Από την παιδική μου ηλικία, θυμάμαι μια βιασύνη. ή μαμά μάς κοίμιζε με τα ρούχα του σχολείου για να μη χάνουμε χρόνο το πρωί με τις ετοιμασίες. Τρέχαμε από το πρωί, τρέχαμε και το απόγευμα να προλάβουμε δραστηριότητες και έπειτα τα φροντιστήρια, τρέχαμε τόσο που κάποια μέρα είχα μπερδέψει τη σάκα του σχολείου με αυτή του φροντιστηρίου.
Ακόμη θυμάμαι πόσο ντράπηκα όταν έβγαλα στο θρανίο τα λάθος βιβλία. Τι αφήνει όμως αυτή η βιαστική παιδική ηλικία στην ψυχή; Μια μοναξιά. Ένα «δεν προλάβαμε» κι ας είχαμε δεκαοκτώ χρόνια μαζί. Και αυτό το «δεν προλάβαμε» έχει πολύ πόνο, γιατί αποκαλύπτει ένα «δεν ξέραμε τι χρειαζόμασταν – και τι άξιζε πραγματικά τη φροντίδα μας».
Αλήθεια, δεν θυμάμαι ούτε μία μέρα να φεύγουμε με την οικογένειά μου για ταξίδι και να μη μαλώνουν οι δικοί μου. «αργείς!» «Είσαι στον κόσμο σου!» «ό χρόνος δεν περιμένει!» – και πόσες άλλες φράσεις με κοινό παρονομαστή τον χρόνο που τρέχει, τον χρόνο που δεν έχουν, τον χρόνο που κυνηγούν, τον χρόνο που προσπαθούν να πάρουν με το μέρος τους. Βιασύνη να ετοιμαστούμε, να μην αργήσουμε, να μη «χάσουμε» χρόνο από την εκδρομή. Και τελικά; χάναμε όλο αυτό το «μαζί» στην προσπάθεια να κάνουμε κι άλλα.
Όταν ήμουν παιδί, ευχόμουν να μη βιαζόμασταν για τις εκδρομές –μου φαινόταν μάλιστα παράξενο να αγχωνόμαστε ακόμη και για αυτό– και να μπορούσαμε απλώς να μείνουμε λίγο παραπάνω στο τραπέζι του πρωινού. Να στύψουμε χυμούς, να φτιάξουμε τοστ, να αργήσουμε λίγο αλλά χωρίς φόβο, χωρίς τύψεις. τότε δεν ήξερα πώς να το πω, αλλά τώρα, τόσα χρόνια μετά, καταλαβαίνω: δεν τους έλειπε ο χρόνος, τους έλειπε η ανάσα που τελικά μας επιτρέπει να κοιταχτούμε στα μάτια και να συντονιστούν οι καρδιές μας.
Φυσικά και θέλω να πάρω ανάσα, ούτε εμένα μου αρέσει να τρέχω πανικόβλητος από το πρωί. Στο γραφείο οι εκκρεμότητες είναι αμέτρητες και οι συναντήσεις η μία πίσω από την άλλη, χωρίς κενό. Η γυναίκα μου δεν καταλαβαίνει την πίεση που τραβάω, λέει πως πρέπει να γυρνάω σπίτι νωρίς για τα παιδιά. Και ποιος θα παραδώσει τα πρότζεκτ;
Στα παιδιά εξηγώ πως λείπω γιατί πρέπει να έχουμε χρήματα να επιβιώσουμε, δεν έχω επιλογή. Στη θεωρία είναι όλα εύκολα, πώς θα πω στον εργοδότη μου «φεύγω γιατί λείπω στα παιδιά μου»; Προχθές ο γιος μου μου είπε πως αντί για δώρο θέλει να δούμε μαζί μια ταινία. Δεν ξέρω αν θα προλάβω αυτό το Σαββατοκύριακο…
Μάριος Μάζαρης: Πώς γίνεται να κυνηγάμε τον χρόνο όλο και περισσότερο και ποτέ να μην τον πιάνουμε; Είναι συγκλονιστικό πώς αυτό το «τρέχα να προλάβεις» περνάει από γενιά σε γενιά, σαν κληρονομιά άγχους που τη βαφτίζουμε «υπευθυνότητα». Κι όμως, πίσω από αυτή τη βιασύνη κρύβεται κάτι πολύ τρυφερό: ο φόβος των γονιών μας μήπως μείνουν πίσω, μήπως τα παιδιά τους χάσουν κάτι, μήπως δεν «προλάβουν» τη ζωή. Μόνο που στο μεταξύ κανείς δεν τους είπε ότι η ζωή δεν είναι κάτι που προλαβαίνεις, είναι κάτι που ζεις. Αυτό που λείπει, λοιπόν, δεν είναι ο χρόνος, αλλά η ποιότητα του χρόνου. Η συνειδητότητα, η αναπνοή, το «μαζί» που δεν βιάζεται. Και ίσως αυτό να είναι το μεγαλύτερο δώρο που μπορούμε να αφήσουμε στα παιδιά μας: να μη μεγαλώσουν με το ρολόι κολλημένο στο μυαλό τους, αλλά με τον ρυθμό της καρδιάς τους.
