Οικογένεια και παιδί

Ο αβάσταχος, διαρκής πόνος της παιδικής λεκτικής κακοποίησης

psychologynow team

psychologynow team

Η Ψυχολογία είναι ο Κόσμος μας!


Αναγνώσεις άρθρου: 13862

Η λεκτική κακοποίηση πονάει περισσότερο από όσο μπορούμε να φανταστούμε.


«Δεν ήξερα ότι ο τρόπος με τον οποίο μου μιλούσε η μητέρα μου, δεν ήταν ο τρόπος που άλλες μητέρες μιλούσαν στις κόρες τους. Ήμουν μοναχοπαίδι και η συνεχής κριτική και ταπείνωσή της, με έκανε να αισθάνομαι άσχημα για τον εαυτό μου και να διπλασιάσω τις προσπάθειές μου για να την ευχαριστήσω. Περισσότερο απ’ όλα, ήθελα η μητέρα μου να είναι ευχαριστημένη με μένα. Ήμουν περίπου 30 ετών πριν συνειδητοποίησω ότι δεν υπήρχε τίποτα φυσιολογικό στο πώς μου μιλούσε. Όχι ότι η αναγνώριση με βοήθησε πολύ, επειδή ήθελα ακόμα να την ευχαριστήσω. Στα 50 μου πλέον, προσπαθώ ακόμα να συνέλθω», Αϊλίν.

Το αποτέλεσμα της λεκτικής επιθετικότητας και της κακοποίησης, τείνει να μη λαμβάνεται σοβαρά και να περιθωριοποιείται στον πολιτισμό μας. Όμως η επιστήμη δεν θα μπορούσε να είναι πιο κατηγορηματική στη διαφωνία της, ειδικά όταν πρόκειται για παιδιά, για τους αναπτυσσόμενους εγκεφάλους τους και για τα μόνιμα αποτελέσματα της λεκτικής κακοποίησης.

 

Τι γνωρίζει η επιστήμη

«Ήξερα ότι το ξύλο ήταν κάτι άσχημο. Όσον αφορά στη λεκτική κακοποίηση, ποτέ δεν πίστευα ότι ήταν φυσιολογική ή αφύσικη αυτή καθ’ αυτή, δεν ήταν καν αντιληπτό ότι αυτό που μου συνέβαινε ήταν κακοποίηση. Νομίζω ότι ο μηχανισμός επιβίωσής μου καταπιεζόταν, χωρίς γνώση του σκοπού του. Ήξερα ότι δεν μου επιτρεπόταν ποτέ να θυμώνω. Ήξερα ότι κάτι πήγαινε στραβά αλλά δεν σκέφτηκα ποτέ να μιλήσω γι’ αυτό με έναν δάσκαλό μου. Διάβασα πολλά βιβλία με ανθρώπους που ήταν ήρωες επειδή ήθελα να είμαι σαν αυτούς», Τζοέλ, 39 ετών.

Πρώτα απ’ όλα, αν η επιστήμη γνωρίζει κάτι, είναι ότι το «κακό είναι ισχυρότερο από καλό», όπως αναφέρουν οι ερευνητές στις μελέτες τους. Οι άνθρωποι είναι καλωδιωμένοι να δίνουν μεγαλύτερη προσοχή σε δυνητικά επικίνδυνες ή αρνητικές πιθανότητες. Οι εξελικτικοί λόγοι για αυτό είναι αρκετά σαφείς: αποθηκεύουμε αυτές τις πληροφορίες σε ένα μέρος του εγκεφάλου που τις καθιστά πολύ πιο προσιτές. Το κλειδί για την επιβίωση των πρωτόγονων ανθρώπων ήταν να καταγράψουν τις επικίνδυνες απειλές και να τις κρατήσουν ζωντανές και οι σύγχρονοι εγκέφαλοί μας δεν διαφέρουν από αυτό. Αυτό ισχύει και για τις λέξεις: αντιδρούμε πιο βαθιά και γρήγορα στην κριτική παρά στον έπαινο, για παράδειγμα θυμόμαστε την τραυματική παρατήρηση του γονέα με περισσότερη ακρίβεια απ’ ό,τι την φιλοφρόνηση. Αυτό ισχύει τόσο για τα παιδιά όσο και για τους ενήλικες.

