Γιώργος Κουντουράς

Γιατί «απιστούν» οι άνθρωποι;

Γιατί «απιστούν» οι άνθρωποι;

Γιώργος Κουντουράς
ζευγάρι καθισμένο στον καναπέ με τον άντρα να κοιτάζει το κινητό του

Υπάρχει μια κοινή ανομολόγητη πράξη που μπορεί να απειλήσει την ευτυχία, την ταυτότητα και το μέλλον μιας ερωτικής/συζυγικής σχέσης. Η «απιστία», η οποία αν και συμβαίνει συχνά, αποτελεί διαχρονικά ένα φαινόμενο που σπάνια κατανοείται πλήρως.


Δεν είναι απλά ένα δυσάρεστο γεγονός – κάτι που πρέπει να επικρίνουμε, να αποτινάξουμε από μία κατ’ επίφαση ηθικοπλαστική κοινωνία για να τελειώνουμε μια και καλή με αυτό. Η απιστία έχει να μας πει πολλά πράγματα για τις διανθρώπινες σχέσεις – για το τι προσδοκούμε, για το τι νομίζουμε ότι θέλουμε και για το τι θεωρούμε ότι οφείλουμε να διεκδικήσουμε μέσα από αυτές με σκοπό να ενισχύσουμε το αίσθημα της ιδιαιτερότητάς μας ή να επαληθεύσουμε την μοναδικότητά μας.

Η απιστία υπάρχει από τότε που επινοήθηκε ο θεσμός του γάμου, ενώ έχει αποτελέσει αρκετές φορές αντικείμενο πολιτικής και θρησκευτικής αντιπαράθεσης. Ωστόσο, παρά την δαιμονοποίηση και την έντονη επίκριση που έχει δεχθεί στο παρελθόν, εμφανίζει μια διαρκώς αυξανόμενη σταθερότητα στον χρόνο που σίγουρα ο γάμος θα «ζήλευε». Από θρησκευτικής πλευράς, η απιστία θεωρείται σοβαρό αμάρτημα, όχι μόνο ως πράξη, αλλά και ως σκέψη. Παρόλα αυτά, ανεξάρτητα από το πολιτισμικό πλαίσιο, τους αυστηρούς/χαλαρούς θρησκευτικούς κανόνες ή την σημασία που έχει ο θεσμός του γάμου από εποχή σε εποχή, οι άνθρωποι δείχνουν μια χαρακτηριστική επιρρέπεια προς την απιστία. Πριν όμως διερευνήσουμε τους λόγους της ενδεχόμενης απόκλισής μας από την νόρμα της μονογαμίας, θα ήταν διαφωτιστικό να ορίσουμε την απιστία και να δούμε με ποιον τρόπο μας εξυπηρετεί από εξελικτικής πλευράς.

Από εξελικτικής άποψης, η απιστία θα μπορούσε να εκληφθεί ως ένα κατάλοιπο πολυγαμικής συμπεριφοράς που χαρακτήριζε τους μακρινούς μας προγόνους, σκοπός των οποίων ήταν η πάση θυσία διαιώνιση των δικών τους γονιδίων. Όταν δημιουργείται μια εξελικτικά σταθερή συμπεριφορά εντός ενός πληθυσμού όμως, τα άτομα αυτού του πληθυσμού υφίστανται εξελικτικές πιέσεις οι οποίες τα ωθούν να εξελίξουν άλλες συμπεριφορές που δρουν με σκοπό να εξουδετερώσουν τις αρνητικές συνέπειες της πρώτης. Αυτό συμβαίνει φυσικά όχι για το καλό του είδους ή για το καλό του ατόμου, αλλά προς όφελος των γονιδίων. Στο παράδειγμά μας, αν η απιστία είναι η εξελικτικά σταθερή συμπεριφορά των ατόμων ενός πληθυσμού, η ζήλεια είναι μια εξελικτική προσαρμογή αυτού του πληθυσμού η οποία ενεργοποιείται για να αποτρέπει τους ερωτικούς μας συντρόφους από το να έρχονται σε σεξουαλική/συναισθηματική επαφή με άλλα άτομα εντός του ίδιου πληθυσμού.

