Ψυχοθεραπεία

Δουλεύοντας με εφήβους στην ψυχοθεραπεία

psychologynow team

psychologynow team

Psychologynow Team

Ξεχάστε όλα όσα γνωρίζετε σχετικά με την θεραπευτική συμμαχία.


Οι περισσότεροι έφηβοι έρχονται στη θεραπεία μόνο και μόνο επειδή οι γονείς τους, οι δάσκαλοί τους, ο δικαστής στο δικαστήριο ανηλίκων, τους είπε ότι πρέπει να δουν ένα θεραπευτή. Συνεπώς, οι έφηβοι βρίσκουν συχνά τις πιο τυπικές θεραπευτικές προσπάθειες θεραπείας εξοργιστικές. Με λίγα λόγια, δεν μιλούν, δεν θέλουν να απαντήσουν στις ερωτήσεις, δεν θέλουν να είναι στα γραφεία μας και δεν προτίθενται να το καταστήσουν ευκολότερο για εμάς, γι’ αυτό συχνά καταφεύγουμε στα θεραπευτικά μας κλισέ καθώς δεν ξέρουμε τι άλλο να κάνουμε.

Οι περισσότεροι από εμάς δεν εκπαιδευτήκαμε ποτέ για να μιλήσουμε με εφήβους. Διδάχτηκα ψυχοθεραπεία από ψυχαναλυτές, οι οποίοι εργάστηκαν σκληρά για να ενσταλάξουν μέσα μου την κατανόηση της σημασίας της ασυνείδητης σύγκρουσης, τη δομή του χαρακτήρα, τις αντικειμενοτρόπες σχέσεις, τη διαπροσωπική δυναμική και τη μεταβίβαση. Ήταν πολύ καλή προπόνηση και έχει αποδειχθεί ιδιαίτερα πολύτιμη, αλλά ήταν μια αρχή, όχι ένα τέλος.

Αυτό μου έγινε εντελώς ξεκάθαρο, όταν ξεκίνησα την πρώτη μου δουλειά ως ψυχολόγος προσωπικού σε ένα κέντρο θεραπείας για κοινωνικά και συναισθηματικά διαταραγμένα αγόρια και κορίτσια που δεν τα ένοιαζαν οι ασυνείδητες συγκρούσεις ή ο,τιδήποτε άλλο που έχει να κάνει με τη θεραπεία τους. Τα ρωτούσα: «Ποιοι είναι οι στόχοι της θεραπείας σας;» και με κοιτούσαν σαν να μου έλεγαν: «Κυρά μου, έχω κάτι στο πρόσωπό μου που λέει ότι έχω έναν στόχο στη θεραπεία;»

Όταν άρχισα να παίρνω στα σοβαρά τη θεραπεία εφήβων, συνειδητοποίησα ότι αν ήθελα να κρατήσω έναν από αυτούς στο γραφείο μου για περισσότερη από μισή συνεδρία, θα έπρεπε να αλλάξω τον τρόπο που μιλούσα μαζί τους. Χρειαζόμουν μια γλώσσα που ήταν πιο φυσική, κοινή και αμοιβαία αποκαλυτπική, σε αντίθεση με την ανάκριση, την ερμηνεία και την τελετουργική κλινική γλώσσα που είχα διδαχθεί. Έμαθα αυτή τη νέα γλώσσα, αλλά όχι από μόνη μου, τη διδάχτηκα από αυτά τα θυμωμένα, δυσαρεστημένα παιδιά.

Ανά τα χρόνια, έχω αναπτύξει μια δική μου προσέγγιση, μέσα από την οποία προσπαθώ να κάνω τη θεραπεία όσο γίνεται καλύτερα, σύμφωνα με τον φυσιολογικό και κανονικό τρόπο που οι άνθρωποι επικοινωνούν μεταξύ τους σε διαφορετικές συνθήκες, χωρίς εκ προμελέτης κανόνες, πρωτόκολλα ή σενάρια. Οι άνθρωποι που θεωρούνται ότι δεν ακούγονται φυσιολογικοί ή πραγματικοί ή κανονικοί, συχνά θεωρούνται ψεύτικοι, διπρόσωποι και αυταρχικοί. Δεν αποτελεί έκπληξη, ότι προκαλούν σε άλλους μια αίσθηση δυσπιστίας, άγχους, αμυντικότητας και θυμού. Από όλους τους πελάτες, ίσως οι έφηβοι προστατεύουν πιο πολύ την ευάλωτη αίσθηση της αξιοπρέπειας και δεν συγχωρούν τους ενήλικες που φαίνεται να τους υποτιμούν, που προσπαθούν να βρουν κάποιο πλεονέκτημα σε σχέση με αυτούς ή που αναλαμβάνουν μία μονόδρομη λεκτική στάση.

