Ευάγγελος Δρίβας

Η Εγω-κεντρική συμπεριφορά στους εφήβους και η συνάφειά της με τον ναρκισσισμό | Ευάγγελος Δρίβας

Η συμπεριφορά ενός εφήβου μπορεί να θυμίσει σε μεγάλο βαθμό εκείνη ενός ενήλικου ναρκισσιστή. Πώς μπορούν οι γονείς να βρεθούν κοντά στα έφηβα παιδιά τους, σε αυτή τη σημαντική μεταβατική περίοδο της ζωής τους;


Η εφηβεία αποτελεί μία σημαντική μεταβατική περίοδο στη ζωή του ανθρώπου. Αποτελεί συνήθως το «ταραχώδες» σκαλοπάτι ανάμεσα στην παιδική ηλικία και την ενηλικίωση. Μία περίοδος γεμάτη από πρωτοφανείς εμπειρίες, συντροφικές σχέσεις, ερωτικές πράξεις, ορμονολογικές μεταβολές, αλλαγή σώματος, εικόνας και ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη, εμπειρίες που θα καθορίσουν σημαντικά την μετέπειτα ζωή του.

Ωστόσο, η «έκφραση» αυτών των αλλαγών μπορεί να συμβεί πολλές φορές με έναν έντονο, εκρηκτικό, επιθετικό κι εγωκεντρικό τρόπο, προκαλώντας στους γονείς μεγάλη δυσφορία και συναισθήματα θυμού, άγχους κι απογοήτευσης. Ο τρόπος αυτός αποτελεί μία δυσπροσαρμοστική συνήθως συμπεριφορά του έφηβου ατόμου στα νέα δεδομένα της πραγματικότητας που βιώνει, αλλά αυτή δεν εξαρτάται μόνο και μόνο από καθαυτές τις μεταβολές της εφηβείας. Οι πρώιμες παιδικές εμπειρίες, το οικογενειακό περιβάλλον και οι σχέσεις μέσα σε αυτό παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο.

Πολύ συχνά ένας έφηβος θα προσπαθήσει να διεκδικήσει την ανάδειξη της εικόνας του και των δυνατοτήτων του, να υποστηρίξει το δίκιο του πάση θυσία, να συγκρουστεί, να επαναστατήσει, να δείξει ότι είναι ο καλύτερος, ο πρώτος, ο πιο ωραίος, ότι καταφέρνει πολλά, ότι ξέρει την πραγματικότητα του κόσμου και το τι συμβαίνει σε αυτόν. Αντλεί αυτονόητα δικαιώματα αψηφώντας άλλους περιοριστικούς παράγοντες, συναγωνίζεται συχνά, ανταγωνίζεται έντονα, επιτίθεται, δεν επιθυμεί την ταλαιπωρία και τον κόπο … όλα αυτά για τους γονείς έχουν την αίσθηση … «Μπαμ!». Ξαφνικά το παιδί μεγαλώνει, επιτίθεται, αντιμιλά, δεν υπακούει, είναι αδιάφορο, παραβλέπει όρια και κανόνες.

Η εν γένει λειτουργική αντίδραση γονέων θα έχει καθοριστικό ρόλο για την φυσιολογική εξέλιξη, εκτόνωση και ύφεση αυτής της συμπεριφοράς. Ειδάλλως, μπορεί να οδηγήσει, σε συνάρτηση με την τακτική ανατροφής των προηγούμενων ετών, σε πολλά προβλήματα και συγκρούσεις στην οικογένεια, στο σχολείο και μετέπειτα στις συντροφικές σχέσεις και την εργασία.

Η Wendy Behary ψυχολόγος - ψυχοθεραπεύτρια, ιδρύτρια και διευθύντρια του Κέντρου Γνωσιακής Θεραπείας και του Ινστιτούτου Θεραπείας Σχημάτων της Νέας Υόρκης στο βιβλίο της Disarming the Narcissist…Surviving and Thriving with the Self-Absorbed (2013) εντρυφά στην ψυχοσύνθεση και θεραπευτική αντιμετώπιση των ναρκισσιστών.

Ο ναρκισσισμός δεν αφορά απλά ένα άτομο που, κατά την κοινή λογική, επιθυμεί να έχει καλή εξωτερική εμφάνιση και συνεχώς επιδεικνύεται για αυτή. Ο ναρκισσιστής είναι ένα άτομο που διακαώς:

  • αναζητά κύρος κι αναγνώριση,
  • επιδεικνύει κυριαρχική συμπεριφορά και υπερβολική διεκδικητικότητα,
  • χειραγωγεί κι εκμεταλλεύεται,
  • διακατέχεται από επιθετικότητα και εχθρικότητα.

