Ψυχοπαθολογία

H επίδραση των πρώιμων εμπειριών ζωής στην ανάπτυξη των διαταραχών προσωπικότητας

psychologynow team

psychologynow team

Psychologynow Team

Μια θετική και υγιής σύνδεση μεταξύ βρέφους και γονέα-φροντιστή μπορεί να λειτουργήσει ευεργετικά στην ανάπτυξη της προσωπικότητας. Ωστόσο, αυτό δεν συμβαίνει όταν η αλληλεπίδραση μεταξύ τους είναι αρνητικά φορτισμένη, γεγονός που είναι δυνατόν να οδηγήσει στην ανάπτυξη μιας διαταραγμένης προσωπικότητας.


Είναι γενικά αποδεκτό ότι η ιδιοσυγκρασία ενός βρέφους καθορίζεται γενετικά, γεγονός που όμως αποτελεί μόνον την αρχή της διαμόρφωσής της, καθώς κανένας δεν μεγαλώνει ανεξάρτητα από το περιβάλλον του. Αντίθετα, η επιβίωση εξαρτάται άμεσα από τους φροντιστές. Αυτή λοιπόν η αλληλεπίδραση μεταξύ βρέφους και γονέα - φροντιστή είναι ζωτικής σημασίας και δημιουργείται από την σύνδεση μεταξύ «ιδιοσυγκρασίας του βρέφους και προσωπικότητας των γονέων», που τελικά επηρεάζει την ανάπτυξη της προσωπικότητας του παιδιού.

Συνεπώς, η αλληλεπίδραση αυτή μπορεί να αποτελέσει ένα καλό παράδειγμα για το πώς η φύση και η ανατροφή συντονίζονται και επιδρούν στην ανάπτυξη της προσωπικότητας.

 

Ας εξετάσουμε λίγο καλύτερα αυτή την αμφίδρομη σχέση.

Τα βρέφη παρουσιάζουν διαφορετική ιδιοσυγκρασία από την στιγμή που γεννιούνται. Μερικά από αυτά είναι πιο ευαίσθητα και αντιδρούν άμεσα στα περιβαλλοντικά ερεθίσματα, όπως το έντονο φως ή οι δυνατοί ήχοι, ενώ άλλα ανταποκρίνονται πιο αργά και με λιγότερο ενδιαφέρον. Είναι αυτές λοιπόν οι διαφορές που οδηγούν τους ερευνητές στο συμπέρασμα ότι τα βρέφη γεννιούνται με διαφορετικές, γενετικά καθορισμένες, ιδιοσυγκρασίες.

Επιπλέον, φαίνεται ότι σημαντική επίδραση ασκείται και από τις απαντήσεις των φροντιστών προς τις ανάγκες των παιδιών. Μπορείτε να φανταστείτε ότι τα ιδιαίτερα ευαίσθητα και αντιδρώντα μωρά θα λάβουν διαφορετική απάντηση από το περιβάλλον σε σχέση με τα πιο ήρεμα. Για παράδειγμα, ένα ήρεμο και γαλήνιο βρέφος είναι πιο πιθανό να το κρατήσουν αγκαλιά από \ ένα ανήσυχο και νευρικό. Φυσικά, αυτές οι περιβαλλοντικές αντιδράσεις επηρεάζουν, με την σειρά τους, την συναισθηματική ανάπτυξη του παιδιού. Πολλοί αναπτυξιακοί ψυχολόγοι συγκλίνουν στην άποψη ότι η ανάπτυξη μιας υγιούς προσωπικότητας εξαρτάται άμεσα από την σύνδεση μεταξύ ιδιοσυγκρασίας του βρέφους και διάθεσης του γονέα-φροντιστή.

