Νέα έρευνα αποκαλύπτει ότι η σύγκριση με την ψηφιακά «βελτιωμένη» εκδοχή του εαυτού μας πλήττει την αυτοεικόνα μας βαθύτερα από τα πρότυπα των άλλων, τροφοδοτώντας τη σωματική δυσμορφία και την κοινωνική προκατάληψη.
Τα φίλτρα «ομορφιάς», που λειαίνουν το δέρμα, προσθέτουν μακιγιάζ, τονίζουν τα ζυγωματικά ή λεπτύνουν το πρόσωπο, είναι πιο διαδεδομένα από ποτέ. Πρόσφατη εργασία της Rosalind Gill από το City University του Λονδίνου, για παράδειγμα, διαπίστωσε ότι το 90% των νεαρών γυναικών αναφέρουν ότι χρησιμοποιούν φίλτρα για να επεξεργαστούν τις φωτογραφίες τους πριν τις δημοσιεύσουν στο διαδίκτυο. Και ενώ η επιστημονική κοινότητα διχάζεται για το αν οι selfie τονώνουν την αυτοεκτίμηση, αυτού του είδους η επεξεργασία μπορεί να κάνει ακριβώς το αντίθετο.
Οι Makenzie Schroeder και Elizabeth Behm-Morawitz διερευνούν έναν λόγο για τον οποίο τα φίλτρα ομορφιάς είναι τόσο επιζήμια στην τελευταία τους εργασία, που δημοσιεύθηκε στο Computers in Human Behavior.
Σύμφωνα με την έρευνά τους, οι χρήστες που συγκρίνουν συνεχώς τον εαυτό τους με μια φιλτραρισμένη, εξιδανικευμένη εκδοχή του, φαίνεται να δέχονται ισχυρότερο αρνητικό αντίκτυπο στην εικόνα του σώματός τους από ό,τι όταν συγκρίνονται δυσμενώς με φιλτραρισμένες εικόνες άλλων. Αυτό δεν επηρεάζει μόνο την αξιολόγηση της δικής μας ελκυστικότητας, αλλά μπορεί να οδηγήσει και σε αυστηρότερη κριτική προς τους άλλους.
Στη μελέτη συμμετείχαν 187 ενήλικες (19 έως 66 ετών). Αφού απάντησαν σε ερωτήσεις σχετικά με τη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και το αντιλαμβανόμενο μέγεθος του σώματός τους, οι συμμετέχοντες χωρίστηκαν σε τρεις ομάδες: η πρώτη εφάρμοσε ένα φίλτρο αδυνατίσματος προσώπου στη δική της εικόνα, η δεύτερη παρακολούθησε ένα βίντεο κάποιου άλλου να το χρησιμοποιεί και η τρίτη χρησιμοποίησε ένα ουδέτερο φίλτρο αλλαγής χρώματος.
ACADEMY Σεμινάρια: -50% Έκπτωση για Θεραπευτές. Γίνε Καλύτερος Σήμερα!
Στη συνέχεια, οι συμμετέχοντες ανέφεραν τον αντίκτυπο των φίλτρων στην αντίληψη του σώματός τους και απάντησαν σε ερωτήσεις σχετικά με τη σωματική δυσμορφία (π.χ. «Αν μπορούσα να δείχνω όπως επιθυμώ, θα ήμουν πολύ πιο ευτυχισμένος/-η») και την επιθυμία τους να χάσουν βάρος. Η ομάδα εξέτασε επίσης πόσο η εξωτερική εμφάνιση και το sex appeal καθόριζαν την αυτοεκτίμησή τους, καθώς και τις στάσεις τους απέναντι σε άτομα με περισσότερα κιλά.
Η ανάλυση έδειξε ότι η χρήση φίλτρου αδυνατίσματος στην ίδια μας την εικόνα έχει πολύ πιο αρνητικές συνέπειες. Οι άνθρωποι αυτοί προτίμησαν τη φιλτραρισμένη εκδοχή τους και ένιωσαν σημαντικά χειρότερα για την πραγματική τους εμφάνιση.
Επιπλέον, αυτή η ομάδα εμφάνισε 11% ισχυρότερες αρνητικές στάσεις απέναντι στους ανθρώπους με παραπάνω βάρος, εξέφρασε μεγαλύτερη επιθυμία για αδυνάτισμα και εστίασε υπερβολικά στην εμφάνιση ως μέτρο της προσωπικής της αξίας.
Το πρόβλημα δεν είναι πλέον ότι θέλουμε να μοιάσουμε σε ένα μοντέλο (εξωτερικό πρότυπο), αλλά ότι δεν αντέχουμε να μοιάζουμε στον πραγματικό μας εαυτό, αφού έχουμε «γνωρίσει» την ψηφιακά τέλεια εκδοχή μας. Αυτό δημιουργεί ένα μόνιμο αίσθημα ανεπάρκειας κάθε φορά που κοιτάζουμε τον καθρέφτη.
Τα φίλτρα ομορφιάς, επομένως, μας ενθαρρύνουν να συγκρίνουμε τον πραγματικό μας εαυτό με έναν ανέφικτο, τεχνητό εαυτό, προκαλώντας δυσαρέσκεια. Αυτό το νέο «σημείο αναφοράς» για σωματικές συγκρίσεις μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένη σωματική δυσμορφία, άγχος και κατάθλιψη.
Πρόκειται για ένα δίκοπο μαχαίρι: νιώθουμε πίεση να χρησιμοποιήσουμε φίλτρα για να ανταποκριθούμε στα πρότυπα ομορφιάς και να νιώσουμε καλύτερα, αλλά εφαρμόζοντάς τα, διαιωνίζουμε αυτά τα πρότυπα για εμάς και τους άλλους, αυξάνοντας την αίσθηση ότι η χρήση τους είναι απαραίτητη.
Έρευνα: Schroeder, M., & Behm-Morawitz, E. (2024). Digitally curated beauty: The impact of slimming beauty filters on body image, weight loss desire, self-objectification, and anti-fat attitudes. Computers in Human Behavior, 108519–108519. https://doi.org/10.1016/j.chb.2024.108519
Απόδοση – Επιμέλεια: PsychologyNow.gr













