psychologist-banner-2
banner1
thumb

Συντροφικότητα και σύγχρονες προκλήσεις: Μια έρευνα για τα εσωτερικά πρότυπα, την οικογένεια και το κοινωνικό περιβάλλον στις ερωτικές – συντροφικές σχέσεις

- Σχέσεις
3 Δεκεμβρίου 2025

Ζούμε σε μια εποχή όπου, παρά την κόπωση, τις διαδοχικές κρίσεις και τη διάχυτη απογοήτευση, η ερωτική/συντροφική σχέση παραμένει ο μεγάλος και ταυτόχρονα ανεξερεύνητός μας πόθος. Αυτό που δεν φαίνεται ίσως καθαρά, με την πρώτη ματιά, είναι το πόσο βαθιά τραυματισμένοι, φοβισμένοι και διχασμένοι στεκόμαστε μπροστά στην προοπτική αυτού του «Μαζί».


Τι αποκαλύπτει μια νέα έρευνα για τη συντροφικότητα;

Μια νέα έρευνα του Κέντρου Συστημικής Ψυχοθεραπείας και Έρευνας (ΚΕ.ΣΥ.Ψ.Ε.) με επικεφαλής την επιστημονική υπεύθυνη, ψυχολόγο – ψυχοθεραπεύτρια, Ελισάβετ Μπαρμπαλιού, επιχειρεί να φωτίσει ακριβώς αυτό το τοπίο.

Πώς οι ενήλικες δηλαδή, στην Ελλάδα αντιλαμβάνονται σήμερα τη συντροφικότητα, με ποια κριτήρια επιλέγουν σύντροφο, πώς ιεραρχούν τη σχέση, την οικογένεια, την καριέρα αλλά και πώς επιδρούν, από τη μία τα οικογενειακά τους πρότυπα και, από την άλλη η ψυχοθεραπεία στη συντροφική τους ζωή.

Η έρευνα μπορεί να μην απαθανατίζει μια «αντιπροσωπευτική», σχεσιακή φωτογραφία του συνόλου της ελληνικής κοινωνίας, αποτυπώνει όμως μια καθαρή ματιά ενός ελληνικού κοινού που έχει σταθεί απέναντι στη ζωή και στους δεσμούς του με διάθεση ενδιαφέροντος και αναστοχασμού.

Ποιοι μίλησαν:

Στην έρευνα συμμετείχαν 577 ενήλικες (18 ετών και άνω), μέσα από ανώνυμο διαδικτυακό ερωτηματολόγιο. Το δείγμα είναι 89% γυναικείο, υψηλού μορφωτικού επιπέδου (σχεδόν 1 στους 2 έχει μεταπτυχιακό ή διδακτορικό) και σε ποσοστό 79% προέρχεται από οικογένειες όπου οι γονείς είναι ή ήταν, όσο ζούσαν, μαζί.

Το ερωτηματολόγιο διακινήθηκε, κατά κύριο λόγο, μέσα από στοχευμένες λίστες αλλά και προωθητικές ενέργειες μέσω του Facebook. Η δειγματοληψία, επομένως, θεωρείται μη τυχαία. Μιλάμε, με άλλα λόγια, κυρίως για ανθρώπους με πρόσβαση στο διαδίκτυο, ενεργούς στα social media, με σχετικά υψηλό μορφωτικό επίπεδο και, σε μεγάλο βαθμό, εξοικειωμένους με την ψυχοθεραπεία. Συνεπώς, τα αποτελέσματα δεν μπορούν να γενικευθούν στον γενικό πληθυσμό, αποτυπώνουν όμως καθαρά τις τάσεις μιας ιδιαίτερα «υποψιασμένης» μερίδας του.

Η Σχέση είναι πρώτη προτεραιότητα μα όχι για όλους με τον ίδιο τρόπο

Όταν ζητήθηκε από τους συμμετέχοντες να ιεραρχήσουν βασικούς τομείς της ζωής (σχέση, οικογένεια, καριέρα, χόμπι, πνευματική καλλιέργεια, ταξίδια, εθελοντισμός), η εικόνα ήταν ξεκάθαρη.