Από αυτή την άποψη, δεν αποτελεί έκπληξη, ειδικά δεδομένου ότι επεξεργαζόμαστε τα αρνητικά και θετικά γεγονότα μέσω δύο διαφορετικών συστημάτων, ότι το θετικό δεν αντισταθμίζει το αρνητικό. Οι λέξεις εξακολουθούν να είναι καταστρεπτικές όταν έχετε έναν γονέα που χρησιμοποιεί φροντιστικά, όμορφα λόγια και κάποιον που είναι λεκτικά επιθετικός και κακοποιητικός. Οι ψυχολόγοι έδειξαν σε μια μελέτη το κατά πόσο η στοργική συμπεριφορά ενός γονέα θα μπορούσε να μετριάσει με κάποιο τρόπο ή να αποτρέψει ένα παιδί από τη ζημιά που προκάλεσε ένας προφορικά επιθετικός γονέας. Ακόμη πιο σημαντικό είναι το συμπέρασμα ότι εάν ο γονέας που ήταν αρχικά λεκτικά κακοποιητικός, εμφάνιζε αργότερα στοργική συμπεριφορά, το αποτέλεσμα της κατάχρησης δεν βελτιώνεται. Το κακό είναι ισχυρότερο από καλό.

Αυτά τα ευρήματα αντιτίθενται στον τρόπο με τον οποίο προτιμούμε να σκεφτόμαστε τα αρνητικά πράγματα στη ζωή. Μας αρέσει η ιδέα της εξισορρόπησης των κακών, ωστόσο έρχεται σαν σοκ για τους περισσότερους από εμάς, η διαπίσωση ότι δεν υπάρχει επιστημονική βάση για αυτή την αισιόδοξη παραδοχή. Στην πραγματικότητα, πολλές μελέτες - συμπεριλαμβανομένων αυτών του John Gottman σχετικά με τις θετικές και αρνητικές ανταλλαγές μεταξύ συζύγων - έθεσαν την αναλογία σε 5 προς 1, πράγμα που σημαίνει ότι χρειάζονται πέντε καλά πράγματα για να αρχίσουν να μειώνουν τον αντίκτυπο ενός κακού. Αυτό δεν περιλαμβάνει το μπλοκάρισμα της μνήμης του αρνητικού συμβάντος, παρεμπιπτόντως. Αυτές οι μνήμες παραμένουν επίμονες.

Μια μελέτη περίπου 2.000 ενηλίκων διαπίστωσε ότι, όταν ερχόταν η ώρα να μιλήσουν για τις ιστορίες της ζωής τους, θυμούνταν τα οδυνηρά γεγονότα πολύ διαφορετικά, ακόμη και όταν υπήρχε ένα μακρύ χρονικό διάστημα από τότε που συνέβη, με εξαίρεση το παιδικό τραύμα. Οι ερευνητές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι οι ενήλικες μεγαλύτερης ηλικίας θεωρούσαν τα θετικά γεγονότα ως βασικά για τη ζωή τους κυρίως λόγω των πολιτιστικών κανόνων, αλλά τα αρνητικά γεγονότα θεωρήθηκαν κεντρικά ή ως σημεία καμπής λόγω των σχετικών δεξιοτήτων αντιμετώπισης και της συναισθηματικής δυσφορίας.

 

Η λεκτική κακοποίηση αλλάζει τον αναπτυσσόμενο εγκέφαλο

Μια μελέτη της Akemi Tomado επισημαίνει την κυριολεκτική δομική αλλαγή της φαιάς ουσίας του εγκεφάλου με την παρουσία λεκτικής κακοποίησης χωρίς να αποδεικνύει την αιτιώδη συνάφεια. Χάρη στην απεικόνιση με μαγνητική τομογραφία, το ερώτημα του αν η λεκτική κακοποίηση αλλάζει τη λειτουργία του εγκεφάλου, δεν τίθεται πλέον υπό αμφισβήτηση: Γνωρίζουμε ότι η κακοποίηση αφήνει πίσω της μια συγκεκριμένη κληρονομιά.

 

Η στενή σύνδεση ανάμεσα στον φυσικό και τον συναισθηματικό πόνο

Είναι ξεκάθαρο ότι οι άνθρωποι έχουν από καιρό συνειδητοποιήσει ότι υπάρχει μια σχέση μεταξύ του σωματικού και του συναισθηματικού πόνου. Αυτό αντικατοπτρίζεται στη γλώσσα μας. Περιγράφουμε τις καρδιές μας ως ραγισμένες, λέμε ότι έχουμε συναισθηματικούς μώλωπες ή είμαστε βαθιά πληγωμένοι. Για άλλη μια φορά, η επιστήμη δείχνει ότι αυτή η σχέση είναι περισσότερο κυριολεκτική από μεταφορική.

