PsychologyNow.gr

Συνέντευξη Καθ. Ιωάννης Ν. Νέστορος: «Η ψυχοθεραπεία δεν είναι πολυτέλεια, είναι χώρος φροντίδας, κατανόησης και ανασυγκρότησης»

Στη συνέντευξη αυτή ξεδιπλώνει την ιστορία της ψυχοθεραπείας στη χώρα μας, μιλά για την επιστημονική έρευνα, τη σύνδεση με τις νευροεπιστήμες, και καταθέτει τη δική του οπτική για τις προκλήσεις της ψηφιακής εποχής και της Τεχνητής Νοημοσύνης στον χώρο της ψυχικής υγείας. Μια συνομιλία με ιστορικό βάθος και επίκαιρη οξυδέρκεια. Από την ίδρυση του πρώτου […]

Στη συνέντευξη αυτή ξεδιπλώνει την ιστορία της ψυχοθεραπείας στη χώρα μας, μιλά για την επιστημονική έρευνα, τη σύνδεση με τις νευροεπιστήμες, και καταθέτει τη δική του οπτική για τις προκλήσεις της ψηφιακής εποχής και της Τεχνητής Νοημοσύνης στον χώρο της ψυχικής υγείας. Μια συνομιλία με ιστορικό βάθος και επίκαιρη οξυδέρκεια.


Από την ίδρυση του πρώτου Τμήματος Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης και το πρώτο Μεταπτυχιακό Κλινικής Ψυχολογίας, μέχρι τις πρώτες επαγγελματικές άδειες ψυχολόγων στην Ελλάδα, ο Καθηγητής Ιωάννης Ν. Νέστορος υπήρξε πρωταγωνιστής σε κάθε κρίσιμο σταθμό.

Στη συνέντευξη αυτή ξεδιπλώνει την ιστορία της ψυχοθεραπείας στη χώρα μας, μιλά για την επιστημονική έρευνα, τη σύνδεση με τις νευροεπιστήμες, και καταθέτει τη δική του οπτική για τις προκλήσεις της ψηφιακής εποχής και της Τεχνητής Νοημοσύνης στον χώρο της ψυχικής υγείας. Μια συνομιλία με ιστορικό βάθος και επίκαιρη οξυδέρκεια.

Αν επιστρέφατε στο 1987, ποιο ήταν το όραμα πίσω από την ίδρυση του πρώτου Τμήματος Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης; Ποιες ήταν οι κύριες προκλήσεις που αντιμετωπίσατε στην προσπάθεια θεμελίωσης της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης στην Ψυχολογία στην Ελλάδα;

Το όραμα για το πρώτο Τμήμα Ψυχολογίας στην Ελλάδα, στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, ήταν να δημιουργηθεί ένα πρόγραμμα σπουδών αντίστοιχο με τα κορυφαία του εξωτερικού. Από την αρχή στήριξα την πενταετή φοίτηση: τρία χρόνια θεωρίας και δύο χρόνια πρακτικής.

Οι δυσκολίες ήταν μεγάλες. Το 1987 η Ψυχολογία στη χώρα μας ταυτιζόταν σχεδόν μόνο με την ψυχανάλυση, υπήρχαν ελάχιστοι με διδακτορικό στο αντικείμενο, ενώ το νέο Τμήμα ξεκίνησε χωρίς εργαστήρια, εξοπλισμό ή ακόμη και γραφεία για τους διδάσκοντες. Παρ’ όλα αυτά, κατάφερε να γίνει σημείο αναφοράς και να ανοίξει τον δρόμο για την ακαδημαϊκή ψυχολογία στην Ελλάδα.

Το 1994 δημιουργήσατε το πρώτο Μεταπτυχιακό Κλινικής Ψυχολογίας με την ψυχοθεραπεία ως κεντρικό άξονα. Τι σηματοδότησε αυτή η απόφαση για την επιστήμη και το επάγγελμα της ψυχοθεραπείας στην Ελλάδα και πώς αντιμετωπίστηκε αρχικά από την επιστημονική κοινότητα;

Με την ψυχοθεραπεία ως κεντρικό άξονα του πρώτου Μεταπτυχιακού Κλινικής Ψυχολογίας, αναδείξαμε ότι η ψυχοθεραπεία δεν είναι μόνο τέχνη, αλλά και επιστήμη· επομένως αποτελεί και αντικείμενο έρευνας. Εκείνη την εποχή, η έρευνα στην ψυχοθεραπεία θεωρούνταν σχεδόν «ταμπού» από πολλούς, τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς.