Μιλώντας εξελικτικά, για την γυναίκα, η επιτυχημένη γονεϊκή επένδυση έγκειτο στο να εξασφαλίσει ότι το παιδί της θα φτάσει σε ηλικία αναπαραγωγής. Συνεπώς, ο σκοπός της ήταν να παραμείνει σεξουαλικά επιθυμητή και να δημιουργήσει μια μακρόχρονη σχέση με τον σύντροφό της με σκοπό να συμβάλλει και αυτός στην ανατροφή των απογόνων. Η απιστία λοιπόν θα απέσυρε το ερωτικό ενδιαφέρον του συντρόφου και μαζί με αυτό την πρακτική βοήθεια που θα μπορούσε να είχε προσφέρει στο μεγάλωμα των παιδιών. Η γυναίκα φαίνεται να ήταν εξελικτικά προγραμματισμένη ώστε να επιθυμεί μια μακρόχρονη σχέση με τον ερωτικό σύντροφό της ο οποίος θα ήταν συναισθηματικά προσηλωμένος σε αυτήν και διατεθειμένος να παρέχει όλα όσα χρειάζεται η ίδια και το παιδί της. Από την άλλη μεριά, για τον άνδρα τα πράγματα ήταν πιο απλά. Έπρεπε απλώς να εξασφαλίσει ότι η σύντροφός του δεν θα έκανε σεξ με κανέναν άλλον εκτός από εκείνον και δεν τον ενδιέφερε και τόσο πολύ το… αν έτρεφε συναισθήματα γι’ αυτόν ή όχι. Έπρεπε δηλαδή να είναι όσο πιο σίγουρος γινόταν για το ότι το παιδί που κυοφορούσε η σύντροφός του έφερε τα δικά του γονίδια γιατί σε αντίθετη περίπτωση, το σύνολο της γονεϊκής του επένδυσης, θα κατευθυνόταν προς τους απογόνους των ανταγωνιστών του.

Τι σχέση έχουν όμως όλα αυτά με το σήμερα και γιατί τα συζητάμε ακόμα τον 21ο αιώνα όπου η σεξουαλική απελευθέρωση, η χειραφέτηση των γυναικών, τα ίσα δικαιώματα μεταξύ των δύο φύλων και ο κοινωνικός φιλελευθερισμός έχουν κάνει την (κατά περιπτώσεις «ντροπαλή») εμφάνισή τους στις δυτικές κοινωνίες; Αυτό που πρέπει να μας ενδιαφέρει είναι σε τι ποσοστό απατούν οι σημερινοί άνθρωποι και γιατί συνεχίζουν να το κάνουν (πολλές φορές μάλιστα παρά την ευτυχία, την ικανοποίηση και τον έρωτα που μπορεί να βρίσκουν στην υπάρχουσα σχέση), σωστά; Πριν δώσουμε απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα όμως, πρέπει να δούμε πώς ορίζεται η απιστία. Η απιστία, ιδιαίτερα στην εποχή μας, είναι πολύ δύσκολο να οριστεί. Ωστόσο, η πλειονότητα των σύγχρονων ανδρών και γυναικών την ορίζουν με τρόπο που μας… θυμίζει το μακρινό παρελθόν μας. Σε μια έρευνα που διεξήχθη σε ετερόφυλα ζευγάρια, περίπου 8 στις 10 γυναίκες θεωρούσαν ότι η συναισθηματική απιστία (το να τρέφει δηλαδή ο σύντροφός τους συναισθήματα για μια άλλη γυναίκα) θα ήταν μία σημαντικά πιο δυσάρεστη εμπειρία από το να μάθαιναν ότι έκανε σεξ με μία άλλη γυναίκα. Από την άλλη μεριά, 6 στους 10 άνδρες απάντησαν ότι η σεξουαλική απιστία (το να ανακαλύψουν ότι η γυναίκα τους έκανε σεξ με κάποιον άλλον άνδρα) θα ήταν πιο δυσάρεστο από το να μάθουν ότι είχε συναισθήματα για αυτόν (Bruckner, 2012).