Μελέτες αποδεικνύουν ότι τα κυκλώματα για τον φυσικό και συναισθηματικό πόνο είναι τα ίδια. Πειράματα έδειξαν ότι η κοινωνική απόρριψη ενεργοποίησε το ίδιο νευρικό κύκλωμα με τον φυσικό πόνο. Με πιο εκτεταμένο τρόπο άλλοι ερευνητές, κατέδειξαν την πολυπλοκότητα αυτής της σύνδεσης σε ένα πείραμα για να δουν ποιες περιοχές του εγκεφάλου ενεργοποίηθηκαν, όταν άτομα που είχαν βιώσει πρόσφατα χωρισμό, έβλεπαν μια φωτογραφία του πρώην συντρόφου τους και πότε εφαρμοζόταν μια επιβλαβής ποσότητα θερμότητας στο βραχίονά τους. Μάντεψτε το αποτέλεσμα: ενεργοποιήθηκε το το ίδιο νευρικό κύκλωμα. Η κοινωνική απόρριψη κυριολεκτικά πονάει. Και η λεκτική κακοποίηση είναι η κοινωνική απόρριψη που εκφράζεται με τη γλώσσα.

 

Η ψυχολογική επίδραση της λεκτικής κακοποίησης

Η λεκτική κακοποίηση και η χειραγώγηση ξεκίνησαν νωρίς στη ζωή μιας νεαρής γυναίκας, αλλά πραγματικά κλιμακώθηκαν καθώς έγινε πιο ανεξάρτητη. Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο νομίζει ότι την έχει διαμορφώσει:

«Είμαι πολύ επικριτική προς τον εαυτό μου και υπερβολικά ευαίσθητη. Έχω μια πολύ φτωχή, σχεδόν δυσμορφική εικόνα για τον εαυτό μου, παρ’ όλο που έχω καταφέρει πολλά πράγματα, υπερ-αναλύω τις προθέσεις των άλλων ανθρώπων περιμένοντας να με απορρίψουν. Δεν είμαι κοινωνική και μπορεί να γίνω πολύ αρνητική, αναρωτιέμαι αν αναζητώ τα καταθλιπτικά συναισθήματα - μου αρέσουν τα μελαγχολικά τραγούδια ή οι ιστορίες. Ένας από τους μεγαλύτερους φόβους αλλά και κίνητρό μου, είναι να μην είμαι αρκετή για κάποιον που νοιάζομαι».

Με επιστημονικούς όρους, αυτή η γυναίκα πάσχει από ευαισθησία απόρριψης και χαμηλή αυτοεκτίμηση, έχει ένα αγχωτικό ύφος προσκόλλησης και είναι επιρρεπής στην περισυλλογή και ίσως στην κατάθλιψη και όλα αυτά συνυπάρχουν με υψηλές προσδοκίες για τον κόσμο. Είναι μόνη και επιδεικνύει τη διαρκή επίδραση της λεκτικής κακοποίησης στην παιδική ηλικία. Εάν θέλετε να πάρετε μια αίσθηση του πώς η κακοποίηση επηρεάζει τη ζωή ενός ατόμου, την εικόνα του εαυτού του και τις διαδικασίες σκέψης μακροπρόθεσμα, φανταστείτε να ρίχνετε μια πέτρα πάνω στο νερό και στη συνέχεια να παρακολουθήσετε τους κυματισμούς που σχηματίζει. Υπάρχει το άμεσο αποτέλεσμα της λεκτικής κακοποίησης, που προκαλεί βαθύ συναισθηματικό πόνο. Στις περισσότερες περιπτώσεις, αυτό είναι ένα καθιερωμένο πρότυπο επαναλαμβανόμενης συμπεριφοράς, έτσι εκτός από τον κύκλο του πόνου, το παιδί αναπτύσσει επίσης μηχανισμούς αντιμετώπισης, πολλοί από τους οποίους είναι ακατάλληλοι.

Ένα παιδί που κακοποιείται λεκτικά μπορεί να εξοπλιστεί για να αντιμετωπίσει τον πόνο, γεγονός που μειώνει την ήδη εξασθενημένη ικανότητα του να διαχειρίζεται τα αρνητικά συναισθήματα και να αυτοθεραπεύεται. Τα μωρά μαθαίνουν να αυτορρυθμίζονται και να ανακουφίζουν τον εαυτό τους μέσω της προσαρμοσμένης γονεϊκής φροντίδας, αλλά ο λεκτικά κακοποιητικός γονέας είναι εντελώς ασυντόνιστος.