Ιδιαίτερα στον χώρο της ψυχανάλυσης, αρκετοί πίστευαν ότι οποιαδήποτε μορφή έρευνας θα μπορούσε να «μολύνει» τη θεραπευτική διαδικασία.

banner-desk banner-mob

Η έννοια της Συνθετικής Ψυχοθεραπείας αποτέλεσε καινοτομία στο ελληνικό πλαίσιο. Τι σας οδήγησε σε αυτή την επιλογή και πώς βλέπετε σήμερα τη σημασία της συνθετικής προσέγγισης στη θεραπευτική πράξη;

Η Συνθετική Ψυχοθεραπεία γεννήθηκε ως φυσική εξέλιξη της Εκλεκτικής Ψυχοθεραπείας, στην οποία είχα εκπαιδευτεί στο McGill του Καναδά. Στο διδακτορικό μου στη Νευροφυσιολογία πρότεινα την GABAεργική υπόθεση για το άγχος, που αποδείχθηκε συμβατή με όλα τα  διαφορετικά βασικά θεραπευτικά μοντέλα.

Το 1974 παρακολούθησα στον Καναδά τη διάλεξη του Judd Marmor, ο οποίος πρώτος μίλησε για την ενοποίηση των ψυχοθεραπειών. Στην Ελλάδα, το 1990 παρουσίασα τη δική μου εκδοχή, που εκδόθηκε στο βιβλίο Συνθετική Ψυχοθεραπεία και επανεκδόθηκε το 2012 από τις εκδόσεις «Πεδίον».

Σήμερα, το Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα στη Συνθετική Ψυχοθεραπεία συνεχίζει δυναμικά, μέσα από το εκπαιδευτικό πρόγραμμα που προσφέρει ο τεχνοβλαστός του Πανεπιστημίου Κρήτης «Σύγχρονα Αμφιαράεια».

Ποια ήταν η προσωπική σας εμπλοκή στη θεσμοθέτηση του επαγγέλματος του ψυχολόγου στην Ελλάδα το 1993; Θεωρείτε ότι η σημερινή επαγγελματική κατοχύρωση του ψυχολόγου ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες του πεδίου;

Ήμουν πρόεδρος της πρώτης επιτροπής του Υπουργείου Υγείας που το 1992 χορήγησε τις πρώτες άδειες άσκησης επαγγέλματος στους ψυχολόγους. Σήμερα, το 2025, πιστεύω ότι η επαγγελματική κατοχύρωση του ψυχολόγου παραμένει ελλιπής και δεν ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες του κλάδου.

Αυτό φαίνεται καθαρά αν συγκρίνουμε τη λειτουργία και τη δύναμη των Συλλόγων Ψυχολόγων με εκείνη των Ιατρικών Συλλόγων.

Πώς βλέπετε τη σχέση της ψυχοθεραπείας με τις ευρύτερες κοινωνικές αλλαγές και την πρόοδο στις νευροεπιστήμες; Ποια είναι τα σημεία όπου συναντιούνται επιστημονικά και υπαρξιακά οι νέες γνώσεις με την παραδοσιακή θεραπευτική σοφία;

Τις τελευταίες δεκαετίες έχουν υπάρξει τεράστιες κοινωνικές αλλαγές στις δομές της οικογένειας και των διαπροσωπικών σχέσεων καθώς και στη ταυτότητα φύλου.  Έτσι, κι εμείς οι ψυχοθεραπευτές χρειάζεται να ξανασκεφτούμε τι σημαίνει υγιής και τι δυσλειτουργική συμπεριφορά.

Σήμερα βλέπουμε νέες μορφές εξάρτησης, αλλά και αυξημένη βία σε όλες τις εκφάνσεις της. Απέναντι σε αυτά, η ψυχοθεραπεία αντλεί δύναμη τόσο από τις νέες μεθόδους όσο και από τα διαχρονικά της θεμέλια: τη θεραπευτική σχέση, τη μείωση του άγχους, την καλλιέργεια αισιοδοξίας, την αλλαγή γνωστικού πλαισίου κλπ.

Όσο για την πρόοδο στις νευροεπιστήμες οι νέες γνώσεις μόνο καλό μπορούν να προσφέρουν στην ψυχοθεραπεία. Κυρίως επειδή παρέχουν την δυνατότητα να γίνουν έρευνες υψίστης εγκυρότητας και αξιοπιστίας.

Η δική μου βασική συμβολή στο Συνθετικό Μοντέλο ως νευροεπιστήμονας είναι το «GABAεργικό μοντέλο άγχους», που εξηγεί με απλό αλλά επιστημονικά τεκμηριωμένο τρόπο πώς το βιολογικό, το ψυχοδυναμικό, το συμπεριφοριστικό, το υπαρξιακό και το συστημικό μοντέλο είναι απόλυτα συμβατά μεταξύ τους (άρα μπορούν και να ενοποιηθούν).