Για το σύνολο του δείγματος:

  • στην 1η θέση βρίσκεται η ερωτική/συντροφική σχέση,
  • στη 2η θέση η οικογένεια,
  • και στην 3η θέση η καριέρα.

Με άλλα λόγια, όσο κι αν στην εποχή μας μιλάμε για «καριερίστες», για «γενιές του διαδικτύου» και για τη μάστιγα της «έλλειψης χρόνου», βασική προτεραιότητα για όσους απάντησαν παραμένει η ανάγκη για έναν ουσιαστικό δεσμό.

Οι γενιές όμως δεν βλέπουν τα πράγματα με τον ίδιο τρόπο:

  • Οι Gen X και οι Boomers (45–79 ετών) βάζουν «Πρώτα την Οικογένεια», ακολουθεί  η σχέση και πιο πίσω η καριέρα.
  • Οι Millennials (29–44) και η Gen Z (18–28) ιεραρχούν πρώτα τη σχέση και μετά την καριέρα, με την οικογένεια να ανεβαίνει σιγά-σιγά σε σημαντικότητα, αλλά να μη βρίσκεται στην κορυφή.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και η διάσταση των φύλων:

  • Για τις γυναίκες: 1η προτεραιότητα η σχέση, 2η η οικογένεια, 3η η καριέρα.
  • Για τους άνδρες: 1η η σχέση, αλλά στη συνέχεια η καριέρα και τα χόμπι, με την οικογένεια να ακολουθεί.

Στο πλήρες κείμενο της έρευνας ερμηνεύεται, όπως τονίζει η κυρία Μπαρμπαλιού, η συσχέτιση αυτών των διαφοροποιήσεων με τις στερεοτυπικές αντιλήψεις και τη σύγχρονη πραγματικότητα αναφορικά με τα φύλα.

Η σχέση, επομένως,  μπορεί να αποτελεί κοινό στόχο, όμως τίθενται δίπλα της ή μπροστά της άλλες προτεραιότητες, ανάλογα με τη γενιά, το φύλο και την εκπαιδευτική διαδρομή του καθενός. Και κάπως έτσι ένα ερώτημα σχεδόν αυτόματα προκύπτει.

Πώς επιλέγουμε σύντροφο σήμερα;

Φαίνεται πως στη συνείδηση των ανθρώπων που συμμετείχαν, τα σημαντικότερα κριτήρια επιλογής συντρόφου δεν είναι ούτε το «φαίνεσθαι», ούτε τα χρήματα, αλλά μάλλον το «είναι».

Για τους συμμετέχοντες στην έρευνα, στην κορυφή των κριτηρίων επιλογής του/της συντρόφου εντοπίζουμε:

  • την Επικοινωνία
  • τις Ηθικές αξίες
  • τη Συναισθηματική ωριμότητα
  • την Ενσυναίσθηση
  • την Πνευματική/νοητική συμβατότητα
  • και ακολουθούν το χιούμορ και τα κοινά ενδιαφέροντα.

Πρόκειται για έναν ξεκάθαρα «ανθρωποκεντρικό» κατάλογο αναγκών, που δείχνει ότι, σε επίπεδο συνειδητών δηλώσεων τουλάχιστον, οι άνθρωποι ξέρουν πολύ καλά πως αυτό που τους λείπει δεν είναι απλώς «η εικόνα», αλλά η δυνατότητα να συναντηθούν και να συνδεθούν ουσιαστικά  και σε βάθος με τον άλλον.

Παρ’ όλα αυτά, διαπιστώνεται επίσης πως κάποιες παραδοσιακές διαφοροποιήσεις, ως προς το τι είναι αρεστό, διατηρούνται ακόμα «ζωντανές» σε ενδοψυχικό επίπεδο.

