PsychologyNow Team

Συνέντευξη Ν. Ζωμένου: «Αυτό που φέρνει τους ανθρώπους στην ψυχοθεραπεία είναι η αίσθηση προσωπικής ανεπάρκειας, ο φόβος της απόρριψης και η μοναξιά»

Συνέντευξη Ν. Ζωμένου: «Αυτό που φέρνει τους ανθρώπους στην ψυχοθεραπεία είναι η αίσθηση προσωπικής ανεπάρκειας, ο φόβος της απόρριψης και η μοναξιά»

PsychologyNow Team

«Αν αναγνωρίζαμε την αξία μας, τις ικανότητες και τα χαρίσματά μας, αν πιστεύαμε περισσότερο στην ομορφιά της ψυχής μας και τον πλούτο που κρύβουμε μέσα μας, θα συνειδητοποιούσαμε πως ό,τι μας συμβαίνει, έχουμε τη δύναμη να το αντέξουμε και να το διαχειριστούμε. Και τότε δεν θα αμφισβητούσαμε ποτέ ξανά τον εαυτό μας».

Η Νικολία Ζωμένου, Ψυχολόγος MSc, Ψυχοθεραπεύτρια και Επιστημονική Συνεργάτιδα του PsychologyNow.gr μας περιγράφει με ζεστασιά το θεραπευτικό ταξίδι και φωτίζει εκείνα τα στοιχεία που φέρνουν τη διαφορά στην ψυχική υγεία μας.


- Πώς αποφασίσατε να ασχοληθείτε με την ψυχολογία;

Η αλήθεια είναι πως νιώθω από τους τυχερούς ανθρώπους που ο σκοπός της ζωής μου, μου φανερώθηκε από νωρίς. Η πρώτη φορά που θυμάμαι ότι σκέφτηκα να γίνω Ψυχολόγος ήταν όταν ήμουν 13 ετών. Πάντα ένιωθα μια γοητεία για τον ανθρώπινο ψυχισμό. Ήμουν ένας άνθρωπος που παρατηρούσα πολύ, άκουγα περισσότερο και μιλούσα λιγότερο κι έπειτα επεξεργαζόμουν επισταμένως όλες τις προσλαμβάνουσες που είχα συλλέξει. Προσπαθούσα να κατανοήσω, να εξηγήσω.

Τι είναι αυτό που μας επηρεάζει και μας διαμορφώνει σαν προσωπικότητες; Γιατί σκεφτόμαστε με έναν συγκεκριμένο τρόπο κι όχι με κάποιον άλλο; Πώς αυτό μπορεί να διαφοροποιηθεί από άτομο σε άτομο; Πώς αυτή η διαφοροποίηση μεταφράζεται στην πράξη; Γιατί ο Α αντιδράει έτσι σε μια κατάσταση και ο Β αλλιώς; Μήπως υπάρχει κάτι που μπορεί να βοηθήσει στο να ανακουφίσουμε έντονα συναισθήματα και να τα διαχειριστούμε καλύτερα;

Τα προβλήματα που έχει η κοινωνία μας κι ο κόσμος ευρύτερα, από πού ξεκινάνε; Πώς φτάνουμε στις αντιπαραθέσεις; Στις συγκρούσεις; Στις παραβατικές ή/και εγκληματικές συμπεριφορές; Όλα ξεκινούν από το άτομο. Ό, τι φέρει το άτομο μέσα του, ό, τι έχει καταπιέσει/απωθήσει ή δεν το έχει αντιληφθεί για να το διαχειριστεί με κάποιον τρόπο, στην αλληλεπίδρασή του με τους άλλους ανθρώπους, θα πολλαπλασιαστεί.

Σκεφτόμουν λοιπόν, ότι για να γίνει μια μεγάλη αλλαγή στην κοινωνία μας, για να συμβιώνουμε πιο αρμονικά μεταξύ μας, χρειάζεται να γίνει πρώτα μια μεγάλη αλλαγή μέσα στον καθένα μας ξεχωριστά. Όπως μεταδίδουμε το αρνητικό ο ένας στον άλλο κι αυτό πολλαπλασιάζεται και εκδηλώνεται μέσα από κοινωνικά προβλήματα, με τον ίδιο τρόπο μπορούμε να προκαλέσουμε και μια αλυσίδα θετικών αντιδράσεων. Η θετική αλλαγή σε έναν άνθρωπο θα έχει θετικό αντίκτυπο και στον περίγυρό του. Η σχέση που έχουμε με τους άλλους είναι μια αντανάκλαση της σχέσης που έχουμε καλλιεργήσει με τον εαυτό μας. Αλλάζοντας το «μέσα», αλλάζω και το «έξω». Και αντιστρόφως.