Η συμπεριφορά ενός εφήβου μπορεί να θυμίσει σε μεγάλο βαθμό εκείνη ενός ενήλικου ναρκισσιστή. Σύμφωνα με τη Θεραπεία Σχημάτων, ο ναρκισσισμός προκύπτει ως αποτέλεσμα πρώιμων παιδικών και εφηβικών εμπειριών, από τη δυσλειτουργική ή τοξική σχέση ανάμεσα στο παιδί και τους γονείς, τις συγκρούσεις που έχουν επισυμβεί, την αδιαφορία για τις ανάγκες του, την επικριτικότητα, την υπό όρους αποδοχή και φροντίδα και την ελλιπή οριοθέτηση. Κάθε παιδί-έφηβος έχει ανάγκη να καλύπτονται οι πυρηνικές συναισθηματικές του ανάγκες, οι οποίες θεωρούνται καθολικές για όλους τους ανθρώπους, όπως:

  • Ασφάλεια, προστασία & σταθερότητα
  • Ζεστασιά, στοργή & αμοιβαιότητα
  • Κατανόηση & καθοδήγηση
  • Αποδοχή & εκτίμηση-επιβράβευση
  • Αυτονομία, ικανότητα & αίσθηση ταυτότητας
  • Ελευθερία έκφρασης ζωτικών αναγκών & συναισθημάτων
  • Αίσθηση του «ανήκειν»
  • Ευχάριστη διάθεση, παιχνίδι & αυθορμητισμός
  • Υγιή, ρεαλιστικά όρια, αυτοέλεγχος, λογικές προσδοκίες

Όταν αυτές οι ανάγκες δεν καλυφθούν επαρκώς ή και καθόλου από τους γονείς επί μακρόν, το παιδί μπορεί να αναπτύξει κάποια γνωστικά σχήματα, κάποιες βαθιές πεποιθήσεις για τον εαυτό του, που μπορούν να οδηγούν ολοένα σε συνεχή αυτό-ηττώμενα μοτίβα ή παγίδες ζωής. Το άτομο, κατ΄αυτόν τον τρόπο, θα συμπεριφέρεται με ορισμένο τρόπο που επιβεβαιώνει και διαιωνίζει τα σχήματα που δημιουργήθηκαν όταν ήταν παιδί.

Κάποια άτομα αναπτύσσουν ναρκισσιστικά χαρακτηριστικά και συμπεριφορές υπεραναπληρώνοντας για την επίπονη παρουσία των συνεπειών των σχημάτων στη ζωή του. Δηλαδή, θα κάνουν οτιδήποτε δεν επιβεβαιώνει τις βαθύτερες πεποιθήσεις για τον εαυτό τους, ότι είναι ανάξια αγάπης, συναισθηματικά στερημένα ή ελαττωματικά. Κατά παρόμοιο τρόπο, ένας έφηβος έχει ανάγκη από κατανόηση, αποδοχή, καθοδήγηση αλλά και ρεαλιστικά όρια. Τέτοια σχήματα μπορεί να είναι (Young, Klosko & Weishaar, 2003 - μετάφραση και προσαρμογή στα ελληνικά Ιωάννης Μαλογιάννης, Μιράντα Βλαβιανού, Ε.Ε.Θ.Σ.):

