή εγγραφή των μελών και τη διενέργεια εκλογών. Η σύνθεσή της οφείλει να απαρτίζεται από εκπροσώπους των υφιστάμενων επαγγελματικών σωματείων και των Πανεπιστημιακών Τμημάτων Ψυχολογίας, ενώ όλες οι ουσιαστικές αποφάσεις (συμβάσεις, δεοντολογία) πρέπει να ανασταλούν μέχρι την ανάδειξη του πρώτου εκλεγμένου Διοικητικού Συμβουλίου.
4. Μητρώο, γραφειοκρατία και πειθαρχικές παγίδες
Η εγγραφή στον Πα.Συ.Ψυ. πρέπει να είναι σαφής και καθολική προϋπόθεση για την άσκηση του επαγγέλματος. Εντούτοις, το Άρθρο 7 εισάγει μια εξαιρετικά αναχρονιστική διαδικασία:
- Υποχρέωση ετήσιας φυσικής ή ηλεκτρονικής δήλωσης στοιχείων κάθε Φεβρουάριο, συνοδευόμενη από παράβολα.
- Η εκπρόθεσμη υποβολή ή η μη ανάρτηση της ετήσιας βεβαίωσης στον χώρο εργασίας ανάγεται αυτομάτως σε πειθαρχικό παράπτωμα!
- Επιβολή προστίμων που φτάνουν έως και το 50πλάσιο της ετήσιας συνδρομής (έως 3.000 ευρώ) με βάση αόριστες διατυπώσεις περί «μη συνάδουσας συμπεριφοράς».
- Στο Άρθρο 15 παρ. 10, προβλέπεται άμεση ενημέρωση της υπηρεσίας των ψυχολόγων του δημοσίου τομέα με την απλή άσκηση πειθαρχικής δίωξης, παραβιάζοντας κατάφωρα το τεκμήριο της αθωότητας.
Η διαχείριση του μητρώου να γίνει εξ ολοκλούρου ψηφιακή και διαλειτουργική (μέσω Gov.gr/Taxisnet), χωρίς ετήσιες δηλώσεις-παγίδες. Πλήρης απαλλαγή συνδρομής για τους ανέργους συναδέλφους (αντί για απλή μείωση). Στο πειθαρχικό σκέλος, η ενημέρωση των υπηρεσιών του δημοσίου να επιτρέπεται μόνο σε περιπτώσεις τελεσίδικων καταδικαστικών αποφάσεων.
5. Συλλογικές συμβάσεις και οικονομική αξιοπρέπεια
Η πρόβλεψη του Άρθρου 4 (παρ. 2 περ. ιβ΄) για σύναψη δεσμευτικών συμβάσεων παροχής υπηρεσιών ψυχικής υγείας εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους αν δεν συνοδευτεί από ασφαλιστικές δικλίδες. Χωρίς ρητή κατοχύρωση κατώτατης νόμιμης αμοιβής ανά θεραπευτική συνεδρία, ελλοχεύει ο κίνδυνος υπογραφής συμβάσεων με εξευτελιστικές αποζημιώσεις, εις βάρος τόσο των θεραπευτών όσο και της ποιότητας φροντίδας των πολιτών.
Επιπλέον, η διάταξη του Άρθρου 4 παρ. 4 που επιτρέπει στον Πα.Συ.Ψυ. να ιδρύει νομικά πρόσωπα «με εταιρική μορφή» αλλοιώνει τον δημόσιο και επιστημονικό χαρακτήρα του φορέα και πρέπει να περιοριστεί αυστηρά σε μη κερδοσκοπικά ερευνητικά ιδρύματα.
6. Εθνικό Παρατηρητήριο Ψυχοθεραπείας και Συμβουλευτικής: ποιος ορίζει τι; (Άρθρα 31 & 32)
Τα Άρθρα 31 και 32 εισάγουν το «Εθνικό Παρατηρητήριο Ψυχοθεραπείας και Συμβουλευτικής Ψυχικής Υγείας» ως 7μελές γνωμοδοτικό όργανο, διορισμένο εξ ολοκλήρου από τον Υπουργό Υγείας. Το όργανο αυτό εξουσιοδοτείται να εισηγείται στο ΚΕΣΥ:
- Τη σύσταση ειδικοτήτων και μετεκπαιδεύσεων στην ψυχοθεραπεία και τη συμβουλευτική.
- Τον καθορισμό κριτηρίων εκπαίδευσης και την αξιολόγηση της καταλληλότητας των Εκπαιδευτικών Κέντρων.
- Τις κατευθυντήριες οδηγίες ποιότητας.
Ο νεοσύστατος Πα.Συ.Ψυ. υποβαθμίζεται σε απλό εξωτερικό συνομιλητή (Άρθρο 32 παρ. 3β).
Η ψυχοθεραπεία όμως δεν είναι ιατρική πράξη. Με τον τρόπο που προτείνεται η ψυχοθεραπεία να εισηγείται από το ΚΕΣΥ, αναδύεται ένας κίνδυνος: η ανάθεση των αποφάσεων στο ΚΕΣΥ και σε μια επιτροπή διορισμένη από το Υπουργείο Υγείας ενέχει τον κίνδυνο ιατρικοποίησης της ψυχοθεραπείας και περιορισμού των ψυχολόγων σε ρόλο «βοηθητικού» προσωπικού υπό ψυχιατρική εποπτεία.