Επιπλέον, οι δικοί μου άνθρωποι έρχονταν σ’ εμένα για να μιλήσουν, με εμπιστεύονταν και μου ήταν εύκολο να μπαίνω στη θέση τους και να τους κατανοώ. Οπότε ένιωθα έντονα την ανάγκη να βοηθήσω με όποιον τρόπο ήταν εφικτό. Ακόμα και με τη σιωπή. Συχνά, δεν ψάχνουμε κάποιον να μας λύσει τα προβλήματα ούτε έχουν κι όλα τα προβλήματα λύση. Έχουμε όμως ανάγκη κάποιον να μας ακούσει, να μας κατανοήσει, να μας κρατήσει το χέρι…

Αυτή η αίσθηση της προσφοράς, ότι κάτι έκανα και βοήθησα έναν άνθρωπο να αισθανθεί καλύτερα, ν’ αποφορτιστεί συναισθηματικά, να τακτοποιήσει τις σκέψεις του, αυτή η αλλαγή στο βλέμμα που δεν είναι πια ζοφερό, αλλά υπάρχει ξανά φως, αισιοδοξία κι ελπίδα, για μένα είναι η μεγαλύτερη ανταμοιβή.

Η μεγαλύτερη ικανοποίηση. Με κάνει να αισθάνομαι πλήρης. «Εδώ είμαι. Εδώ ανήκω».

Δεν είχα ποτέ κάποιον στο περιβάλλον μου που να ασχολείται με το συγκεκριμένο επάγγελμα, όμως ο τρόπος που το είχα στο μυαλό μου, μου εξίταρε το ενδιαφέρον περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Με «γέμιζε». Διάβαζα βιβλία, έβλεπα ταινίες ή σειρές κι έπιανα τον εαυτό μου να ψυχογραφεί τους ήρωες. Ήθελα να μάθω, να καταλάβω.

Κρύβει μια ομορφιά το άγνωστο, αυτό που δεν έχουμε κατακτήσει και αποκωδικοποιήσει ακόμα. Όσο περισσότερη εμπειρία αποκτώ στην πράξη κι όσο ανακαλύπτω κι εγώ τον εαυτό μου, τόσο καλύτερα συνειδητοποιώ πως το επάγγελμά μου το διάλεξα και με διάλεξε.

- Ποιο ήταν τα ταξίδι που διανύσατε ακαδημαϊκά και επαγγελματικά μέχρι και σήμερα;

Οι σπουδές μου ξεκίνησαν στο τμήμα Ψυχολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου και από πολύ νωρίς με απασχόλησε το MSc. που θα ακολουθούσα, καθώς περισσότερο απ’ όλα με ενδιέφεραν οι τομείς της Κλινικής Ψυχολογίας και της Εγκληματολογίας.

Κατά τη διάρκεια των φοιτητικών μου χρόνων παρακολούθησα πλήθος σεμιναρίων, συνεδρίων και ημερίδων, για να μπορέσω να καταλάβω καλύτερα πώς λειτουργεί ο Ψυχολόγος στην πράξη, να εμπλουτίσω τις γνώσεις μου και να διαπιστώσω αν αυτό που έχω στο μυαλό μου για την εξειδίκευσή μου και τη μετέπειτα επαγγελματική μου πορεία, όντως μου ταιριάζει και μπορώ να ανταποκριθώ σε αυτό.

Ολοκληρώνοντας τις προπτυχιακές μου σπουδές έφυγα για το MSc. μου στη Ψυχολογία της Υγείας και της Ιατρικής, στο Leiden University, στην Ολλανδία. Θεώρησα ότι ήταν μεγάλη ευκαιρία να φύγω στο εξωτερικό και να εξειδικευτώ σε έναν τομέα που δεν είναι ιδιαίτερα διαδεδομένος στην Ελλάδα. Το μεταπτυχιακό αυτό, μου δίνει τη δυνατότητα να συνεργαστώ και με ανθρώπους οι οποίοι αντιμετωπίζουν κάποια χρόνια ασθένεια και χρειάζονται ψυχολογική υποστήριξη (όπως και οι οικείοι τους).

Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, ξεκίνησα την εξειδίκευσή μου στη Γνωσιακή Συμπεριφορική Ψυχοθεραπεία, στο Κέντρο Εφαρμοσμένης Ψυχοθεραπείας και Συμβουλευτικής, στην Καλλιθέα, καθώς είναι η προσέγγιση που ταιριάζει καλύτερα στη δική μου φιλοσοφία και αντίληψη των πραγμάτων.

Παράλληλα, μέσω E-Learning στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, εκπαιδεύτηκα στην Εγκληματολογία και στη Διαχείριση Χωρισμού-Διαζυγίου Γονέων. Ολοκληρώνοντας την εξειδίκευσή μου στη ΓΣΨ, έκανα και την εκπαίδευσή μου στη Θετική Ψυχολογία, μέσω E-Learning, στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Επαγγελματικά, πέρα από τις πρακτικές μου στο πλαίσιο των προπτυχιακών και μεταπτυχιακών μου σπουδών και τον εθελοντισμό που είχα κάνει ως φοιτήτρια, ξεκίνησα την καριέρα μου επισήμως, στο Κατάστημα Κράτησης Πατρών. Εργάστηκα εκεί ένα χρόνο κι έπειτα συνέχισα την πορεία μου ως ιδιώτης Ψυχολόγος, στο γραφείο που συστεγάζομαι με μια πολύ καλή μου φίλη, στο κέντρο της Πάτρας.