Ένα παιδί κάτω από τη φροντίδα ενός κακοποιητικού γονέα, μπορεί να πλημμυρίζεται συνεχώς με αρνητικά συναισθήματα που περιορίζουν περαιτέρω την ανάπτυξη της συναισθηματικής του νοημοσύνης. Μετά από συνεχιζόμενη λεκτική επίθεση, είναι δύσκολο για ένα παιδί να διαλέξει αν αισθάνεται φοβισμένο, ντροπαλό, πληγωμένο ή θυμωμένο.

Τέλος, η εσωτερίκευση των μηνυμάτων που μεταφέρονται, αυτές οι φθοροποιητικές, υπερκριτικές και απογοητευτικές λέξεις και φράσεις, αλλάζουν την προσωπικότητα, την αυτοεκτίμηση και τη συμπεριφορά. Η «αυτοκριτική», ο κοινός όρος για να χαρακτηριστεί αυτό, ακούγεται πολύ πιο ευχάριστος από ό,τι είναι στην πραγματικότητα επειδή μπορεί να φτάσει επικίνδυνα στο μίσος του εαυτού και να το αγκαλιάσει στα άκρα.

 

Η αυτοκριτική, είναι μία συνήθεια του μυαλού που αποδίδει κάθε σφάλμα ή αποτυχία σε βαθιές ατέλειες στο χαρακτήρα, οδηγώντας κάποιον να σκεφτεί: «Απέτυχα γιατί είμαι πολύ ηλίθιος και άχρηστος για να κάνω οτιδήποτε άλλο»,ή «Δεν με εκπλήσει που έφυγε. Ποιος θα μπορούσε να με αγαπήσει αληθινά;».

 

Λεκτική κακοποίηση και οικογενειακή δυναμική

Η λεκτική κακοποίηση και η επιθετικότητα δεν μένει στο κενό: δηλητηριάζει το οικογενειακό πηγάδι και τις πηγές που το τροφοδοτούν. Οι ενήλικες που υπέστησαν λεκτική κακοποίηση κατά την παιδική ηλικία, λένε συχνά ιστορίες σχετικά με τα αδέλφια που τους εκφόβιζαν ή τους μετέτρεπαν σε εξιλαστήρια θύματα. Περιγράφουν πατέρες που στέκονταν δίπλα και δεν έλεγαν τίποτα, καθώς οι μητέρες τους περιθωριοποιούσαν επανειλημμένα και τους απομάκρυναν.

Ο Τομ, ο οποίος είναι 66 ετών, αναφέρει ότι του πήρε λίγο χρόνο να συνειδητοποιήσει ότι όλες οι οικογένειες δεν ήταν σαν τις δικές του. Μεγάλωσε με τους γονείς που, όπως τους αποκαλεί, ήταν «άγιοι εξωτερικά», σχετικά με τη συμπεριφορά τους στον έξω κόσμο και διαβόλοι στο σπίτι. Αυτό, παρεμπιπτόντως, είναι πολύ συνηθισμένο επειδή η λεκτική κακοποίηση είναι συνήθως οικογενειακό μυστικό και, αν ανακαλυφθεί, δικαιολογείται από την ανάγκη «πειθαρχίας» ή «διόρθωσης» ενός παιδιού. Ο πατέρας του Toμ ήταν απλά κακοποιητικός και βίαιος και ο μεγαλύτερος του αδελφός τον εκφόβιζε σωματικά και συναισθηματικά. Αλλά η μητέρα του, ήταν πιο δύσκολο να αντιμετωπιστεί επειδή η επιθετικότητα της ήταν πιο συγκεκαλυμμένη.

«Ο τρόπος με τον οποίο ο πατέρας μου μού συμπεριφερόταν, με έκανε να νιώθω ευάλωτος στη βία. Αυτό που έκανε ο αδελφός μου ήταν χειρότερο, καθώς με έκανε να νιώθω αβοήθητος απέναντι όχι μόνο στη βία, αλλά και στην αλαζονική απόρριψη, στην επιθετική υπονόμευση όταν δεν αισθανόμουν ότι βρισκόμουν σε θέση δύναμης. Με λίγα λόγια, με έκανε να νιώθω φοβισμένος και δειλός. Περισσότερο διακριτική, χωρίς ίχνος σωματικής βίας, χωρίς να υψώσει επιβριστική φωνή, αλλά πάντα αγανακτισμένη και επίμονη, αυτό που έκανε η μητέρα μου, με άφησε με μια βαθιά αίσθηση προδοσίας και εγκατάλειψης, που εξακολουθώ να αισθάνομαι».