  • Συναισθηματική στέρηση: η προσδοκία του ατόμου πως η επιθυμία του για έναν φυσιολογικό βαθμό συναισθηματικής υποστήριξης δεν θα καλυφθεί επαρκώς από τους άλλους. Το άτομο δεν έχει λάβει από τους γονείς-σημαντικούς άλλους την φροντίδα, την κατανόηση και προστασία που είχε ανάγκη ή λάμβανε υπό όρους αποδοχή κι αγάπη. Αισθάνεται κενός και μόνος, οπότε θα κάνει οτιδήποτε για να κερδίσει την προσοχή των άλλων και την φροντίδα τους και να βρεθεί πάλι στο «επίκεντρο».
  • Ελαττωματικότητα: η αίσθηση του ατόμου πως είναι ελαττωματικό, κακό, ανεπιθύμητο, κατώτερο ή ανάξιο σε βασικά ζητήματα, ή πως αν εκτεθεί σε σημαντικούς άλλους θα είναι ανάξιο της αγάπης τους. Μπορεί να περιλαμβάνει υπερευαισθησία στην κριτική, στην απόρριψη ή στις κατηγορίες, ανασφάλεια και συγκρίσεις με άλλα άτομα, όταν βρίσκεται ανάμεσα με κόσμο ή μια αίσθηση ντροπής για ελαττώματα, τα οποία θεωρεί πως έχει. Οι γονείς-σημαντικοί άλλοι πιθανότατα επέκριναν, απέρριπταν, τιμωρούσαν το παιδί ή του προκαλούσαν ενοχές. Τυπικές συμπεριφορές είναι ότι λαχταρά θαυμασμό, αναζητά συνεχώς την επίδειξη ανωτερότητας, επιτευγμάτων και ικανοτήτων, επικρίνει, έχει πάντα δίκιο, θυμώνει, ελέγχει συνεχώς μήπως τον κοροϊδέψουν ή τον ειρωνευτούν και
  • Αυτονόητο δικαίωμα: Η πεποίθηση πως το άτομο είναι ανώτερο από τους άλλους, πως αξίζει ειδικά δικαιώματα και προνόμια ή πως δεν υπάγεται στους κανόνες αμοιβαιότητας που διέπουν τη φυσιολογική κοινωνική διάδραση. Συχνά περιλαμβάνει την επιμονή πως το άτομο θα έπρεπε να κάνει ή να έχει ό,τι θέλει, ανεξάρτητα από το τι είναι ρεαλιστικό, από το τι οι άλλοι θεωρούν λογικό ή από τις συνέπειες που θα έχει αυτό στους άλλους. Επίσης, μπορεί να περιλαμβάνει μια υπερβολική επικέντρωση στην ανωτερότητα, ενδέχεται να αφορά σε μια υπερβολικά ανταγωνιστική ή κυριαρχική στάση απέναντι στους άλλους: επιβολή δύναμης και άποψης ή έλεγχος της συμπεριφοράς των άλλων σύμφωνα με τις προσωπικές επιθυμίες του ατόμου, χωρίς συναισθαντική κατανόηση ή ενδιαφέρον για τις ανάγκες και τα συναισθήματα των άλλων ανθρώπων. Οι γονείς-σημαντικοί άλλοι δεν κατάφεραν να μεταδώσουν σε αυτά τα άτομα την αρχή της αμοιβαιότητας και να θέσουν όρια στο να αποκτούν αυτό που θέλουν όταν το θέλουν.

Η αντιμετώπιση μίας ανάλογης εφηβικής συμπεριφοράς από τους γονείς θα λειτουργήσει κατευναστικά, εφόσον οι γονείς δεν έρθουν σε ρήξη μαζί του. Οφείλουν να τηρήσουν τα υγιή και ρεαλιστικά όρια που έχουν θέσει ή να τα τροποποιήσουν σε περίπτωση που αυτά δεν έχουν βοηθήσει. Αυτά είναι το γονικό εργαλείο που θα διατηρήσει σε αυτή την εκρηκτική περίοδο τη συνοχή του οικογενειακού συστήματος. Οι γονείς δείχνοντας κατανόηση και συναισθηματική αντιστοίχηση στον έφηβο, θα καλύψουν τις βασικές του ανάγκες υπενθυμίζοντας, ωστόσο, τα όρια που πρέπει να τηρούνται ανάμεσα σε γονείς και παιδιά και ότι δεν δικαιούνται κάτι περισσότερο από τους υπόλοιπους ανθρώπους. Όλοι οι άνθρωποι δικαιούνται ίση μεταχείριση.

Αν και η ρήξη μπορεί συχνά να φαίνεται αναπόφευκτη, οι γονείς οφείλουν να αναγνωρίσουν ποια συναισθήματα τους πυροδοτούνται από τη συμπεριφορά του παιδιού τους. Πρέπει να κάνουν ένα βήμα πίσω και να δουν πότε ο θυμός ή η οργή τους ενεργοποιείται και τείνει να τους κατακλύσει. Η δυσλειτουργική ένταση του συναισθήματός τους δεν αφορά το παιδί και σίγουρα δε θα βελτιώσει τη συμπεριφορά του. Ο γονέας, αφού αυτο-πειθαρχηθεί, χαλιναγωγώντας τα συναισθήματά του, μπορεί να τα εκφράσει και να ζητήσει από το παιδί του να συζητήσουν, δηλώνοντάς του ότι δεν θέλει να συγκρουστεί μαζί του.