Σχεδόν το ίδιο χρονικό διάστημα που ξεκίνησα να εργάζομαι ως Ψυχολόγος, άρχισα και την αρθρογραφία. Πέρα από τη συνεργασία μου μαζί σας, άρθρα μου έχουν δημοσιευτεί και στην εφημερίδα «Πελοπόννησος» και σε ένα ξένο περιοδικό, το EC Psychology & Psychiatry. Τέλος, εδώ και κάποιους μήνες, έχω ξεκινήσει να κάνω Podcast με θέματα που άπτονται της Ψυχολογίας, για να μπορώ να συνδέομαι με τον κόσμο και με έναν πιο άμεσο τρόπο.

- Από την εμπειρία σας στην κοινωνική επανένταξη, ποιες πιστεύετε ότι είναι οι προκλήσεις των ειδικών ψυχικής υγείας σε αυτό τον χώρο και πώς μπορούν να συμβάλλουν ενεργά;

Σύμφωνα με την εμπειρία που αποκόμισα, οι συνθήκες κράτησης στη χώρα μας δεν βοηθούν καθόλου στην κοινωνική επανένταξη. Αρχικά, υπάρχουν πάρα πολλές δυσκολίες οι οποίες δυσχεραίνουν το σήμερα, το να μπορέσει κάποιος να επιβιώσει και να ανταπεξέλθει στην κάθε μία ημέρα που περνάει φυλακισμένος και παρόλο που το μυαλό όλων τριγυρνάει στο «έξω», στη ζωή μετά, όταν πασχίζεις να εξασφαλίσεις την κάθε μέρα, το να μπεις στη διαδικασία να προετοιμαστείς για το αργότερα (που είναι και αβέβαιο), μοιάζει πολύ μακρινό, ουτοπικό και για κάποιους δεν έχει και νόημα στο παρόν.

Σε ένα κατάστημα κράτησης εργάζονται πάρα πολλοί άνθρωποι, πολλές διαφορετικές ειδικότητες. Η συνεργασία ανάμεσα σε όλους αυτούς τους ανθρώπους είναι συχνά πάρα πολύ δύσκολη. Και γίνεται ακόμα δυσκολότερη όταν δεν έχουν όλοι την πρόθεση να συνεργαστούν κι εστιάζουν την προσοχή τους σε άλλα πράγματα.

Επιπλέον, υπάρχει μεγάλη έλλειψη προσωπικού που δυσχεραίνει την κατάσταση. Όταν δεν υπάρχουν αρκετοί σωφρονιστικοί υπάλληλοι για να στελεχώσουν μια φυλακή και να εξασφαλίσουν, όσο είναι δυνατόν, την ομαλή λειτουργία της, η ψυχική υγεία έρχεται σε δεύτερη και τρίτη μοίρα. Αρκετές φορές χρειάστηκε να ακυρωθούν προγραμματισμένες συνεδρίες που είχα με κρατούμενους, καθώς δεν ήταν ασφαλές να βγουν από τις πτέρυγές τους, λόγω έλλειψης σωφρονιστικών υπαλλήλων.

Σε αρκετά καταστήματα κράτησης, όπως σε αυτό που εργάστηκα εγώ, δεν υπήρχε μόνιμος Ψυχίατρος ούτε καν κάποιος άλλος γιατρός για να μεριμνήσει για τις ανάγκες των κρατουμένων. Επομένως, όταν οι κρατούμενοι χρειάζονταν φαρμακευτική αγωγή, έπρεπε να διακομιστούν στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο του Ρίου ή να περιμένουν πότε θα έρθει ο Ψυχίατρος από Αθήνα. Ήμουν η μόνη Ψυχολόγος σε μια φυλακή περίπου 600 κρατουμένων. Εκ των πραγμάτων, ήταν αδύνατο να μπορέσω να πραγματοποιήσω έστω και 1 συνεδρία κλινικής αξιολόγησης με τον καθένα τους.

Το 60% των κρατουμένων είναι αλλοδαποί. Αυτό καθιστούσε δύσκολη την επικοινωνία, ακόμα και για βασικά πράγματα, πόσο μάλλον όταν πρόκειται για την έκφραση συναισθημάτων και ψυχολογικών δυσκολιών. Κάποιες συνεδρίες τις πραγματοποιούσα στα Αγγλικά, ή με την αρωγή κάποιου άλλου κρατούμενου που συμφωνούσε να τελέσει χρέη μεταφραστή, ενώ με κάποιους η επικοινωνία ήταν παντελώς αδύνατη.

Μια ακόμη πρόκληση, ήταν η επικοινωνία με τους οικείους τους. Μέσα στα καθήκοντά μου ήταν και η υλοποίηση οικογενειακών συνεδριών, γιατί κι εκείνοι χρειάζονται ψυχολογική υποστήριξη. Όμως, πολλοί έμεναν σε διαφορετικές πόλεις και κάτι τέτοιο ήταν ανέφικτο, οπότε η συνεργασία μας γινόταν τηλεφωνικά.