Απαιτείται σαφής διαχωρισμός της ψυχοθεραπείας, της συμβουλευτικής και της ψυχιατρικής και η άσκηση της ψυχοθεραπείας να γίνεται μετά από ολοκληρωμένη εκπαίδευση με σαφή κριτήρια και βασικό πτυχίο ψυχολόγου-ψυχιάτρου:
-
- Ψυχίατροι: Έχουν το αποκλειστικό δικαίωμα ιατρικής διάγνωσης νοσημάτων και συνταγογράφησης φαρμακευτικής αγωγής. Για την άσκηση ψυχοθεραπείας οφείλουν να διαθέτουν ολοκληρωμένη ειδική ψυχοθεραπευτική εκπαίδευση, ισότιμη με των υπολοίπων.
- Ψυχολόγοι: Αποτελούν τη βασική επιστημονική δεξαμενή της ψυχοθεραπείας. Με βάση το πτυχίο τους κατέχουν τη γενική συμβουλευτική και ψυχοδιαγνωστική επάρκεια, ενώ μετά από πιστοποιημένη ψυχοθεραπευτική μετεκπαίδευση ασκούν αυτόνομα την ψυχοθεραπεία. Οι ψυχολόγοι αυτόματα με την ολοκλήρωση της ψυχοθεραπευτικής εκπαίδευσης μπορούν να ασκούν την ειδικότητα του ψυχοθεραπευτή.
- Σύμβουλοι Ψυχικής Υγείας: Επιβάλλεται ξεκάθαρη νομοθετική οριοθέτηση ώστε να αποτραπεί η αντιποίηση. Επαγγελματίες άλλων ανθρωπιστικών επιστημών δεν μπορούν να εκτελούν διαγνωστικές ή θεραπευτικές κλινικές πράξεις χωρίς τις απαιτούμενες βασικές σπουδές και άδεια άσκησης επαγγέλματος ψυχολόγου ή ψυχιάτρου. Εδώ υπάρχει ένα μπέρδεμα, καθώς η συμβουλευτική ψυχικής υγείας περιλαμβάνεται στα καθήκοντα και τις γνώσεις του ψυχολόγου και είναι μία ψυχολογική πράξη. Η συμβουλευτική ψυχικής υγείας δημιουργήθηκε για φορολογικούς λόγους και για να καλύψει ένα εύρος επαγγελματιών που δεν ανήκαν σε κάποιον άλλο κλάδο χωρίς σαφή επαγγελματικά κριτήρια και εκπαίδευση. Οι σύμβουλοι ψυχικής υγείας ίσως πρέπει να βρίσκονται υπό εποπτεία ψυχολόγων ή ψυχιάτρων σε αντίστοιχο πλαίσιο χωρίς τη δυνατότητα αυτοτελούς επαγγελματικής δραστηριότητας.
- Οι προτάσεις για τα Άρθρα 31 & 32:
- Η πλειοψηφία των μελών του Παρατηρητηρίου να μην επιλέγεται μονομερώς από τον Υπουργό, αλλά να απαρτίζεται υποχρεωτικά από εκπροσώπους του Πα.Συ.Ψυ., των Πανεπιστημιακών Τμημάτων Ψυχολογίας (ΔΕΠ) και των αναγνωρισμένων επιστημονικών ενώσεων ψυχοθεραπείας.
- Καμία ρύθμιση για τίτλους ειδικότητας, άδειες ή εκπαιδευτικά κριτήρια ψυχοθεραπευτών να μην υποβάλλεται στο ΚΕΣΥ ή στον Υπουργό χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του Πα.Συ.Ψυ..
- Αναγνώριση ιστορικών κέντρων εκπαίδευσης: Θέσπιση μεταβατικών διατάξεων για την αναγνώριση των ήδη πιστοποιημένων ψυχοθεραπευτών που έχουν ολοκληρώσει 4ετείς/5ετείς εκπαιδεύσεις σε έγκυρες σχολές αναγνωρισμένες από ευρωπαϊκούς φορείς (π.χ. EAP, EABCT, ΕFTA).
Συνάδελφοι, η ίδρυση του ΝΠΔΔ των Ψυχολόγων είναι μια αναγκαία μεταρρύθμιση. Ωστόσο, για να λειτουργήσει ως ασπίδα του επαγγέλματος και εγγύηση για τη δημόσια ψυχική υγεία, απαιτείται:
- Αυτοτέλεια και πραγματική αυτοδιοίκηση, χωρίς τριετείς διορισμένες επιτροπές.
- Νομοθετική κατοχύρωση των πράξεων του ψυχολόγου και της ψυχοθεραπείας στον ίδιο τον νόμο.
- Ψηφιακός εκσυγχρονισμός με καθολική δυνατότητα ηλεκτρονικής ψηφοφορίας στις αρχαιρεσίες, διασφαλίζοντας τη συμμετοχή των χιλιάδων επαγγελματιών σε όλη τη χώρα.
Η δημόσια διαβούλευση αποτελεί την τελευταία ευκαιρία για την επιστημονική και επαγγελματική κοινότητα να απαιτήσει τις απαραίτητες διορθώσεις, ώστε το νέο θεσμικό πλαίσιο να εμπνέει εμπιστοσύνη και κύρος.