Άρχισα επίσης να επανεξετάζω την έννοια της θεραπευτικής συμμαχίας και την ίδρυση καλών σχέσεων. Η συνήθης διαδικασία για τη σύνδεση με τους θεραπευόμενους είναι να διαχέετε την ενσυναίσθηση, να είστε προσεκτικοί και να μην κρίνετε κάθε λέξη που λέει ένας θεραπευόμενος. Αλλά οι πολύ προφανείς προσπάθειες θεραπευτικής συμμαχίας με τους εφήβους, πριν υπάρξει οποιαδήποτε πραγματική εμπιστοσύνη, αυξάνει μόνο την αντίδραση «αηδίας» στους εφήβους θεραπευόμενους και αμέσως θέτετε σε κίνδυνο οποιαδήποτε προσπάθεια οικοδόμησης της συμμαχίας. Η καλή σχέση δεν είναι κάτι που προκύπτει άμεσα από «τεχνικές δημιουργίας καλών σχέσεων» αλλά αναπτύσσεται μόνο φυσικά από την αμοιβαία σχέση και τον σεβασμό που οι άνθρωποι αναπτύσσουν ο ένας για τον άλλον.

Επιπλέον, σύμφωνα με το πνεύμα της δημιουργίας καλών σχέσεων με τους απρόθυμους ή «αντιστασιακούς» έφηβους θεραπευόμενους, οι θεραπευτές θα κλίνουν μερικές φορές περισσότερο υπέρ της ενσυναίσθησης και της υποστήριξης σε σχέση με την απόδοση ευθυνών, για την αποφυγή δύσκολων θεμάτων και να μην αποξενώνουν τους νέους θεραπευόμενους. Μπορεί να δικαιολογήσουν συμπεριφορές όπως η ακραία αγένεια, οι βωμολοχίες και οι άμεσες προσβολές ή να απέχουν από το σχολιασμό ακατάλληλων δραστηριοτήτων του θεραπευόμενου, όπως το κάπνισμα μαριχουάνας, το περιστασιακό σεξ ή μια τάση για κλοπές σε καταστήματα, θέματα που «φωνάζουν» για μια πραγματική απάντηση. Αυτή η επιφυλακτικότητα μπορεί να μεταφέρει στον έφηβο θεραπευόμενο όχι ότι αυτοί οι θεραπευτές νοιάζονται πραγματικά, αλλά ότι είναι πρόθυμοι να θυσιάσουν ένα μέρος του αυτοσεβασμού τους, προκειμένου να κάνουν συμμαχία με τον θεραπευόμενο.

Ωστόσο, όταν θυσιάζουμε τα προσωπικά μας όρια ή προσποιούμαστε ότι δεν παρατηρούμε πράγματα που λαμβάνουν χώρα στη συνεδρία προκειμένου να τα έχουμε καλά με το θεραπευόμενο, χάνουμε την αξιοπιστία που χρειαζόμαστε για να είμαστε σε θέση να κάνουμε τη δουλειά μας.

Η εξισορρόπηση της επίδειξης της κατανόησής μας και της συμπόνιας, με την ικανότητα και την προθυμία μας να κρατήσουμε τον καθένα στο δωμάτιο υπόλογο για τις ενέργειές του (συμπεριλαμβανομένων και ημών) είναι μία από τις πιο κρίσιμες προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι θεραπευτές με τους θεραπευόμενους, ιδιαίτερα τους ταραγμένους εφήβους.

teen therapy

 

 

Η ευγενής τέχνη του να «μην τσιμπάμε στο δόλωμα»

Η Ρέιτσελ, 15 ετών, παραπέμφθηκε από τον οικογενειακό γιατρό της σε συνεδρία, όταν η μητέρα της ανακάλυψε ότι τραυμάτιζε τον εαυτό της. Δεν προσέφερε καμία αντίσταση στη θεραπεία και ερχόταν στις συνεδρίες της με ανυπομονησία. Ντυμένη με γκρι και μαύρα ρούχα, συχνά φόραγε ένα φούτερ με κουκούλα που τραβούσε χαμηλά για να καλύπτει ένα μεγάλο μέρος του προσώπου της, ήταν αστεία, ζεστή, πολύ καλοκάγαθη, αγαπητή και γεμάτη με αυτοπεριφρόνηση. Στο γραφείο μου έδειχνε εκλεπτυσμένη, αρκετά διαφορετική από ό,τι μου έλεγε, μεταξύ των φίλων της. Με τα αγόρια, επιδείκνυε την σεξουαλικότητά της, φλέρταρε έντονα φορώντας στενά ρούχα και αρκετό μακιγιάζ, για να αναπληρώσει αυτό που πίστευε ότι της έλειπε, την κάτω του μετρίου εμφάνιση και προσωπικότητά της.