Δύσκολο κομμάτι ήταν και η διαχείριση κρατουμένων με αυτοκτονικό/αυτοκαταστροφικό ιδεασμό ή/και έκδηλη επιθετικότητα και βία προς άλλους κρατούμενους. Δεν μπορείς να προβλέψεις τα όρια της βίας και το αν η επιθυμία που εκδηλώνει κάποιος για να βλάψει τον εαυτό του ή κάποιον άλλο θα γίνει πράξη, οπότε συχνά γινόταν άρση του επαγγελματικού απορρήτου, προκειμένου να μεριμνήσουμε για την ασφάλεια και την προστασία τους.

Μια επιπρόσθετη πρόκληση είναι το προσωπικό κομμάτι. Τα ψυχοθεραπευτικά όρια που μπορεί να ξεπεράσει κάποιος και χρειάζονται διαρκή επαναπροσδιορισμό, αλλά και η άμεση/έμμεση απειλή που μπορεί να αισθανθεί ένας Ψυχολόγος ή ο οποιοσδήποτε άνθρωπος που εργάζεται σε μια φυλακή.

Η ψυχοθεραπεία σε μια φυλακή είναι δύσκολη έως και ανέφικτη. Οι Ψυχολόγοι ζητάμε από τους θεραπευόμενούς μας, να μας εμπιστευτούν για να νιώσουν ασφαλείς κι ελεύθεροι ώστε να μπορέσουν να μας ανοιχτούν. Πώς μπορείς να χωρέσεις την ελευθερία σε μια φυλακή;

Πώς μπορεί ένας κρατούμενος να αφεθεί, να εμπιστευτεί, να χαμηλώσει τις άμυνές του και να επιτρέψει σε κάποιον να τον γνωρίσει, να ακούσει τις σκέψεις και τα συναισθήματά του; Τις δυσκολίες και τους φόβους του; Θα αισθανθεί ευάλωτος αν το κάνει. Κι ο ευάλωτος στη φυλακή, γίνεται ο εύκολος στόχος.

Η πλειοψηφία δεν μπορεί να αντέξει αυτήν την αίσθηση ευαλωτότητας. Είναι θέμα επιβίωσης για εκείνους. Αποστασιοποιούνται από τα συναισθήματά τους για να προστατευτούν. Κι επιπλέον, η δουλειά που μπορεί να γίνει στο πλαίσιο μια συνεδρίας, δεν έχει πάντα διάρκεια. Με το που επιστρέψουν στο κελί τους, στη «ζούγκλα» όπως τη χαρακτήριζαν, σβήνουν όλα.

Η πλειοψηφία των κρατουμένων με τους οποίους συνεργάστηκα έρχονταν στο γραφείο μου έχοντας έντονη την ανάγκη να μιλήσουν με κάποιον. Να εκφραστούν και να ξεχαστούν για λίγο. Να ελαφρύνουν το φορτίο στην πλάτη τους. Να νιώσουν άνθρωποι. Είναι μια φράση που μου έχει μείνει. «Έρχομαι στο γραφείο σου, με ακούς, με καταλαβαίνεις κι αισθάνομαι άνθρωπος ξανά».

Σε ένα περιβάλλον εχθρικό κι επικίνδυνο, με χαρακτήρα περισσότερο τιμωρητικό παρά σωφρονιστικό, είναι πολύ σημαντικό για εκείνους να αισθάνονται ότι υπάρχει κάποιος για να ακούσει την πλευρά τους και να τους κατανοήσει. Η δικαιοσύνη αποφασίζει για τη στέρηση της ελευθερίας ενός ανθρώπου και πολλών άλλων δικαιωμάτων που χάνουν μαζί με αυτήν. Ακόμα κι ένας κρατούμενος όμως, δεν παύει να έχει δικαίωμα στη ψυχική υγεία, όπως όλοι μας. Και ίσως, οι κρατούμενοι έχουν μεγαλύτερη ανάγκη να λαμβάνουν «ανθρωπιά», για να μην αποκοπούν τελείως από αυτήν. Δεν διώχνεις το σκοτάδι με σκοτάδι, αλλά με φως.

Ωστόσο, για να μπορέσουμε να κάνουμε μια ουσιαστική διαφορά στον τομέα της ψυχικής υγείας μέσα σε μια φυλακή, είναι απαραίτητο να μεριμνήσουν οι αρμόδιοι ώστε να στελεχωθούν τα καταστήματα κράτησης με το αντίστοιχο επιστημονικό προσωπικό.

- Μέσα από τη δουλειά και την εμπειρία σας, έχετε παρατηρήσει ποιες είναι οι συνηθέστερες δυσκολίες που ωθούν τους ανθρώπους στην αναζήτηση βοήθειας;

Η νούμερο ένα δυσκολία είναι η διαχείριση του άγχους και των ψυχοσωματικών συμπτωμάτων που προκαλεί, οι κρίσεις πανικού, η χαμηλή αυτοπεποίθηση, η μοναξιά, προβλήματα επικοινωνίας, οριοθέτησης και διεκδικητικότητας, διαταραχές διάθεσης και διατροφικές διαταραχές. Πιο συγκεκριμένα, η ρίζα των δυσκολιών που αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι και βγαίνει στην επιφάνεια μέσα από συγκεκριμένες διαταραχές, είναι η αίσθηση προσωπικής ανεπάρκειας κι ο φόβος της απόρριψης και της μοναξιάς.