Η τεχνητή νοημοσύνη εισέρχεται ραγδαία στον χώρο της ψυχικής υγείας. Ποια θεωρείτε ότι είναι τα σημαντικότερα ηθικά και υπαρξιακά ερωτήματα που θέτει αυτή η τεχνολογική μετάβαση για την ψυχοθεραπεία και τον ψυχολόγο του αύριο;

Η τεχνητή νοημοσύνη αναμφίβολα φέρνει νέες δυνατότητες, αλλά και σοβαρά ερωτήματα για την ψυχοθεραπεία του μέλλοντος. Το πιο κρίσιμο ηθικό ζήτημα είναι πώς θα διασφαλιστεί η ανθρώπινη διάσταση της θεραπευτικής σχέσης – η ενσυναίσθηση, η κατανόηση και η προσωπική σύνδεση, στοιχεία που καμία τεχνολογία δεν μπορεί να αντικαταστήσει.

Υπάρχουν επίσης υπαρξιακά ερωτήματα: ποιος αποφασίζει για την ψυχική υγεία μας; Μπορεί ένας αλγόριθμος να «ορίσει» τι είναι φυσιολογικό και τι όχι; Και πώς θα διαφυλάξουμε την ελευθερία και την αυθεντικότητα του ανθρώπου απέναντι σε εργαλεία που βασίζονται σε δεδομένα;

Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να είναι πολύτιμο βοήθημα, αλλά η ψυχοθεραπεία θα παραμένει πάντα μια βαθιά ανθρώπινη διαδικασία.

Μετά από τέσσερις δεκαετίες επιστημονικής πορείας, ποια θεωρείτε τη βαθύτερη προσωπική σας συνεισφορά στο πεδίο της ψυχολογίας και ποιο είναι το μήνυμα που θα θέλατε να αφήσετε ως παρακαταθήκη στη νέα γενιά επαγγελματιών;

Αν κοιτάξω πίσω, η βαθύτερη προσωπική μου συμβολή είναι η προσπάθεια να γεφυρώσω τη γνώση των νευροεπιστημών με την ψυχοθεραπευτική διαδικασία.

Παράλληλα, η εισαγωγή και εδραίωση της Συνθετικής Ψυχοθεραπείας στην Ελλάδα ήταν για μένα ένας τρόπος να δείξω ότι καμία σχολή δεν έχει το μονοπώλιο της αλήθειας· όλες μπορούν να συνδιαλλαγούν δημιουργικά.

Το μήνυμα που θα ήθελα να αφήσω στη νέα γενιά είναι απλό: να κρατήσουν την ψυχοθεραπεία ως μια  αμιγώς ανθρώπινη σχέση, να στηρίζονται στην επιστήμη χωρίς να χάνουν την ενσυναίσθηση και να τολμούν να ονειρεύονται μια ψυχολογία που θα υπηρετεί πάντα τον άνθρωπο και την ελευθερία του.

Ποιος είναι, τελικά, ο ρόλος του ψυχολόγου και του ψυχοθεραπευτή σε έναν κόσμο που αλλάζει ταχύτατα και που συχνά μοιάζει να αποδομεί τη σύνδεση, τη νοηματοδότηση και την ψυχική ανθεκτικότητα;

Ζούμε σε έναν κόσμο που αλλάζει με απίστευτη ταχύτητα και συχνά αποδυναμώνει τη σύνδεση, το νόημα και την ψυχική μας ανθεκτικότητα. Σε αυτό το πλαίσιο, ο ρόλος του ψυχολόγου και του ψυχοθεραπευτή είναι πιο αναγκαίος από ποτέ.

Ο θεραπευτής γίνεται μια «γέφυρα» που βοηθά τον άνθρωπο να έρθει ξανά σε επαφή με τον εαυτό του, να κατανοήσει τα συναισθήματά του, να βρει νέο νόημα και να ενισχύσει την ανθεκτικότητά του μπροστά στις δυσκολίες και στις προκλήσεις.

Η ψυχοθεραπεία δεν είναι πολυτέλεια· είναι χώρος φροντίδας, κατανόησης και ανασυγκρότησης. Και μέσα σε όλη αυτήν την αβεβαιότητα, ο θεραπευτής μπορεί να προσφέρει κάτι που καμία τεχνολογία και καμία κοινωνική αλλαγή δεν μπορεί να αντικαταστήσει: την ανθρώπινη παρουσία που εμπνέει ελπίδα και δίνει δύναμη να συνεχίσουμε.