Η Ρέιτσελ, αν και ποτέ δεν θα προχωρούσε σε σεξουαλική επαφή, συλλογιζόταν φωναχτά για το πότε θα το έπραττε, με ποιον θα το έπραττε και πόσους συντόφους θα είχε όταν θα άρχιζε να κάνει σεξ. Έπινε συχνά πολύ και είχε πειραματιστεί με ναρκωτικά. Να απαντούσα όπως κάθε άλλος ενήλικος; Άρχισα να καταλαβαίνω ότι ένα κλειδί για να εργαζόμουν αποτελεσματικά με αυτό το κορίτσι ήταν να μην αντιδρώ στους προφανείς συναγερμούς, ακόμη και αν τα πάντα για την κατάσταση και η σαφής αγωνία της φαίνονταν να φωνάζουν για αυτό.

«Είναι πολύ πιο όμορφη από εμένα έτσι κι αλλιώς», μου είπε η Ρέιτσελ μια μέρα, για να συνοψίσει γιατί το αγόρι της την είχε παρατήσει για ένα άλλο κορίτσι στην τάξη τους. «Γι’ αυτό και πραγματικά δεν μπορώ να τον κατηγορήσω». Το εννοούσε και το λυπημένο, αποκαλυπτικό σχόλιό της απλώς αιωρείτο στο δωμάτιο.

Αυτή είναι μία δήλωση που θα έκανε πολλούς θεραπευτές να θέλουν να δώσουν στη Ρέιτσελ μια ομιλία ενθάρρυνσης: για παράδειγμα, η ομορφιά δεν είναι το παν, ότι αν το πρώην αγόρι της έτσι επιλέγει τις κοπέλες του τότε ίσως δεν είναι τόσο καλός για σύντροφος τελικά, ότι είσαι και εσύ όμορφη κτλ.

Αντί αυτής της ομιλίας, τη ρώτησα: «υπάρχουν διαφορές μεταξύ αγοριών που επιλέγουν τις κοπέλες τους με βάση το πόσο όμορφες είναι και εκείνων που βασίζουν τις αποφάσεις τους σε ένα σωρό διαφορετικά πράγματα;». Αφού συζητήσαμε τα κριτήρια των αγοριών φίλων της για την επιλογή συντρόφων για λίγη ώρα, στη συνέχεια τη ρώτησα: «Πώς γίνεται και όποτε μου λες για τα αγόρια στο σχολείο σου, πάντα ακούγεται σαν να έχουν εκείνοι τον έλεγχο;». Αυτά τα ερωτήματα, με τις απαλές αντισταθμίσεις τους στον ενδοτικό τρόπο της Ρέιτσελ γύρω από τα αγόρια, με στόχο να λειαίνει τα άκρα του τρόπου σκέψης της για τα αγόρια, τα κορίτσια και τις σχέσεις τους, βοήθησαν να κρατηθεί η συζήτηση ανοικτή και να προχωρήσει λίγο παραπέρα. Φύτεψα την ιδέα ότι θα μπορούσε να ζητήσει περισσότερα˙ ότι άξιζε περισσότερα. Λόγω του σκόπιμου αλλά συγκρατημένου χαρακτήρα της Ρέιτσελ, η επιλογή του τόνου στη θεραπεία ήταν - αναμφισβήτητα - συγκρατημένη.

teen therapy 2

 

Το παράδοξο του «να σπας μερικά αυγά»

Η δεκατριάχρονη Ντανιέλ έφτασε στο γραφείο μου, με την ευγενική παραχώρηση της μητέρας της και ήταν τρελά εκνευρισμένη γι΄αυτό. Δεν συμφωνούσε με τίποτα που έλεγε η μητέρα της: ότι η Ντανιέλ είχε γίνει όλο και πιο θυμωμένη κατά τη διάρκεια των τελευταίων μηνών, ότι δεν φαίνεται να νοιάζεται για το σχολείο πια, ότι ήταν αγενής και ασεβής στο σπίτι. Το μόνο που ήταν λάθος στο κόσμο της Ντανιέλ, σύμφωνα με την ίδια, ήταν ότι η μητέρα της δεν την άφηνε να ζήσει με τον πατέρα της.

