Αναστασία Γκόντη

Επιδειξιομανία και Ηδονοβλεψία στα Διαδικτυακά Περιβάλλοντα

Επιδειξιομανία και Ηδονοβλεψία στα Διαδικτυακά Περιβάλλοντα

Αναστασία Γκόντη

Η βασική μετάβαση από το αναλογικό στο ψηφιακό τρόπο ενημέρωσης πληροφοριών και συστημάτων άμεσα και γρήγορα μέσα από την εξέλιξη της τεχνολογίας των ψηφιακών μέσων αποτελεί και το βασικότερο αίτιο της νέας παγκόσμιας τάσης της αυτοαποκάλυψης προσωπικών στιγμών στα κοινωνικά δίκτυα (Munar, 2010).


Σήμερα μπορούμε να μοιραζόμαστε πληροφορίες κάθε τύπου με τρόπο άμεσο και γρήγορο έχοντας αλληλεπίδραση με αμέτρητους χρήστες ανά τον κόσμο, σε αντίθεση με το παρελθόν όπου τα μέσα διάδοσης της οπτικοακουστικής πληροφορίας ήταν περιορισμένα και μπορούσαν να  φτάσουν μόνο σε συγκεκριμένους δέκτες (Munar, 2010).

‘Ολα τα παραπάνω ανέδειξαν μία νέα προοπτική στην επίδειξη του εαυτού και στην  κατασκευή και προβολή των προσωπικών βιογραφιών. Βρισκόμαστε λοιπόν ενώπιον μιας πραγματικότητας μιας διαδικτυακής αλληλεπίδρασης όπου οι πρωταγωνιστές είναι οι «όλοι» και αλληλεπιδρούν μέσα σε ένα συνονθύλευμα διαδικτυακών κόσμων, όπου κάποιοι κυρίως επιδεικνύουν (νται) και άλλοι κυρίως παρατηρούν και «κρυφοκοιτάζουν» (Munar, 2010).

Διαδικτυακές πλατφόρμες τύπου Facebook και Twitter διαθέτουν την τεχνολογική εφαρμογή της άμεσης ανανέωσης της καταστάσης του χρήστη. Στα αγγλικά ο όρος εμφανίζεται ως microblogging. Το είδος αυτό της εφαρμογής έχει οδηγήσει σε μια νομιμοποίηση στον διαδικτυακό χώρο δύο συμπεριφορών:

1) της αναμετάδοσης άμεσων σκέψεων και απόψεων

2) της άμεσης παρατήρησης μέσα από το πρίσμα του παρατηρητή-­ ακολουθητή, χωρίς ιδιαίτερη συμμετοχή

Μιλάμε λοιπόν για ένα ψηφιακό “παιδότοπο” και οδηγούμαστε στην ανάγκη για αντανάκλαση της συμπεριφοράς μας στον δέκτη όλο και πιο τακτικά (Munar, 2010).

Ωστόσο, προκύπτει η διαίρεση δύο υποομάδων χρηστών. Η μία ομάδα είναι εκείνη που μοιράζεται κυρίως προσωπικές σκέψεις, φωτογραφικό υλικό και γνώμες ενώ η δεύτερη είναι εκείνη που χρησιμοποιεί τέτοιου είδους πλατφόρμες κυρίως για κοινωνικούς σκοπούς και για επικοινωνία μεταξύ ομάδων δίνοντας έμφαση στο διομαδικό στοιχείο. Βέβαια, οι πρώτοι χρήστες μπορεί να δρουν και κατά τον δεύτερο τρόπο όπως και αντίστροφα (Munar, 2010).

Όλη αυτή η αυξανόμενη ανάγκη για μοίρασμα πληροφορίας σε όποια μορφή και αν είναι αυτή οδηγεί σε μια ανάγκη να αποθηκευτεί το βιογραφικό υλικό, να καταγραφεί κάπου.. δημιουργώντας ίσως την αίσθηση ότι νικάμε τον χρόνο και περνάμε στην αιωνιότητα. Η ανάγκη για ακολουθητές και διαδικτυακούς φίλους μπορεί να τροφοδοτεί με την σειρά της τον φαύλο κύκλο της επιδειξιομανίας στα διαδικτυκά κανάλια. Ένα άλλο σημαντικό ζήτημα είναι ο έλεγχος του οπτικού υλικού που μοιραζόμαστε. Εν μέρει υπάρχει η δυνατότητα να ελέγχουμε ποιος βλέπει τι και με ποιον μοιραζόμαστε τι, ωστόσο αυτή η διαδικασία μπορεί να καταναλώσει αρκετό χρόνο και επομένως η πλειοψηφία των χρηστών παρεμελεί ή και αποφεύγει να κάνει κάτι τέτοιο (Munar, 2010).