«Δεν θέλω να μαλώσω μαζί σου, ούτε να συνεχίσω να θυμώνω με αυτό που κάνεις. Νομίζω ότι μπορούμε να συζητήσουμε πάνω σε αυτό που φαίνεται να σε ανησυχεί πολύ»

Ένα σημαντικό κομμάτι μόλις έλαβε χώρα· το συναίσθημα του γονιού εκφράστηκε, ο έφηβος δεν επικρίθηκε και φαίνεται να κατανοήθηκε η ανησυχία του, η σύγκρουση δεν ενισχύθηκε.

Επίσης, σημαντικό στοιχείο που μπορεί να ενισχύει τη δυσπροσαρμοστική συμπεριφορά των εφήβων είναι η πίεση και οι προσδοκίες των γονέων. Οι γονείς οφείλουν να αναγνωρίσουν ποιες είναι οι δικές τους ανάγκες και ποιες των παιδιών τους, χωρίς να μεταθέτουν ή να προβάλουν σε αυτά δικές τους ανεκπλήρωτες επιθυμίες. Οφείλουν να αποδεχθούν την ατομικότητά τους, επιτρέποντας τους να γράψουν τη δική τους έκθεση στη ζωή και παρέχοντάς τους στοργή, καθοδήγηση και ασφάλεια. Επιπρόσθετα, οφείλουν να ενισχύουν την αυτονομία και τις ικανότητές τους, χωρίς να βρίσκονται συνεχώς πίσω τους και να τους παρέχουν απλόχερα ό,τι ζητήσουν.

«Καταλαβαίνω πολύ την ανάγκη σου να το κάνεις αυτό, αλλά σίγουρα αυτό δεν με βρίσκει σύμφωνο/η»

Οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι η προσωπικότητα κάθε ανθρώπου έχει πολλές διαστάσεις. Αυτό δε σημαίνει ένα άτομο ότι έχει πολλές προσωπικότητες, αλλά αρκετές πλευρές εαυτού, διάφορους τρόπους λειτουργίας που μπορούν να εναλλάσσονται από τη μία στιγμή στην άλλη.  Φανταστείτε τις πολλαπλές μικρές πλευρές ενός πολύτιμου λίθου· ένας λίθος, πολλές πλευρές. Έτσι και αυτή η πλευρά του εφήβου θέλει να επιτεθεί, να επαναστατήσει, να θυμώσει, να επιδειχθεί. Οι γονείς οφείλουν να την κατανοήσουν, να αντιστοιχηθούν συναισθηματικά με το παιδί, αλλά επισημαίνοντας τα όρια και το δυσλειτουργικό κομμάτι στη συμπεριφορά τους. Αυτό δεν πρέπει να γίνει ούτε με επικριτική, ούτε με τιμωρητική, ούτε με ενοχική χροιά. Η στάση, τα λόγια και η συμπεριφορά των γονέων πρέπει να μεταδίδουν μία αίσθηση, ένα μήνυμα που να λέει:

«Δεν είναι δικό σου το φταίξιμο! Καταλαβαίνω ότι υπάρχει ένα μέρος του εαυτού σου που θέλει να ξεσπάσει έτσι. Δεν είσαι κακός ή ελαττωματικός άνθρωπος, επειδή νιώθεις έτσι. Ωστόσο, είναι δική σου ευθύνη να το αντιμετωπίσεις, να κάνεις κάτι για αυτό, γιατί δημιουργεί συχνά προβλήματα και πληγώνει. Είμαστε εδώ να σε βοηθήσουμε να βρεθεί λύση σε αυτό που θες».

Είναι εμφανές ότι με αυτόν τον τρόπο αποφεύγεται κάθε αίσθηση φταιξίματος ή επίκρισης κι ανοίγεται μία οδός συζήτησης. Ο έφηβος δε θα νιώσει να απειλείται και δε θα συνεχίσει να συμπεριφέρεται με το ότι «η καλύτερη άμυνα είναι η επίθεση». Αντίθετα, θα αντιληφθεί ότι τον κατανοούν και μπορεί να συνειδητοποιήσει τις δυνατότητές τους ως προς αυτό που διεκδικεί. Στόχος των γονέων πρέπει να είναι το να συνειδητοποιήσει ο έφηβος ότι η συμπεριφορά του δεν είναι λειτουργική και ότι μπορεί να πληγώσει. Οι γονείς καλούν τον έφηβο να αναλάβει την προσωπική του ευθύνη για όσα κάνει και να μάθει ότι υπάρχουν συνέπειες για αυτά, εντός της οικογένειας, στο σχολείο, την κοινωνία και τις σχέσεις γενικότερα, αλλά μέσα από μία υποστηρικτική και συναισθαντική στάση.

Εγγραφείτε για να λαμβάνετε το newsletter μας!

Βρείτε μας στα...