Λαμβάνοντας υπόψη την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης συμπεριφοράς και την σημερινή ψηφιακή εποχή, η απιστία δεν μπορεί να πάρει μόνο τις παραπάνω δύο μορφές ή τον…ευγενή και ποιητικά εξυμνημένο συνδυασμό τους. Είναι η ανταλλαγή διαδικτυακών ερωτικών μηνυμάτων («sexting») απιστία; Και τι έχουμε να πούμε για την κρυφή χρήση εφαρμογών γνωριμιών μέσων των «έξυπνων» κινητών συσκευών μας, για την παρακολούθηση πορνογραφικού υλικού, για το σεξ επί πληρωμή, για ένα μασάζ με ευχάριστη κατάληξη ή για κάτι πιο κοινότυπο όπως είναι η επικοινωνία με κάποιον/α πρώην; Τα θεωρούμε όλα μορφές απιστίας ή μόνο κάποια από αυτά;

Επειδή λοιπόν δεν υπάρχει ένας ευρέος αποδεκτός ορισμός της απιστίας, τα ποσοστά σε σχέση με το πόσο συχνά συμβαίνει διαφέρουν σημαντικά και κυμαίνονται από 26% έως 70% για τις γυναίκες και από 33% έως 75% για τους άνδρες (Perel, 2017). Μπορεί αυτά τα ποσοστά να μην μας λένε κάτι, αλλά άλλες έρευνες δείχνουν ότι η απιστία από την μεριά των γυναικών έχει αυξηθεί κατά 40%, ενώ τα ποσοστά των ανδρών έχουν μείνει σχετικά σταθερά. Ακόμα, σε έρευνες όπου η απιστία ορίζεται ως συναισθηματική εμπλοκή, ανταλλαγή φιλιών και άλλων πρακτικών ερωτικού περιεχομένου που προηγούνται της σεξουαλικής πράξης, το ποσοστό των γυναικών που απατούν τους συντρόφους τους φαίνεται να ξεπερνά αυτό των ανδρών (Bruckner, 2012).

Όμως όταν μιλάμε για το σεξ, σχεδόν πάντα παραποιούμε την αλήθεια για να επαληθεύσουμε τα κοινωνικά στερεότυπα που συνάδουν με το φύλο μας. Οι άνδρες αισθάνονται την κοινωνική πίεση να να εμπλουτίζουν τις σεξουαλικές τους εμπειρίες, ενώ αντίθετα οι γυναίκες αυτο-περιορίζονται από ένστικτο όταν μιλούν για αυτές, κάτι που είναι αναμενόμενο αν σκεφτούμε ότι υπάρχουν ακόμα 9 χώρες στον κόσμο που τιμωρούν την απιστία των γυναικών με θάνατο. Από την άλλη μεριά, όλοι οι άνθρωποι είμαστε ενδιαφέρουσες αντιφάσεις. Ενώ θεωρούμε ότι είναι λάθος να πει κάποιος ψέματα στον σύντροφό του μετά από μια πράξη απιστίας, οι περισσότεροι από εμάς υποστηρίζουμε ότι θα κάναμε το ίδιο εφόσον βρισκόμασταν στην θέση του! Και φυσικά στο μυαλό μας έρχεται και η ερώτηση του ενός εκατομμυρίου: Θα ήμασταν «άπιστοι» αν ξέραμε ότι δεν πρόκειται να μας πιάσουν ποτέ;

Το σεξ είναι ένα βασικό στοιχείο της σχέσης δύο ερωτικών συντρόφων. Πλέον κάνουμε σεξ όχι για να κάνουμε 6 παιδιά τα οποία θα ήταν χρήσιμα για τις αγροτικές μας εργασίες, αλλά επειδή το θέλουμε, επειδή φτιάχνει τη διάθεσή μας, επειδή αισθανόμαστε σεξουαλικοί (ιδανικά την ίδια χρονική στιγμή με τον σύντροφό μας), επειδή το σεξ είναι πλέον κομμάτι της ταυτότητάς μας και όχι απλά μια βιολογική υποχρέωση. Η σεξουαλική απόλαυση, το άσβεστο πάθος και ο ερωτισμός είναι στοιχεία που ψάχνουμε διακαώς μέσα σε μία σχέση με την ελπίδα ότι θα συνεχίσουν να τροφοδοτούν το έντονο ενδιαφέρον για τον σύντροφό μας ακόμα και μετά το πέρας πολλών δεκαετιών.