- Ποια στοιχεία θεωρείτε σημαντικά να έχει ένας ψυχολόγος στην προσέγγιση των ανθρώπων που τον εμπιστεύονται;

Ενσυναίσθηση, ζεστασιά, άνευ όρων αποδοχή, μη κριτική στάση, υπομονή, κατανόηση, οριοθέτηση (να διαχωρίζουμε προσωπική κι επαγγελματική ζωή), ικανότητα διαχείρισης των προσωπικών συναισθημάτων, εχεμύθεια, ειλικρίνεια, προσαρμοστικότητα στις ανάγκες κάθε θεραπευόμενου, κριτική ικανότητα, πολύ καλή γνώση του αντικειμένου μας κι επίγνωση των όσων δεν ξέρει και χρειάζεται να μάθει για να εξελιχθεί περαιτέρω.

Η άγνοια και η ημιμάθεια βλάπτουν. Κι αν ένα περιστατικό αισθανόμαστε ότι δεν μπορούμε να το διαχειριστούμε για όποιον λόγο, καλό είναι να το παραπέμπουμε σε κάποιον άλλο, για να λάβει ο άνθρωπος τη βοήθεια και την καθοδήγηση που χρειάζεται.

Θεωρώ πως είναι πολύ σημαντικό να έχουμε γερό στομάχι. Υπάρχει πολλή ματαίωση στη δουλειά μας.

Κάποιες φορές τα αποτελέσματα της ψυχοθεραπείας μπορεί να αργήσουν να φανούν, να υπάρχουν έντονα σκαμπανεβάσματα και υποτροπές, κάτι που είναι φυσιολογικό να συμβαίνει στο πλαίσιο της ψυχοθεραπείας και χρειάζεται να το υπενθυμίζουμε και στους θεραπευόμενους και στον ίδιο μας τον εαυτό.

Και κάποιες άλλες φορές, μπορεί να υπάρχουν drop outs, έντονη αντίσταση στη ψυχοθεραπευτική διαδικασία και τα επιθυμητά αποτελέσματα να μην έρθουν ποτέ ή να μην είναι στο επίπεδο που θα θέλαμε. Τέλος, θα συμπλήρωνα πως χρειάζεται πίστη. Αν δεν πιστέψεις εσύ ο ίδιος στην αλλαγή, πώς θα βοηθήσεις και τον θεραπευόμενο να πιστέψει και να λειτουργήσει ανάλογα;

- Τι νομίζετε ότι χρειάζονται περισσότερο οι άνθρωποι στη ζωή τους για να είναι σε θέση να διαχειρίζονται τις προκλήσεις της ζωής;

Περισσότερη πίστη στον εαυτό τους. Οτιδήποτε έχουμε ως ανασφάλεια, φόβο και άγχος, συνειδητή ή ασυνείδητη ανησυχία, πηγάζει από την έλλειψη αυτοπεποίθησης. Συνεχώς αμφισβητούμε τον εαυτό μας και υποτιμούμε τις ικανότητές μας.

Το άγχος, τα σενάρια που κάνουμε για όλα όσα μπορούν να συμβούν και πώς θα τα διαχειριστούμε, έρχεται με το πρόσχημα του να μας προετοιμάσει για όλες τις πιθανές δυσκολίες, τα εμπόδια, την εύρεση λύσεων γι’ αυτά και την αντιμετώπισή τους. Καίμε τον εγκέφαλό μας με πράγματα που μας απασχολούν και κατά 90% μπορεί να μην συμβούν και ποτέ. Έχουμε ένα μόνιμο «Και αν…» Και αν δεν;

Όσο και να ανησυχούμε, δεν προετοιμαζόμαστε για κάτι πρακτικά. Η ζωή είναι απρόβλεπτη. Συμβαίνουν πράγματα που δεν μας είχαν περάσει καν απ’ το μυαλό, τόσο ευχάριστα όσο και δυσάρεστα. Αν αναγνωρίζαμε την αξία μας, τις ικανότητες και τα χαρίσματά μας, αν πιστεύαμε περισσότερο στην ομορφιά της ψυχής μας και τον πλούτο που κρύβουμε μέσα μας, θα συνειδητοποιούσαμε πως ό, τι μας συμβαίνει, είναι και ό, τι έχουμε τη δύναμη να αντέξουμε και να διαχειριστούμε.

Και τότε δεν θα αμφισβητούσαμε ποτέ ξανά τον εαυτό μας ούτε θα σπαταλούσαμε τόση φαιά ουσία κι ενέργεια καταστροφολογώντας, αλλά θα αξιοποιούσαμε το χρόνο και την ενέργειά μας πιο εποικοδομητικά.

- Ποια πιστεύετε ότι είναι η «συνταγή» για τη διατήρηση της ψυχικής υγείας μας;

Δεν πιστεύω ακριβώς σε «συνταγές». Ή τουλάχιστον σε συνταγές μαζικής εκτέλεσης. Στη μαγειρική, υπάρχουν βασικές οδηγίες για να δημιουργήσουμε ένα φαγητό ή ένα γλυκό, όμως συχνά, παίρνουμε μια συνταγή και την προσαρμόζουμε στα γούστα και τις ιδιαίτερες ανάγκες μας. Το ίδο θεωρώ πως συμβαίνει και με τη ψυχική μας υγεία.