Όλα τα παραπάνω μας παραπέμπουν στην κοινωνία του «Μεγάλου Αδερφού» και το Πανοπτικόν* του Foucault μέσα από όλες τις άμεσες αναμεταδόσεις με κάμερες, προσωπικών στιγμών και καταστάσεων κάθε περιεχομένου, πολύ συχνά εν αγνοία μας σαν να μην υφίσταται πλέον ιδιωτικότητα. Οι κάμερες είναι παντού και αυτό φαίνεται όχι μόνο να μην μας ενοχλεί αλλά το λιγότερο να μας αφήνει αδιάφορους. Είμαστε όλοι ένας άλλος κύριος Τρούμαν από την γνωστή ταινία Τρούμαν Σόου του Πίτερ Βάιρ (Munar, 2010) .

Η ψηφιακή επιδειξιομανία τροφοδοτεί λοιπόν με την σειρά της την ψηφιακή ηδονοβλεψία, την άλλη όψη του νομίσματος. Φαίνεται ότι το ένα φαινόμενο δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς το άλλο. Όπως γνωρίζουμε η ηδονοβλεψία σαν φαίνομενο έχει χαρακτηριστεί και συνδεθεί με  ένα αποκλίνων τρόπο συμπεριφοράς καθώς συνίσταται στην κρυφή παρατήρηση ιδιωτικών στιγμών των άλλων. Μέσω του Facebook εντείνεται η δυνατότητα παρατήρησης της οπτικολεκτικής πληροφορίας των άλλων εν αγνοία τους οποιαδήποτε στιγμή. Ναι μεν οι χρήστες μπορούν να ελέγξουν τί βλέπει το σύνολο των χρήστων και ποιοι χρήστες έχουν πρόσβαση σε τί πληροφορίες ωστόσο λόγω χρόνου ή άγνοιας δεν καταφέρνουν να το κάνουνε 100% εφικτό και επίσης δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν το πότε οι άλλοι ψάχνουν ή παρατηρούν τον «τοίχο» και τις φωτογραφίες τους. Επομένως, κάνουμε λόγο για μια νομιμοποίηση της διαδικτυακής ηδονοβλεψίας (Munar, 2010).

Σε αυτά τα πλαίσια αναπτύσσεται ο νέος όρος του  «lurker» ως εκείνος ο παρατηρητής που δεν συμμετέχει. Είναι εκείνο το μέλος μιας διαδικτυακής κοινότητας που απλά παρακολουθεί σιωπηρά χωρίς καμμία αλληλεπίδραση και έκθεση.

Ωστόσο και εδώ θα πρέπει να δούμε τον πολιτιστικό παράγοντα, καθότι σε μια κοινωνία  μπορεί να θεωρείται μία συγκεκριμένη συμπεριφορά ως παρεκκλίνουσα ενώ σε κάποια άλλη όχι. Αυτό ισχύει και στο διαδίκτυο που ίσως θα πρέπει να ορίσουμε κάποιες συμπεριφορές εξαρχής και κατα πόσο αυτές συνιστούν πρόβλημα για το άτομο και την κοινωνία κατ’ επέκταση (Munar, 2010). Για παράδειγμα, στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι γνωστό ότι οι γονείς αγοράζουν εφαρμογές που μπορούν να ελέγχουν την συμπεριφορά των παιδιών τους στο διαδίκτυο και στα κοινωνικά δίκτυα. Πότε ποστάρουν και τί, καθώς και με ποιούς τσατάρουν. Οι γονείς έρχονται αντιμέτωποι με το δίλλημα του να απαγορέψουν στα παιδιά τους την χρήση των διαδικτυακών κοινωνικών δικτύων ή να γίνουν «παρακολουθητές» της δραστηριότητάς τους στο διαδίκτυο, εν αγνοία των παιδιών τους.