Ένας γονέας που θέλει να έχει τον έλεγχο, χρησιμοποιεί συχνά τη λεκτική κακοποίηση απέναντι σε ένα παιδί ως τρόπο χειραγώγησης των άλλων παιδιών στην οικογένεια, τα οποία ενδέχεται να γίνουν αποδιοπομπαίοι τράγοι ή να εκφοβίζουν το συγκεκριμένο παιδί για να προστατευθούν από τη λεκτική επίθεση, να αισθάνονται καλά ή να προσπαθούν να κερδίσουν την εύνοια των γονέων τους. Αυτό μπορεί να συμβεί με μια μητέρα, με ένα πατέρα ή και με τους δύο.

Όταν η λεκτική κακοποίηση συνδυάζεται με την χειραγώγηση, όταν κάτι λέγεται και στη συνέχεια ο γονέας το παίρνει πίσω, αναγκάζοντας το παιδί να εξετάσει αν έχει αντίληψη της πραγματικότητας ή μπορεί να είναι τόσο «τρελό» όσο λέει ο γονέας, τότε ο αντίκτυπος είναι εξαιρετικά τοξικός και υπονομευτικός.

 

Ανακάμπτοντας από τη παιδική λεκτική κακοποίηση στην ενηλικίωση

«Η ανάκαμψη από τη λεκτική κακοποίηση είναι μια διαδικασία. Θα έλεγα ότι νιώθω καλά τώρα όταν συνειδητοποιώ ότι είναι η φωνή της μητέρας μου στο μυαλό μου και δεν είναι η πραγματικότητα της κατάστασης. Έκανα ψυχοθεραπεία για μερικά χρόνια και κάθε συνεδρία με βοήθησε να συνειδητοποιήσω το βάθος της κακοποίησης. Πίστευα ότι κάθε οικογένεια ήταν σαν τη δική μου, μέχρι που ξύπνησα σε ηλικία 39 ετών και συνειδητοποίησα ότι έπρεπε να φτάσω στη ρίζα του άγχους μου. Δεν μου άρεσε να μιλάω για τη μητέρα μου στη θεραπεία επειδή δεν ήθελα να της δώσω ούτε ένα λεπτό του χρόνου μου, αλλά μόλις το έκανα, ξέσπασα και ο ψυχολόγος με βοήθησε να συνειδητοποιήσω ότι είχα μια κακοποιητική μητέρα».

Το πρώτο βήμα για τη θεραπεία από τη λεκτική κακοποίηση, όπως καταδεικνύει αυτή η μαρτυρία από μια 46χρονη γυναίκα, είναι η αναγνώριση ότι η κακοποίηση έχει υπάρξει. Αυτό είναι συχνά δύσκολο για πολλούς λόγους, συμπεριλαμβανομένης της «ομαλοποίησης» της οικογένειας: της εξακολούθησης της επιθυμίας για σύνδεση με τον γονέα ή τους γονείς, την αποδοχή της πολιτισμικής αντίληψης ότι η λεκτική κακοποίηση δεν είναι πραγματικά διαβρωτική κι άλλα. Τα καλά νέα είναι ότι με την ψυχοθεραπεία και την υποστήριξη, αυτός ο φαύλος κύκλος μπορεί να διακοπεί και να αντικατασταθεί όχι μόνο με ένα πιο επιβεβαιωτικό μήνυμα, αλλά - επιτέλους - με ένα που τελικά αντικατοπτρίζει το ποιοι είστε.


Πηγή: psychologytoday.com

Συγγραφέας: Peg Streep

Απόδοση – Επιμέλεια: Psychologynow.gr

* Η απόδοση αυτού του άρθρου στα ελληνικά απαιτεί πολύ προσπάθεια και δεν επιθυμούμε να το αναδημοσιεύετε χωρίς την άδειά μας. Αν θέλετε να το αναδημοσιεύσετε, επικοινωνήστε μαζί μας στο info@psychologynow.gr

Γραφτείτε στο newsletter μας. Ελάτε στον Κόσμο της Ψυχολογίας.

Το Psychologynow.gr είναι το επιστημονικό site της Ψυχολογίας στην Ελλάδα. Με συνέπεια, εγκυρότητα και αξιοπιστία το Psychologynow.gr είναι ένας πυρήνας ψυχολογίας που έχει στόχο να ενημερώσει, να υποστηρίξει και να ευαισθητοποιήσει την κοινή γνώμη σε θέματα ψυχικής υγείας.

Επικοινωνία: info@psychologynow.gr

Ελάτε στον κόσμο της Ψυχολογίας!
Συμπληρώστε το email σας για να λαμβάνετε
το εβδομαδιαίο newsletter μας.

Βρείτε μας στα...

Εγγραφείτε για να λαμβάνετε το newsletter μας!