Αρχικά, για να μπορέσουμε να διατηρήσουμε τη ψυχική υγεία μας, χρειάζεται να τη «δομήσουμε». Και να αποδεχτούμε πως η ψυχική υγεία δεν είναι μια μόνιμη, σταθερή κατάσταση, αλλά κάτι ρευστό και ευμετάβλητο. Από μέρα σε μέρα, από ώρα σε ώρα, έχουμε διακυμάνσεις. Και οι αποκλίσεις από το κέντρο μας, από την ισορροπία μας, είναι κι αυτές μέρος της διαδικασίας και της ζωής γενικότερα. Αρκεί να επανερχόμαστε στο σημείο αναφοράς μας.

Θεωρώ ότι είναι πολύ σημαντικό να κάνουν όλοι οι άνθρωποι ψυχοθεραπεία. Δεν χρειάζεται να συμβεί κάτι πολύ ακραίο και δύσκολα διαχειρίσιμο για να απευθυνθούμε σε έναν ψυχολόγο.

Όπως οφείλουμε να κάνουμε τακτικά check up για τη σωματική μας υγεία κι όχι να πηγαίνουμε στο γιατρό όταν ένα πρόβλημα έχει φτάσει στο απροχώρητο (κάτι που δυσκολεύει τη θεραπεία, την παρατείνει χρονικά ή ανά περιπτώσεις την καθιστά και ανέφικτη), ομοίως είναι καλό να αντιμετωπίζουμε και τη ψυχική μας υγεία. «Κάλλιον του θεραπεύειν, το προλαμβάνειν».

Ανεξαρτήτως ψυχοθεραπείας, είναι απαραίτητο να κάνουμε ενδοσκόπηση. Να «τα λέμε» με τον εαυτό μας. Όσο καλύτερα με γνωρίζω και με ανακαλύπτω εις βάθος, τόσο περισσότερο με κατανοώ. Φωτίζω όλες τις πτυχές του εαυτού μου. Καταλαβαίνω τι, γιατί, πώς. Αρχίζουν να βγάζουν νόημα όσα σκέφτομαι, νιώθω και πράττω. Μπορώ να εξηγήσω για ποιο λόγο έχω μια συγκεκριμένη πεποίθηση, για ποιο λόγο κάποια πράγματα μ’ επηρεάζουν πολύ και κάποια άλλα όχι και συνεπώς ερμηνεύω και τις αντιδράσεις μου πιο ρεαλιστικά.

Από την αυτογνωσία και την κατανόηση, πάμε στην αποδοχή. Κι όταν μπορέσω να (από)δεχτώ, είμαι σε θέση να κινητοποιηθώ και αναλόγως. Μπορώ να ενισχύσω και να εξελίξω τις πλευρές μου που μου αρέσουν, που είναι λειτουργικές για μένα και να εργαστώ για να φροντίσω περισσότερο τα σημεία που θέλω να τροποποιήσω ή να αποτινάξω εντελώς.

Όσο πιο πολύ μεριμνώ για μένα, τόσο περισσότερο μαθαίνω να με αγαπώ και να με εκτιμώ. Και να θέλω μόνο τα καλύτερα για μένα. Αυτά που με πάνε μπροστά. Αποκωδικοποιώ πιο αποτελεσματικά τις ανάγκες μου για να τις ικανοποιήσω. Για να γίνω ο άνθρωπος που θα μπορούσα να είμαι, αν αξιοποιούσα στο έπακρον όλες τις δυνατότητες και τα ταλέντα μου.

Επιπροσθέτως, είναι ζωτικής σημασίας να είμαι σε θέση να βάζω όρια. Και στον εαυτό μου και στους άλλους. Να μάθω πρώτα εγώ να σέβομαι εμένα και τις ανάγκες μου. Αν εγώ ο ίδιος δεν με σέβομαι δεν θα με σεβαστούν και οι άλλοι. Κι όταν θα καταστρατηγήσουν τα όριά μου, θα παραμείνω απαθής.

Η σχέση με τους άλλους είναι και καθρέφτης της σχέσης με τον εαυτό μου. Συχνά, οι προστριβές και οι εντάσεις με τους γύρω μου είναι σημάδι πως χρειάζεται να στραφώ μέσα μου και να δω τι είναι αυτό που βρίσκει διέξοδο με ένταση ή επιθετικότητα προς τους άλλους.

- Πώς βλέπετε τη διαχείριση της ψυχικής υγείας στη χώρα μας;

Θεωρώ ότι η ψυχική υγεία στη χώρα μας δεν λαμβάνει την δέουσα προσοχή ούτε από την πολιτεία ούτε κι από εμάς τους ίδιους κατ’ επέκταση. Κάποιες φορές την αντιμετωπίζουμε σαν περιττή πολυτέλεια, που δεν τη χρειαζόμαστε κι άλλες σαν κάτι απαραίτητο, που αφορά τους «προβληματικούς» και τους «τρελούς» της κοινωνίας.