Μια θετική και υγιής σύνδεση μεταξύ βρέφους και γονέα-φροντιστή μπορεί να λειτουργήσει ευεργετικά στην ανάπτυξη της προσωπικότητας. Ωστόσο, αυτό δεν συμβαίνει όταν η αλληλεπίδραση μεταξύ τους είναι αρνητικά φορτισμένη, γεγονός που είναι δυνατόν να οδηγήσει στην ανάπτυξη μιας διαταραγμένης προσωπικότητας.

Ένα μεγάλο κομμάτι της ερευνητικής κοινότητας υποστηρίζει επίσης ότι οι εμπειρίες στην παιδική ηλικία διαδραματίζουν σπουδαίο ρόλο στην διαμόρφωση των χαρακτηριστικών της προσωπικότητας, καθώς και στην δημιουργία κάποιας διαταραχής σε αυτήν. Οι τραυματικές εμπειρίες στην παιδική ηλικία όπως, η σωματική, συναισθηματική ή σεξουαλική κακοποίηση και η παραμέληση φαίνεται να αποτελούν παράγοντες κινδύνου που αυξάνουν τις πιθανότητες ανάπτυξης κάποιας διαταραχής προσωπικότητας.

Άλλες δυσάρεστες εμπειρίες στην ηλικία αυτή μπορούν να αυξήσουν τον κίνδυνο για ανάπτυξη διαταραχών. Παραδείγματα τέτοιων καταστάσεων μπορεί να είναι ο θάνατος των γονέων, ο χωρισμός ή το διαζύγιό τους, η έλλειψη της γονεϊκής στοργής, η φτωχή επικοινωνία μέσα στο οικογενειακό πλαίσιο, ο σκληρός και αυστηρός τρόπος ανατροφής και διαπαιδαγώγησης ή η έκθεση σε συνθήκες φόβου και άγχους.

Η σχέση μεταξύ των αρνητικών εμπειριών στην παιδική ηλικία και των διαταραχών προσωπικότητας είναι αρκετά περίπλοκη. Ενώ όμως η έκθεση σε αυτά τα γεγονότα αυξάνουν την πιθανότητα για την εμφάνιση μιας διαταραχής προσωπικότητας, δεν μπορούμε να πούμε ότι όλα τα κακοποιημένα παιδιά θα αναπτύξουν παρόμοια. Η παρατήρηση αυτή υποδηλώνει την ύπαρξη πολλαπλών παραγόντων κινδύνου (τόσο γενετικών όσο και περιβαλλοντικών) που όταν συνδυαστούν μεταξύ τους οδηγούν το άτομο στην διαμόρφωση και εκδήλωση μιας διαταραχής προσωπικότητας. Προτείνει παράλληλα την ύπαρξη και λειτουργία προστατευτικών παραγόντων που περιορίζουν τις αρνητικές επιπτώσεις των σημαντικών τραυματικών και αντίξοων συνθηκών. Η πρόσβαση σε φορείς κοινωνικής υποστήριξης αποτελεί έναν από τους βασικούς προστατευτικούς παράγοντες.

Σε γενικές γραμμές, θα μπορούσαμε να πούμε ότι τα κακοποιημένα ή αγχωμένα παιδιά τείνουν να παρουσιάζουν καλύτερα αποτελέσματα όταν εμπλέκονται σε υποστηρικτικές σχέσεις με δευτερογενείς φροντιστές (παππούδες, γείτονες, καθηγητές, προπονητές, κληρικοί κτλ.), οι οποίοι είναι σε θέση να προσφέρουν αγάπη, ζεστασιά, ενσυναίσθηση, ό,τι δηλαδή δεν μπορούν να έχουν μέσα στο οικογενειακό πλαίσιο που αναπτύσσονται.


Eπιμέλεια - Απόδοση: Άννα Αποστολίδου, Ψυχολόγος 

psychologynow team

psychologynow team

Psychologynow Team


Ελάτε στον κόσμο της Ψυχολογίας!
Συμπληρώστε το email σας για να λαμβάνετε
το εβδομαδιαίο newsletter μας.

Βρείτε μας στα...

Εγγραφείτε για να λαμβάνετε το newsletter μας!