Πάρε ανάσα
Φρόσω Φωτεινάκη: Ίσως τελικά ο χρόνος να μην είναι κάτι που μετριέται, αλλά κάτι που μοιράζεται. Όσο περισσότερο προσπαθούμε να τον κυνηγήσουμε τόσο πιο πολύ μας ξεφεύγει, όπως τα παιδιά που προσπαθείς να τα φωτογραφίσεις και, πριν προλάβεις να πατήσεις το κουμπί, έχουν ήδη χαθεί από το κάδρο. Το «να προλάβω» έγινε σύνθημα μιας ολόκληρης γενιάς, όμως τι προλαβαίνουμε στ’ αλήθεια; Προλαβαίνουμε να πάμε παντού, αλλά πουθενά δεν μένουμε. Προλαβαίνουμε να δώσουμε στα παιδιά μας τα πάντα, εκτός από εκείνο που χρειάζονται περισσότερο: τον εαυτό μας, το «είμαι εδώ για σένα, γιατί είσαι πολύ σημαντικός για μένα».
Πόσες στιγμές χάνουμε πια στο «να προλάβω»; Στο να τελειώσει το φαγητό, να γίνουν τα μαθήματα, να φτάσουμε στο επόμενο ραντεβού.
Κι ανάμεσα σε όλα αυτά, τα βλέμματά μας μπορεί να μη συναντηθούν και καθόλου, ούτε με το παιδί μας, ούτε με τον σύντροφό μας ούτε με τον εαυτό μας. Είναι η εποχή του απόλυτου αποσυντονισμού. Τα παιδιά μας μεγαλώνουν κάπου ανάμεσα σε ρολόγια που δεν σταματούν ποτέ, και καταλήγουν να κυνηγούν τον χρόνο μιας κλεψύδρας. Κι εμείς, με τις καλύτερες προθέσεις, γεμίζουμε τον χρόνο τους για να μην τον χάσουν, μα έτσι τους στερούμε τη δυνατότητα να τον νιώσουν τόσο στο σώμα τους όσο και στην ψυχή τους.
Ίσως το πιο γενναίο πράγμα που μπορούμε να κάνουμε ως γονείς και εκπαιδευτικοί είναι να σταματήσουμε. Να κάνουμε χώρο για το τίποτα, για εκείνη τη σιωπή που θα γεμίσει με βλέμματα και νεύματα και γέλια, και για εκείνο το «μαζί» που δεν χρειάζεται καν εξήγηση. Ας επιτρέψουμε στον εαυτό μας να αργεί κάποιες φορές, στα παιδιά μας να μην τα καταφέρνουν πάντα, στις μέρες μας να έχουν κενά, αυτά τα κενά που μοιάζουν σαν τις γρίλιες – από τα κενά μπαίνει το φως.
Σκέφτομαι συχνά πως στην ψυχοθεραπεία θεραπευόμαστε ήδη από τη στιγμή που καθόμαστε απέναντι από έναν άλλον άνθρωπο, κάνουμε βλεμματική επαφή, αφήνουμε στην άκρη τις οθόνες, παίρνουμε ανάσα και εστιάζουμε σε όσα συμβαίνουν μέσα μας το κυνήγι του χρόνου είναι στην πραγματικότητα ο φόβος μας να μείνουμε ακίνητοι. Αλλά μόνο στην ακινησία συναντάς τον εαυτό σου, κι εκείνον τον άλλον, που σε κοιτάζει στα μάτια, ακριβώς όπως κάνουμε και στο θεραπευτικό δωμάτιο.
Το απόσπασμα είναι από το βιβλίο Μαζί ό,τι κι αν συμβεί, της Φρόσως Φωτεινάκη και του Μάριου Μάζαρη που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διόπτρα στο dioptra.gr και σε όλα τα συνεργαζόμενα βιβλιοπωλεία.