Πρέπει δηλαδή να φτάνουμε σε ακραίες καταστάσεις για να συνειδητοποιούμε τη σπουδαιότητά της Ψυχολογίας και για να μάθουμε να δίνουμε προτεραιότητα σε αυτήν;

Η Ψυχολογία ως επιστήμη έχει αναπτυχθεί κατά βάση μέσα από πολέμους, φυσικές καταστροφές και πανδημίες. Πρέπει δηλαδή να φτάνουμε σε ακραίες καταστάσεις για να συνειδητοποιούμε τη σπουδαιότητά της και για να μάθουμε να δίνουμε προτεραιότητα σε αυτήν; Τα τελευταία χρόνια, με αφορμή τον Κορωνοϊό, έχει αυξηθεί ραγδαία ο αριθμός των ατόμων που αναζητούν Ψυχολόγο.

Δυστυχώς, όπως συμβαίνει και με τα περισσότερα πράγματα, συνειδητοποιούμε την αξία της ψυχικής υγείας, μόνο όταν κλονίζεται ή τη χάνουμε. Δεν νοείται υγεία χωρίς τη ψυχική υγεία. Δεν είναι ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο σημαντική από τη σωματική. Είναι εξίσου σημαντικές. Αυτό θα ήθελα να κατανοήσουμε όλοι μας και κυρίως η πολιτεία που έχει και την συλλογική ευθύνη να λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα για την προάσπιση της υγείας μας.

Τα taboo στο να αναζητήσει κάποιος έναν ειδικό ψυχικής υγείας, συνεχίζουν να υπάρχουν. Η ψυχική υγεία είναι κάτι στο οποίο θα ‘πρεπε να έχουν πρόσβαση όλοι οι άνθρωποι ανεξαιρέτως. Να υπάρχουν περισσότερες κρατικές δομές, ώστε να εξυπηρετούνται περισσότεροι άνθρωποι που χρειάζονται ή θέλουν να κάνουν ψυχοθεραπεία και δεν μπορούν ν’ αντεπεξέλθουν οικονομικά.

Το ιδανικό για μένα θα ήταν, όλοι μας, από μικρή ηλικία να μπαίνουμε σε ψυχοθεραπευτική διαδικασία.

Να υπάρχει δηλαδή ένας minimum αριθμός συνεδριών που μπορεί να παράσχει το κράτος και αν κάποιος χρειάζεται περισσότερες ή επιθυμεί να συνεχίσει καθαρά από προσωπική επιλογή, να μπορεί να το πράξει. Τα προβλήματα που έχει η κοινωνία μας είναι η συλλογική αντανάκλαση των μεμονωμένων, ανεπίλυτων ζητημάτων του καθενός μας.

Γενικά, ως κοινωνία, δεν προνοούμε. Αφήνουμε τα πράγματα στην τύχη τους κι έπειτα τρέχουμε να σώσουμε ό, τι μπορούμε. Σκοπός είναι να μπορούμε να προλαμβάνουμε τις «φωτιές» και να τις αντιμετωπίζουμε όσο είναι ακόμα ελεγχόμενες. Προτού ξεσπάσει πυρκαγιά.

Γι’ αυτό, από νωρίς, από το δημοτικό, θεωρώ ότι είναι εξαιρετικής σημασίας να υπάρχουν μαθήματα που αφορούν τη ψυχολογία και την υγεία μας γενικότερα. Να υπάρχει ενημέρωση, ψυχοεκπαίδευση, να μάθουμε να κατανοούμε τον εαυτό μας, να αναγνωρίζουμε τα συναισθήματά μας και πώς να τα διαχειριζόμαστε καλύτερα. Να μάθουμε να επικοινωνούμε ουσιαστικά, να επιλύουμε προβλήματα και να αντιμετωπίζουμε τις αντιπαραθέσεις και τις συγκρούσεις.

Ο ρόλος του σχολείου είναι διπλός. Όχι μόνο η στείρα μεταλαμπάδευση της γνώσης, αλλά και η κοινωνικοποίησή μας. Η ομαλή μας ένταξη στο κοινωνικό σύνολο. Η δόμηση αρμονικών σχέσεων με τους γύρω μας. Τι κάνουμε για αυτά; Μαθαίνουμε όρια; Μαθαίνουμε σεβασμό; Μαθαίνουμε να (από)δεχόμαστε τη διαφορετικότητα του διπλανού (ό, τι κι αν σημαίνει αυτό); Μαθαίνουμε να είμαστε περισσότερο Άνθρωποι; Να (υπο)στηρίζουμε, να προστατεύουμε και να βοηθάμε ο ένας τον άλλο; Μήπως αν δίναμε περισσότερη έμφαση σε όλα αυτά, το bullying και η ανθρωποφαγία στα σχολεία και στη κοινωνία γενικά, θα μειώνονταν σημαντικά;

Μια αποκλίνουσα ή εγκληματική συμπεριφορά δεν κάνει ξαφνικά την εμφάνισή της. Ο «φιλήσυχος» άνθρωπος της γειτονιάς που «δεν είχε δώσει ποτέ δικαιώματα» δεν ξυπνάει μια μέρα κι από το «πουθενά» ξεσπά με ανελέητη βία σε όποιον βρει μπροστά του. Από κάπου ξεκινάει το ρυάκι που θα γίνει χείμαρρος. Επομένως, χρειάζεται να λειτουργούμε περισσότερο προληπτικά και λιγότερο (ψυχο)θεραπευτικά.