Για παράδειγμα:

Η εμφάνιση είναι σημαντικότερο κριτήριο για τους άνδρες απ’ ότι για τις γυναίκες, οι οποίοι, παράλληλα, δηλώνουν ότι η επιθυμία για οικογένεια αποτελεί ασθενέστερο κριτήριο επιλογής συντρόφου, σε σχέση με τις γυναίκες.

Η οικονομική σταθερότητα και το χιούμορ μετράνε περισσότερο για τις γυναίκες.

Στις μεγαλύτερες γενιές (Gen X & Boomers), η επαγγελματική/οικονομική σταθερότητα και η κοινωνική θέση παραμένουν πιο σημαντικά κριτήρια από ό,τι για τους Millennials και τη Gen Z , ένδειξη του αποτυπώματος και της ανάγκης που δημιούργησαν ο πόλεμος, η μετανάστευση, η οικονομική ανασφάλεια.

Και κάπου εδώ, μιλώντας για στερεοτυπικές αντιλήψεις συλλογιζόμαστε:

Πόσο μας «στοιχειώνει» η οικογένεια καταγωγής;

Ενδιαφέρον ως προς αυτό το ερώτημα παρουσιάζει το πεδίο της έρευνας που εξετάζει την ομοιότητα του/της συντρόφου με τους γονείς.

Η πλειονότητα δηλώνει, σε συνειδητό επίπεδο, ότι ο/η σύντροφος δεν μοιάζει ιδιαίτερα ούτε με τη μητέρα, ούτε με τον πατέρα. Όταν όμως εστιάσουμε στα υψηλά ποσοστά ομοιότητας, διαπιστώνουμε ότι:

Περίπου 3 στους 10 αναγνωρίζουν κοινά σημεία με τη μητέρα, κυρίως σε αξίες και αντιλήψεις.

Τα αντίστοιχα ποσοστά είναι ακόμη υψηλότερα για τον πατέρα (με το δείγμα να είναι κυρίως γυναικείο), ιδίως στον τρόπο επίλυσης συγκρούσεων και στο πεδίο των αξιών.

Οι έμφυλες διαφορές είναι, και πάλι, χαρακτηριστικές:

Οι άνδρες βλέπουν πιο συχνά τη σύντροφό τους να μοιάζει με τη μητέρα τους.

Οι γυναίκες, από την άλλη, αναγνωρίζουν σε μεγαλύτερο βαθμό ομοιότητες του συντρόφου με τον πατέρα τους, ειδικά στην προσωπικότητα, στην έκφραση συναισθημάτων και στην επίλυση συγκρούσεων.

Όσοι έχουν κάνει ψυχοθεραπεία αλλά και όσοι έχουν υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο παρουσιάζονται πιο έτοιμοι να αναγνωρίσουν αυτά τα μοτίβα, σαν να έχουν ανοίξει λίγο περισσότερο τα «αισθητήριά» τους και μπορούν να «αφουγκράζονται» καλύτερα τις οικογενειακές φωνές πίσω από τις επιλογές τους.

Επιλογές που, συχνά, τις καθορίζουν:

Φόβος εγκατάλειψης και δυσκολία στην εξάρτηση

Ένα από τα πιο εύγλωττα ευρήματα αφορά τις συναισθηματικές τοποθετήσεις των συμμετεχόντων απέναντι στη δέσμευση.

Η μεγάλη πλειονότητα δηλώνει ότι τους είναι σχετικά εύκολο να είναι συναισθηματικά κοντά με τον/την σύντροφο, τους αρέσει η αμοιβαία εξάρτηση («να βασίζομαι και να βασίζεται και αυτός/αυτή σε μένα»), ταυτόχρονα όμως δεν αισθάνονται άνετα να εξαρτώνται από άλλους ανθρώπους. Μια αντίφαση που διατρέχει όλες τις γενιές.