Συνεχίζουμε να έχουμε «παραδοσιακές» επιθυμίες και προσδοκίες από την μελλοντική οικογένεια που πρόκειται να δημιουργήσουμε, αλλά πλέον αποζητούμε και άλλα πράγματα – θέλουμε ο σύντροφός μας να μας αγαπά, να μας ποθεί και να ενδιαφέρετε για μας, για αυτό που είμαστε. Από τον σύντροφό μας ζητάμε πλέον να είναι έμπιστος φίλος, καλός συζητητής και φοβερός εραστής. Και μόλις καταφέρουμε να βρούμε έναν σύντροφο που θα πληροί τις παραπάνω προϋποθέσεις, θέλουμε όλο αυτό να κρατήσει για πάντα. Συνεπώς, η πρόκληση που θέτουν οι προσδοκίες μας από μια σχέση είναι απείρως μεγαλύτερες από αυτές που ήταν κάποτε. Η ασφάλεια, η σταθερότητα, ο σεβασμός και η φροντίδα είναι μέσα στο αρχικό μας πλάνο, αλλά μαζί με αυτά θέλουμε την έξαψη, τον ενθουσιασμό, το μυστήριο, τον ελεγχόμενο κίνδυνο και κάποιον που να του λέμε ό,τι μας απασχολεί και αυτός να μας κοιτά στα μάτια και να μην «σκρολάρει» στο κινητό του, να έχει ενσυναίσθηση και κατανόηση όταν μας ακούει. Η σημαντικότητά μας εξαρτάται από αυτό.

Είναι προφανές λοιπόν ότι κάποια στιγμή θα απογοητευτούμε – θα ήταν ελπιδοφόρο φυσικά να ήταν η ίδια στιγμή που καταλαβαίνουμε ότι δεν έχουμε δικό μας πλανητικό σύστημα καθώς και ότι δεν είμαστε το κέντρο αυτού, αλλά δυστυχώς δεν είναι. Συνεπώς, δεν ρίχνουμε το φταίξιμο στις προσδοκίες μας, αλλά σε έναν σύντροφο που δεν μπορεί να τις ικανοποιήσει. Έτσι, δεν «απιστούμε» γιατί νιώθουμε δυστυχισμένοι, αλλά γιατί πιστεύουμε ότι μπορούμε να γίνουμε πιο χαρούμενοι και ως εκ τούτου ο φαύλος κύκλος των προσδοκιών και των συνεχών απογοητεύσεων συνεχίζει να μας παγιδεύει.

Φυσικά, παίρνουμε αρκετή βοήθεια από μια κοινωνία που έχει ως βασική της αξία τον υπερκαταναλωτισμό και την αρχή ότι τίποτα δεν είναι αναντικατάστατο καθώς και ότι πάντα μπορούμε να βρούμε κάτι πιο νέο, πιο καινούργιο και πιο όμορφο. Αυτή η λογική έχει πεδίο εφαρμογής και στις ερωτικές σχέσεις, μέσα στις οποίες οι σύντροφοι βρίσκονται συνήθως σε συνεχή επαγρύπνηση για τις έτοιμες εναλλακτικές επιλογές κάνοντας συγκρίσεις και ζυγίζοντας τις αποφάσεις τους υιοθετώντας την αρχή του κόστους-ωφέλειας. Συνεπώς, μπορεί πλέον να είμαστε πιο συνειδητοποιημένοι για αυτό που θέλουμε και διατεθειμένοι να το αποκτήσουμε, αλλά η συναισθηματική μας δέσμευση απέναντι στους άλλους αποδυναμώνεται, ενώ η ωφελιμιστική λογική μας μάς απομακρύνει από το να απολαύσουμε πραγματικά την παρούσα στιγμή.