- Τι συμβουλές θα δίνατε σε κάποιον που θέλει να γίνει ψυχολόγος;

Να σκεφτεί πολύ σοβαρά το κατά πόσο θέλει όντως να γίνει Ψυχολόγος. Καλούμαστε να αποφασίσουμε για την επαγγελματική μας πορεία σε μια ηλικία που ίσως να μην έχουμε την ωριμότητα να επεξεργαστούμε όλες τις παραμέτρους που χρειάζονται για να καταλήξουμε στο τι μας ταιριάζει και κατά πόσο μπορούμε να ανταποκριθούμε σε αυτό. Και είναι λογικό. Πολλά πράγματα δεν μπορούμε να τα γνωρίζουμε εκ των προτέρων, αλλιώς έχουμε στο μυαλό μας ένα επάγγελμα θεωρητικά κι αλλιώς μεταφράζεται πρακτικά.

Οι δυσκολίες, οι προκλήσεις που συναντά κανείς εξασκώντας το επάγγελμα, ανακαλύπτονται στην πράξη κατά βάση. Η εικόνα που έχουμε για το τι κάνει ένας Ψυχολόγος, μπορεί να απέχει πολύ από την πραγματικότητα. Συνεπώς, θα συμβούλευα όποιον θέλει να ακολουθήσει το συγκεκριμένο επάγγελμα, να ψαχτεί πολύ. Να διαβάσει και να διαβάζει γενικώς βιβλία, να λάβει υπόψη του τα χρόνια των σπουδών που απαιτούνται για να είναι σε θέση να εξασκήσει το επάγγελμα.

Τελειώνοντας μια σχολή Ψυχολογίας, παρόλο που μπορείς να βγάλεις άδεια άσκησης επαγγέλματος, δεν είσαι επαρκώς καταρτισμένος για να εργαστείς. Το μεταπτυχιακό είναι αναγκαίο για να μπορέσεις να εντρυφήσεις στον κλάδο της Ψυχολογίας που σε ενδιαφέρει κι επιπλέον, αν κάποιος θέλει να ασχοληθεί με το κλινικό κομμάτι και να γίνει Ψυχοθεραπευτής, πρέπει οπωσδήποτε να εξειδικευτεί στη ψυχοθεραπευτική προσέγγιση που του ταιριάζει καλύτερα.

Όλα αυτά απαιτούν αρκετό χρόνο και χρήματα, που διαφοροποιούνται με βάση το μεταπτυχιακό και τη ψυχοθεραπευτική προσέγγιση που θα επιλέξει ο καθένας, μέχρι να μπορέσει να είναι έτοιμος για να βγει στην αγορά εργασίας.

Οι μελλοντικοί Ψυχολόγοι είναι βασικό να γνωρίζουν πως χρειάζεται να κάνουν και οι ίδιοι προσωπική θεραπεία, προκειμένου να μπορέσουν να εργαστούν όπως και εποπτεία για τους δικούς τους θεραπευόμενους (την οποία καλό είναι να συνεχίζουν κατά τη διάρκεια της επαγγελματικής τους σταδιοδρομίας).

Ένας ψυχολόγος είναι σημαντικό να οπλιστεί με πολλή υπομονή, κατανόηση κι ενσυναίσθηση. Να είναι σε θέση να διαχειρίζεται τα συναισθήματά του και να διαχωρίζει την προσωπική του ζωή από την επαγγελματική.

Πιστεύω πως πρέπει να αγαπάς πολύ τη δουλειά σου για να την κάνεις καλά. Να μπαίνεις στη θέση του άλλου και να τον νιώθεις χωρίς να χάνεις την αντικειμενικότητά σου και χωρίς να κρίνεις. Και κάτι ακόμη πολύ βασικό. Ένας καλός Ψυχολόγος πρέπει να (από)δεχτεί πως δεν μπορεί να τους βοηθήσει όλους. Και κυρίως αυτούς που δεν θέλουν πραγματικά να βοηθηθούν και προβάλλουν πολύ έντονες αντιστάσεις στη θεραπεία. Δεν είναι όλοι έτοιμοι και δεκτικοί στη βοήθεια. Άλλο ζητώ βοήθεια και άλλο είμαι δεκτικός σε αυτήν.


Νικολία Ζωμένου
Ψυχολόγος Υγείας MSc.-Ψυχοθεραπεύτρια
e-mail: zomenounikolia@gmail.com
Website: https://www.psy-nikoliazomenou.gr/
Facebook: https://www.facebook.com/nikoliazomenoupsychotherapy/
Instagram: https://www.instagram.com/nikoliazomenou_psychologist/

*Απαγορεύεται ρητώς η αναπαραγωγή χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων της ιστοσελίδας*

2. banner diafhmishs mypsychologist koino

Κάντε like στην σελίδα μας στο Facebook 
Ακολουθήστε μας στο Twitter 

Διαβαστε ακομη

Βρείτε μας στα...