Η περίπτωση της Ντανιέλ φαινόταν ότι επρόκειτο να ήταν μια πρόκληση. Απέφευγε θέματα (αγνοούσε εντελώς μια ερώτηση ή ένα σχόλιο), ήταν προκλητική και εξωφρενική. Ανέφερε νωρίς στη θεραπεία «Στο σχολείο τις προάλλες, η φίλη μου και εγώ φωνάζαμε στους διαδρόμους ‘Μωρά στα μπλέντερ! Μωρά στο μπλέντερ!’ Ήταν τόσο αστείο!». Φορούσε σκουλαρίκια με σχήμα αλυσοπρίονο που της είχε δώσει ο πατέρας της για τα Χριστούγεννα και είχε μια διαρκώς θρασεία έκφραση στο πρόσωπό της, για να κάνει τους ανθρώπους λίγο πιο νευρικούς βλέποντας με ποιον είχαν να κάνουν. Η Ντανιέλ θα μπορούσε να φάει ένα νέο θεραπευτή ζωντανό.

Παρακάτω μου μιλάει για τη μητέρα της, για την οποία αισθάνεται απόλυτη περιφρόνηση και δεν δείχνει καμία ντροπή στο να την εμφανίζει. «Δεν αντέχω το σύντροφο της μαμάς μου», λέει υποτιμητικά. «Είναι τόσο φλώρος. Γίνεται πραγματικά νευρικός όταν προσπαθεί να μου μιλήσει. Και αυτός είναι, τι, 50 χρονών ή κάτι τέτοιο; Συνεχίζει να αγοράζει στον αδελφό μου και σε μένα όλα αυτά τα πράγματα για να τον συμπαθήσουμε, αλλά είναι βλακείες». Γελάει με ένα αγενές γέλιο, περιμένοντας με να την κατευνάσω με ένα δικό μου χαμόγελο.

Αντί αυτού λέω: «Τον λυπάμαι αυτόν τον άντρα». Η Ντανιέλ με αγριοκοιτάζει.

«Τι συμβαίνει;», τη ρωτάω με μία έκφραση του προσώπου μου.

«Και βέβαια θα τον λυπόσουν», λέει, με αηδία. «Ξέχνα το». Ανοίγει το σακίδιό της και βγάζει να κάνει κάποια εργασία, πιθανότατα για το υπόλοιπο της συνεδρίας.

«Γιατί πάντα πρέπει να έχω την απάντηση που θέλεις προκειμένου να συνεχιστεί η συζήτηση;», τη ρωτάω.

Η Ντανιέλ με κοιτάει και με το μορφασμό αμφισβήτησης της και με ένα ελαφρύ κούνημα του κεφαλιού της μουρμουρίζει: «Είσαι τόσο χαμένη».

Συνεχίζω. «Ναι, αισθάνομαι λύπη για τον άντρα. Λυπάμαι όποιον θέλει να σε γνωρίσει, γιατί τους κάνεις να αισθάνονται ηλίθιοι επειδή προσπάθησαν. Και λυπάμαι για τη μαμά σου, πάρα πολύ, γιατί φαίνεται να της αρέσει πολύ αυτός ο άνδρας, αλλά θέλει επίσης την έγκρισή σου, ώστε να μπορεί να νιώθει ότι κάνει το σωστό. Αλλά ενώ τους βλέπεις να προσπαθούν για όλα αυτά όμως δεν τους βοηθάς. Αντ’ αυτού γελάς».

«Γιατί να θέλω να τους βοηθήσω;» λέει η Ντανιέλ δείχνοντας πραγματικά μπερδεμένη.

«Απίστευτο» ήταν μόνο ότι καταφέρα να πω, ξαφνικά πολύ απότομα.

Η Ντανιέλ με κοιτά, αφοπλισμένη και ανήσυχη από την απάντησή μου. Με κοιτάζει για μια στιγμή και στη συνέχεια στρέφει μακριά το βλέμμα της.