Η ανασφαλής προσκόλληση, η αποφυγή συγκρούσεων, η έλλειψη σεξουαλικής επαφής, το αίσθημα της μοναξιάς και τα χαρακτηριστικά προσωπικότητας του ατόμου (λ.χ. ναρκισσιστική συμπεριφορά, αίσθημα υπεροχής) είναι κάποιοι από τους αυστηρά ψυχολογικούς λόγους που εξηγούν την απιστία. Η «ψυχολογικοποίηση» όμως μιας συμπεριφοράς και η εξήγησή της μέσω κάποιας διαγνωστικής κατηγορίας ή ορολογίας δεν μας πηγαίνει μακριά. Λέει μόνο ότι στο παρελθόν ήμασταν αμαρτωλοί, ενώ τώρα είμαστε ασθενείς. Η απιστία – η παράλληλη σεξουαλική, συναισθηματική ή/και ερωτική επαφή με ένα τρίτο πρόσωπο ίσως να μην οφείλεται στην αναζήτηση ενός τρίτου ατόμου με το οποίο θα κάνουμε καλύτερο σεξ ή θα μας καταλαβαίνει περισσότερο – ίσως να είναι μια προσπάθεια ανακάλυψης ενός νέου ή επανεύρεσης ενός ξεχασμένου εαυτού που αναδύεται μέσα από την σχέση μας με το τρίτο πρόσωπο. Αν φανταστούμε για παράδειγμα έναν παντρεμένο μεσήλικα που δεν έζησε ποτέ τον παθιασμένο εφηβικό ή φοιτητικό έρωτα που επιθυμούσε, μάς γίνεται πιο ευδιάκριτος ο λόγος για τον οποίο θα μπορούσε να «απιστήσει».

Από την άλλη μεριά, μια προβληματική σχέση που μας δημιουργεί καταπίεση, άγχος και δυσάρεστα συναισθήματα οδηγεί συχνά στην απιστία. Ωστόσο, κάποιες φορές είναι πιο εύκολο να κατηγορήσουμε μία σχέση από το να αντιμετωπίσουμε τις υπαρξιακές ανησυχίες όπως είναι ο φόβος του θανάτου, οι ανασφάλειες που δημιουργούνται με το πέρας της ηλικίας και το άγχος ότι πρέπει να ζήσουμε τώρα όσα δεν θα μπορούμε να ζήσουμε μετά. Η απιστία όμως κρύβει και μια έξαψη που μας θυμίζει αρκετά πράγματα της παιδικής μας ηλικίας – όπου κάναμε σκανδαλιές και προσπαθούσαμε να την «γλιτώσουμε» και να μην μας ανακαλύψουν. Το να κάνουμε κάτι απαγορευμένο, κάτι που μπορεί να σπάει τους ηθικούς φραγμούς και να θεωρείται κατακριτέο, μπορεί να είναι ισχυρό αφροδισιακό και στην ενήλικη ζωή. Μπορεί τελικά να απολαμβάνουμε την απιστία περισσότερο ως σκέψη, παρά ως πράξη…

Η ηθική των ερωτικών/συζυγικών σχέσεων δεν ποδηγετείτε πλέον από τους καθιερωμένους κοινωνικούς κανόνες ή την επιβεβλημένη θρησκευτική εξουσία. Δεν υπάρχει κάποιος που να μας λέει τι να κάνουμε εκτός από την εσωτερική φωνή μέσα μας. Έχουμε αποκτήσει περισσότερη ελευθερία αλλά και μεγαλύτερη αβεβαιότητα για το τί είναι σωστό και τί λάθος. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η απιστία είναι πλέον ένα προσωπικό ζήτημα – όχι κάτι που απειλεί την κοινωνική ηθική ή την θρησκευτική ακεραιότητά μας (για όσους ενδιαφέρονται ακόμα γι’ αυτήν) και ως εκ τούτου οι λόγοι για τους οποίους συμβαίνει δεν πρέπει να αναζητηθούν μόνο μέσα στην σχέση των ερωτικών συντρόφων και της άτυπης συμφωνίας που έχουν κάνει για την ύπαρξη αμοιβαίας εμπιστοσύνης, αλλά και στις υποσυνείδητες ανάγκες, επιθυμίες και παρορμήσεις που διαμορφώνονται από την αρχή της ύπαρξής μας.


Βιβλιογραφία

  • Bruckner, P. (2012). Paradox of Love. Princeton, NJ, USA: Princeton University Press.
  • Perel, E. (2017). The state of affairs: rethinking infidelity. First edition. New York, New York: Harper, an imprint of HarperCollins Publishers.
Ετικέτες: σχέσεις, απιστία
Κάντε like στην σελίδα μας στο Facebook 
Ακολουθήστε μας στο Twitter 

Εγγραφείτε για να λαμβάνετε το newsletter μας!

Βρείτε μας στα...