Η Gen Z όμως ξεχωρίζει, καθώς δηλώνει λιγότερη άνεση με τη συναισθηματική εγγύτητα, και εκφράζει, σε μεγαλύτερο βαθμό, φόβο εγκατάλειψης και την ανησυχία ότι «ο/η σύντροφός μου δεν με αγαπά πραγματικά».

Οι Gen X και Boomers εμφανίζουν τα χαμηλότερα ποσοστά φόβου εγκατάλειψης και δυσφορίας με την εγγύτητα. Οι ερευνητές ερμηνεύουν πως το εύρημα προκύπτει ίσως επειδή οι μεγαλύτερες γενιές έχουν ήδη διανύσει μακρύτερη διαδρομή στη ζωή και στις σχέσεις, έχοντας παράλληλα μεγαλώσει μέσα σε άλλα κοινωνικά πλαίσια και επιρροές.

Ιδιαίτερα αποκαλυπτικός είναι, στο ίδιο μήκος κύματος, ο ρόλος της οικογένειας καταγωγής στον σχηματισμό των πεποιθήσεων. Πιο συγκεκριμένα, όσων οι γονείς έχουν χωρίσει φοβούνται περισσότερο ότι ο/η σύντροφος θα τους εγκαταλείψει (39% έναντι 29% όσων οι γονείς ήταν/είναι μαζί), ενώ ταυτόχρονα, δηλώνουν περισσότερο την ανάγκη να βασίζονται στον/στη σύντροφο και να βασίζεται κι εκείνος/η σε αυτούς.

Ένα παιδί χωρισμένων γονιών φαίνεται πως μπαίνει στον ενήλικο κόσμο των σχέσεων με μια διττή κληρονομιά, την αγωνία  δηλαδή μήπως επαναληφθεί το τραύμα αλλά και μια ακόμη πιο έντονη λαχτάρα για ασφαλή σύνδεση, επισημαίνει η κυρία Μπαρμπαλιού.

Μια συντροφική σύνδεση που, σε κάθε περίπτωση, για χιλιετίες καθοριζόταν από τα ιερά δεσμά του Γάμου.

Τι γίνεται όμως σήμερα;

Γάμος: «ιερός θεσμός» ή «θεσμός προς κατάργηση»;

Η ερευνητική ομάδα, επιχειρώντας να απαντήσει σε αυτό το ερώτημα, εξετάζει επίσης τη στάση των ερωτηθέντων απέναντι στον γάμο.

Στο σύνολο του δείγματος:

  • το 43% δηλώνει ουδέτερη στάση,
  • το 35% αποφαίνεται θετικά, ενώ
  • το 21% στέκεται αρνητικά απέναντι στον γάμο.

Σε επίπεδο περιγραφικών δηλώσεων:

  • το 34% βλέπει τον γάμο ως σημαντικό θεσμό για τη συντροφικότητα και τη συνδημιουργία του ζευγαριού.
  • ένα 23% δηλώνει ότι δεν τον αγγίζει συναισθηματικά,
  • το 16% τον θεωρεί παρωχημένο/ξεπερασμένο,
  • και ένα 8% τον βιώνει ως περιοριστικό ή καταπιεστικό.

Οι μεγαλύτερες γενιές (Gen X & Boomers), και όσοι βρίσκονται ήδη σε γάμο ή σύμφωνο συμβίωσης είναι σαφώς πιο θετικοί απέναντι στον θεσμό. Αντιθέτως, πιο επιφυλακτικοί εμφανίζονται όσοι έχουν γονείς που χώρισαν, όπως και όσοι έχουν κάνει ψυχοθεραπεία.

Συνεπώς τίποτα από τα δύο!

Ο γάμος μένει ως ένας θεσμός επισημοποίησης των σχέσεων σε ενδοψυχικό επίπεδο, χωρίς ωστόσο να κουβαλά την αίγλη, τη σημαντικότητα αλλά και το βάρος του παρελθόντος.

