PsychologyNow.gr

Βιβλιοπροτάσεις: Το βιβλίο που θα ήθελες να είχαν διαβάσει οι γονείς σου

Όταν οι αντιδράσεις μας δεν αφορούν το παιδί μας – αλλά το παιδί μέσα μας.


Υπάρχουν στιγμές στην καθημερινότητα με τα παιδιά μας που μας κάνουν να νιώθουμε πως «χάνουμε τον έλεγχο». Μια μικρή αταξία, μια διαφωνία, ένα πείσμα στην ώρα του φαγητού, και ξαφνικά κάτι μέσα μας ξεχειλίζει. Εκεί που ήμασταν υπομονετικοί, γινόμαστε αυστηροί. Εκεί που είχαμε διάθεση για παιχνίδι, γινόμαστε απότομοι. Και, συχνά, λίγο αργότερα, αναρωτιόμαστε: «Γιατί αντέδρασα έτσι;»

Η απάντηση δεν βρίσκεται πάντα στο παρόν. Δεν βρίσκεται μόνο στο παιδί που έχουμε απέναντί μας. Πολύ συχνά, κρύβεται βαθιά στο παιδί που κάποτε υπήρξαμε εμείς.

Το παρελθόν δεν ξεχνάει. Ίσως δεν του δώσαμε ποτέ φωνή, αλλά δεν παύει να ψιθυρίζει. Όταν ήμασταν παιδιά, υπήρξαν στιγμές που νιώσαμε ότι δεν μας ακούνε, δεν μας βλέπουν, δεν μας σέβονται. Ίσως κλάψαμε και μας είπαν «σταμάτα, δεν είναι τίποτα». Ίσως ζητήσαμε αγκαλιά και μας είπαν «μεγάλωσες πια». Ίσως εκφράσαμε θυμό και μας απάντησαν: «δεν πρέπει να φωνάζεις στους γονείς».

Και τώρα, ενήλικες πια, με ένα παιδί μπροστά μας που απλώς εκφράζει την ανάγκη ή τη δυσφορία του, πατάει –χωρίς να το ξέρει– τα δικά μας κουμπιά. Αυτά τα ίδια παλιά κουμπιά που ποτέ δεν απενεργοποιήθηκαν. Αν δεν έχουμε σταθεί κάποια στιγμή να δούμε ποια είναι αυτά, τότε κινδυνεύουμε να αντιδρούμε όχι στο παιδί μας, αλλά στις σκιές του δικού μας παρελθόντος.

Ας δούμε ένα παράδειγμα: Ένας γονιός εξοργίζεται όταν το παιδί του διαμαρτύρεται γιατί δεν θέλει να πάει σχολείο. Αντί να ακούσει, φωνάζει. Αν αναρωτηθεί όμως λίγο πιο βαθιά, ίσως θυμηθεί πως, ως παιδί, δεν του επιτρεπόταν ποτέ να παραπονεθεί. Οι γονείς του δούλευαν σκληρά, και κάθε “γκρίνια” του ερμηνευόταν ως αχαριστία. Τώρα, χωρίς να το καταλάβει, αντιδρά σαν να υπερασπίζεται εκείνη τη σκληρή παιδική του συνθήκη: «Αφού εγώ δεν μπορούσα να παραπονεθώ, γιατί να μπορείς εσύ;»

Ένα άλλο παράδειγμα: Μια μητέρα νιώθει ότι δεν αντέχει το κλάμα του παιδιού της. Δεν την εξαντλεί απλώς – τη θυμώνει. Και όταν αναζητήσει τη ρίζα, θυμάται ότι ως βρέφος, η δική της μητέρα της έλεγε συχνά «μην κλαις, μας ντροπιάζεις». Τότε η ίδια έμαθε να καταπνίγει το κλάμα της. Τώρα, το παιδί της απλώς της θυμίζει αυτό που εκείνη δεν είχε ποτέ δικαίωμα να εκφράσει.

Αυτά τα μοτίβα δεν είναι καταδίκη. Μπορούν να σπάσουν – αρκεί να τα αναγνωρίσουμε. Το πρώτο βήμα είναι η παρατήρηση: Όταν νιώθουμε έντονα συναισθήματα (θυμό, ενόχληση, απόγνωση), αντί να περάσουμε αυτόματα στη δράση, ας κάνουμε μια παύση. Ας αναρωτηθούμε: Αυτό που νιώθω, αφορά πραγματικά αυτό που συμβαίνει τώρα ή κάτι βαθύτερο, παλιότερο, που απλώς αναβιώνει;

Ας γίνουμε οι ενήλικες που έχουμε ανάγκη να είμαστε – όχι οι ρόλοι που μάθαμε να παίζουμε. Όσο περισσότερο φωτίζουμε τα δικά μας σκοτεινά σημεία, τόσο περισσότερο απελευθερώνουμε το παιδί μας από τις προσδοκίες, τις φοβίες και τις απογοητεύσεις που δεν του ανήκουν.

Κανένας γονιός δεν είναι τέλειος. Κανένας γονιός δεν είναι τέλειος. Αλλά κάθε γονιός μπορεί να κάνει το βήμα να καταλάβει πρώτα τον εαυτό. Και αυτή είναι η πιο βαθιά πράξη αγάπης – όχι μόνο προς το παιδί του, αλλά και προς τον ίδιο του τον εαυτό.

Αν αυτό το κείμενο σε αγγίζει, τότε ίσως ήρθε η στιγμή να δώσεις φωνή και στην προσωπική σου διαδρομή. Ένα πολύτιμο πρώτο βήμα είναι το βιβλίο της ψυχοθεραπεύτριας Philippa Perry «Το βιβλίο που θα ήθελες να είχαν διαβάσει οι γονείς σου», από τις Εκδόσεις Διόπτρα. Μια ευκαιρία για να ξεκινήσεις έναν πιο ουσιαστικό διάλογο – με το παιδί σου, αλλά και με εκείνο το μικρό παιδί που ακόμη ζει μέσα σου.

Κυκλοφορεί στο dioptra.gr και σε όλα τα συνεργαζόμενα βιβλιοπωλεία. Μπορείς να διαβάσεις τις πρώτες σελίδες του βιβλίου.

Αποστολή αιτήματος
Στείλε στον ειδικό οτιδήποτε θέλεις να τον ρωτήσεις.