Μέσα σε όλες αυτές τις διαδικασίες και εξελίξεις αναπτύσσονται νέου είδους ταυτότητες, οι λεγόμενες οπτικές-­‐ ψηφιακές ταυτότητες. Καλούμαστε να αναλογιστούμε που ανήκουμε και τί συνέπειες μπορεί να έχει όλη αυτή η εξέλιξη στην προσωπικότητά μας και την δόμηση του εαυτού και ταυτότητας σε μικρότερες ηλικίες (Munar, 2010).

Όταν μιλάμε όμως για ηδονοβλεψία και επιδειξιομανία το πρώτο πράγμα που μας έρχεται στο νου είναι οι σεξουαλικές διαστάσεις αυτών των συμπεριφορών οι οποίες εκδηλώνονται ανεξέλεγκτα στους διάφορους διαδικτυακούς τόπους με ακραία παραδείγματα όπως αυτό το Chatroulette όπου άγνωστοι μπορούν πολύ απλά να συνδέσουν την κάμερα τους και να επιδεικνύουν μέρη του σώματός τους ή τους εαυτούς τους άλλοτε μόνοι τους και άλλοτε με άλλους μαζί, επιδεικνύοντας προσωπικές στιγμές, κυρίως σεξουαλικού περιεχομένου.  Σύμφωνα με τον Foucault, η επιδειξιομανία είναι ένα είδος παραφιλίας που έχει οριστεί από τους ψυχαναλυτές ως επαναλαμβανόμενες, έντονες σεξουαλικές ορμές και σεξουαλικές φαντασιώσεις που περιλαμβάνουν την έκθεση των γεννητικών οργάνων σε αγνώστους (Spitzer, 1987:287;Kreps, 2010)

Όσον αφορά την ηδονοβλεψία, οι πιο ακραίες εκδηλώσεις της θεωρούνται κλινικά παρεκκλίνουσες συμπεριφορές σύμφωνα με το διαγνωστικό εργαλείο DSM-­‐IV  (Matti  &  Majmul, 2014). Σήμερα, ο ηδονοβλεψίας έχει πρόσβαση άμεσα σε αμέτρητες ζωντανές εικόνες ανά τον κόσμο και επιλέγει άλλοτε να επιδεικνύεται και άλλοτε να γίνεται δέκτης ηδονοβλεπτικών βλεμμάτων. Μέσα σε όλη αυτή την εξέλιξη των τεχνολογικών και κοινωνικών μέσων ο Foucault υπογραμμίζει πως αναπτύχθηκαν νέες σεξουαλικές ταυτότητες και έδωσαν σχήμα όχι μόνο στις ζωές μας αλλά και το ίδιο μας το σώμα, την αυτοαντίληψη αλλά και την ιδέα του ποιοί είμαστε. Σύμφωνα με τον ίδιο, το ανθρώπινο σώμα αποτελεί αντικείμενο και στόχο επιβολής κυριαρχίας και δύναμης (Kreps,2010).

Αυτού του είδους οι παραφιλίες βρήκαν στον χώρο του ίντερνετ ένα ασφαλές πλαίσιο εκτόνωσης βασιζόμενη στην παραπάνω νομιμοποίηση όπως την αναλύσαμε. Κάποιες συμπεριφορές απομυθοποιούνται μέσα από την δύναμη της διαδικτυακής μάζας και την ασφαλεία της μεσολάβησης της οθόνης του υπολογιστή ή του κινητού τηλεφώνου. Οι χρήστες διαδικτυακών πορνογραφικών κοινοτήτων δίνουν την εγκρισή τους να εκτεθούν σε ηδονοβλεψίες κάθε φορά που εισέρχονται στον λογαριασμό τους όπως στην περίπτωση του Chatroulette.

Το ερώτημα εδώ θα μπορούσε να είναι κατά πόσο έχουμε τα ένστικτα αυτά μέσα μας και είμαστε όλοι εν δυνάμει επιδειξιομανείς /ηδονοβλεψίες ή εάν η νέα αυτή πραγματικότητα μας εθίζει σταδιακά, λόγω της αμεσότητας και της ταχύτητας, σε συμπεριφορές τέτοιου τύπου, απενεχοποιώντας τις τελευταίες και δημιουργώντας μια τάξη πραγμάτων όπου τα όρια δεν είναι πολύ ευκρινή. Το τελευταίο είναι και το πιο επικίνδυνο ίσως, εάν λάβουμε υπόψη το μεγάλο πρόβλημα της παιδικής πορνογραφίας στο διαδίκτυο και των ψυχολογικών εκβιασμών που πολλοί άνθρωποι έχουν υποστεί και υφίστανται καθημερινά (Kreps,2010).