Και τότε, μέσα από αυτή τη σύντομη σύγκρουση δύο διαφορετικών φαινομενολογικών κόσμων, ξεκίνησε η θεραπεία. Στο δικό της κόσμο, το να είσαι υπερόπτης και κακός με τους άλλους είναι ΟΚ ακόμα και τέλειο, αλλά στον κόσμο μου δεν είναι. Για λίγες στιγμές, η Ντανιέλ αισθάνθηκε πως ήταν να βρίσκεται στον κόσμο μου, όπου οι κανόνες είναι διαφορετικοί και αυτό την έκανε να νιώθει άβολα. Δεν νομίζω ότι είχε ποτέ λόγο να εξετάσει πόσο εξαρτημένη ήταν από ένα συγκεκριμένο πλαίσιο τρόπο αντίληψης των πραγμάτων για να μπορέσει να νιώθει άνετα στη ζωή της.

Οπότε, ποια ήταν η θεραπεία, ακριβώς, σε αυτή τη σύντομη σύγκρουση των κόσμων; Η Ντανιέλ είναι σαν τον βασιλιά που, όπως στο γνωστό παραμύθι, κανείς δεν τολμά να επισημάνει ότι είναι γυμνός. Σε αυτή την διάδραση, χωρίς να της πω ότι θα πρέπει να αλλάξει κάτι σχετικά με τον τρόπο που οδηγεί τη ζωή της, ήμουν σε θέση να μεταφέρω τα πράγματα που σκεφτόμουν ότι έπρεπε να ακούσει μέσα στο δωμάτιο:

- Δεν συμφωνώ μαζί σου.

- Θα αισθανθώ λύπη για τον σύντροφο της μητέρας σου, ακόμα κι εσύ δεν αισθανθείς.

- Δεν συνδέει ο καθένας τον οίκτο με το να είναι χαμένος.

- Ελέγχεις τις συνομιλίες με το να τιμωρείς τους ανθρώπους επειδή απάντησαν με έναν τρόπο που δεν σου άρεσε.

- Ελέγχεις τη μαμά σου και εκείνη το ανέχεται, γιατί σημαίνεις τόσα πολλά για αυτήν και φοβάται να σε χάσει.

- Αυτό δεν είναι πολύ ωραίο.

 

Ευρισκόμενοι με τους εφήβους θεραπευόμενους στο ίδιο μήκος κύματος

Επειδή οι έφηβοι θεραπευόμενοι είναι νομικά ανήλικοι, έχουμε την τάση να τους αντιμετωπίζουμε σαν να μην ήταν πλήρως σε θέση να πάρουν τις δικές τους αποφάσεις. Αλλά ότι και να θέλουμε για αυτούς ή ότι και αν μπορεί να βλέπουμε σε αυτούς, η επιλογή του αν θα δεχθούν τη βοήθειά μας είναι πάντα δική τους, ακριβώς όπως είναι για τους ενήλικες θεραπευόμενούς μας. Αν δεν τιμήσουμε αυτή την επιλογή, η δημιουργία ενός θεραπευτικού κλίματος στο οποίο θα αισθάνονται σεβαστοί και θα είναι σε θέση να δεχτούν τη βοήθειά μας, είναι αδύνατη.

Γνωρίζουμε ήδη μερικά από τα πράγματα στα οποία οι έφηβοι δεν ανταποκρίνονται καλά στην θεραπεία όπως τις υπερβολικές ερωτήσεις, τα τυποποιημένα πρωτόκολλα θεραπείας, που επιβάλλονται μεταξύ συνεδρίας και εργασίας στο σπίτι, οπότε ας σταματήσουμε τη χρήση τους. Ανταποκρίνονται καλά στην ενεργή, αυθεντική και με σεβασμό σύνδεση, στην άμεση ανατροφοδότηση και στις συμβουλές. Αν μπορούσαν αυτά να γίνουν ένα τυπικό μέρος της κλινικής εκπαίδευσης και της θεραπείας, θα κάναμε ένα μεγάλο βήμα προς την παροχή υπηρεσιών σε εφήβους που θα ενδιαφέρονταν τόσο όσο εμείς που τις προσφέρουμε.


Πηγή: psychotherapynetworker.org

Απόδοση – Επιμέλεια: Psychologynow.gr

psychologynow team

psychologynow team

Psychologynow Team


Ελάτε στον κόσμο της Ψυχολογίας!
Συμπληρώστε το email σας για να λαμβάνετε
το εβδομαδιαίο newsletter μας.

Βρείτε μας στα...

Υπηρεσίες Χρήστη

Εγγραφείτε για να λαμβάνετε το newsletter μας!