Μέσα από ένα ευρύτερο κοινωνικό πρίσμα και έτσι όπως εξελίσσεται μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα η ηδονοβλεψία σχετίζεται και με την επιβολή δύναμης. Μέσω της κοινωνικής σύγκρισης το άτομο που παρακολουθεί τις ζωές των άλλων, τις ιδιωτικές τους στιγμές και δεν εκτίθεται υποβιβάζει τον άλλον σε ένα αντικειμένο και τοποθετεί τον εαυτό του σε μια ανώτερη θέση. Επιπλέον, ο ηδονοβλεψίας δεν προσφέρει τίποτα σε επίπεδο κοινωνικής συναλλαγής καθώς αυτή προϋπόθετει ένα βαθμό αυτοαποκάλυψης και μοιράσματος.

Τέλος, σίγουρα θα πρέπει να έχουμε υπόψην την διαμόρφωση μιας ταυτότητας και προσωπικότητας σεξουαλικοκεντρικής όπου η αναζήτηση συντρόφου βασίζεται  στα σεξουαλικά προσόντα τα οποία εκτίθενται στο διαδίκτυο με τη μορφή φωτογραφικού υλικού ή βίντεο.

Επιστρέφοντας πίσω σε πλατφόρμες τύπου Chat Rοulette που προωθούν την σεξουαλική ηδονοβλεψία και την επιδειξιομανία παρέχεται ένα πεδίο χωρίς φίλτρα που επιτρέπει και προωθεί μια ανεξέλεγκτη χρήση χωρίς όρια προσανατολισμένη στην έκφραση της καταπιεσμένης σεξουαλικότητας ή της παρεκκλίνουσας συμπεριφοράς σε ένα ελεύθερο πεδίο, οπού ο δέκτης μετράπεται σε ανύποπτο χρόνο σε ηδονοβλεψίας μόνο με ένα κλικ καθώς και το αντίστροφο. Σε τέτοιες διαδικτυακές πλατφόρμες παρατηρείται μια διαταραγμένη απρόσωπη σεξουαλική αλληλεπίδραση που δεν στοχεύει σε ουσιαστική συνεύρεση και φυσική συνάντηση με τον άλλον. Τέτοιου είδους πλατφόρμες θα πρέπει να ελέγχονται και να έχουν αυστηρότερες πολιτικές συναίνεσης και ελέγχου ηλικίας, καθώς είναι πολύ εύχρηστες και εύκολα προσβάσιμες από οποιονδήποτε ανα πάσα στιγμή (Kreps,2010).

* Το Πανοπτικό είναι ένας τύπος κτιρίου-φυλακής που σχεδιάστηκε από τον Άγγλο φιλόσοφο και κοινωνιολόγο Τζέρεμι Μπένθαμ το 1785. Η ιδέα του σχεδιασμού επιτρέπει την συνεχή επίβλεψη (-opticon) όλων ( pan-) των κρατουμένων.


Βιβλιογραφικές αναφορές

Munar, A.M.(2010). “Digital Exhibitionism: The Age of Exposure”. Culture Unbound, Volume 2, 401– 422. Retrieved on December, 2015 from: http://www.cultureunbound.ep.liu.se

Kreps,D. (2010). “Foucault, Exhibitionism and Voyeurism on Chatroulette”. Proceedings Cultural Attitudes Towards Communication and Technology 2010, Murdoch University, Australia, 207-­ 216. Retrieved on December, 2015 from: http://usir.salford.ac.uk/10355

Mantymaki,M. & Islam, N. (2014). "Voyeurism and Exhibitionism as gratifications from prosuming social networking sites". Retrieved on December 2015 from: http://aisel.aisnet.org/cgi/viewcontent.cgi?article=1033&context=ecis2014f

Κάντε like στην σελίδα μας στο Facebook 
Ακολουθήστε μας στο Twitter 

Εγγραφείτε για να λαμβάνετε το newsletter μας!

Βρείτε μας στα...