Και ποιος είναι ο ρόλος της ψυχοθεραπείας μέσα σε αυτό το τοπίο;

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ευρήματα είναι η διαφορά στην ιεράρχηση της ζωής ανάμεσα σε όσους έχουν κάνει ψυχοθεραπεία και σε όσους δεν έχουν κάνει ψυχοθεραπεία:

  • Για όσους δεν έχουν κάνει ψυχοθεραπεία, η οικογένεια βρίσκεται στην 1η θέση και ακολουθεί η σχέση και η καριέρα.
  • Για όσους έχουν κάνει, στην 1η θέση περνά η ερωτική/συντροφική σχέση, στη 2η η καριέρα και στην 3η η οικογένεια.

Όπως τονίζει η κυρία Μπαρμπαλιού: «Η ψυχοθεραπεία φαίνεται να συνδέεται με μια μετατόπισηαπό την αδιαμφισβήτητη, διαχρονική πρωτοκαθεδρία της παραδοσιακής οικογένειας προς μια «οικογένεια» επιλογής, αυτή της συντροφικής σχέσης αλλά και προς την ατομική πορεία επίτευξης (που προβάλλεται από τον δείκτη της καριέρας, η οποία  εν προκειμένω δεν αποτελεί μονοδιάστατα σημαινόμενο εργασιακής καταξίωσης, αλλά μέρος του φάσματος της γενικής αυτοπραγμάτωσης για τον ψυχοθεραπευόμενο). Όχημα για αυτή τη δομική μεταβολή αποτελούν οι δεξιότητες των ορίων, της αυτοφροντίδας, της συνειδητότητας και της οικογενειακής και κοινωνικής παρατήρησης, που αναπτύσσει η θεραπευτική διαδικασία και θέτουν, ανθρωποκεντρικά και με ενσυναίσθηση, τον εαυτό σε προτεραιότητα, χωρίς ωστόσο να εξαφανίζεται και να απορρίπτεται η αξία της οικογένειας».

Παράλληλα, όσοι έχουν κάνει ψυχοθεραπεία αναγνωρίζουν πιο καθαρά ομοιότητες του/της συντρόφου με τους γονείς. Παράλληλα, συμφωνούν σε μεγαλύτερο βαθμό με δηλώσεις όπως «φοβάμαι ότι ο/η σύντροφός μου θα με εγκαταλείψει» ή «αισθάνομαι άβολα όταν κάποιος είναι πολύ κοντά μου συναισθηματικά», ενδεχομένως διότι είναι πιο υποψιασμένοι για τις «συντροφικές» προκλήσεις, όπως ερμηνεύει η ερευνητική ομάδα. Ταυτόχρονα όμως είναι και ελαφρώς πιο αισιόδοξοι για το μέλλον των ερωτικών/συντροφικών σχέσεων, αφού, μέσα στη θεραπεία, έχουν βιώσει τη λειτουργία του μετασχηματισμού και επομένως έχουν περισσότερες ελπίδες για το μέλλον.

Για εκείνους, με απλά λόγια, ισχύει ότι: Βλέπω πιο καθαρά τις δυσκολίες, με τη συμβολή της θεραπείας, αλλά γνωρίζω συγχρόνως πως κάτι μπορεί να τις αλλάξει, προσθέτει η υπεύθυνη της έρευνας.

Εντοπίζουν δηλαδή:

Ένα μέλλον αμφίθυμο μα όχι χωρίς ελπίδα

Και με αυτή τη διαπίστωση περνάμε στο ερώτημα της έρευνας για το πώς βλέπουν, γενικά, οι συμμετέχοντες το μέλλον των ερωτικών/συντροφικών σχέσεων:

  • Το 39% θεωρεί ότι θα είναι καλύτερες από σήμερα, ενώ
  • το 27% ότι θα είναι χειρότερες.

Το πέρασμα του χρόνου, οδήγησε τις μεγαλύτερες γενιές να είναι λιγότερο αισιόδοξες σε σχέση με τις νεότερες. Κάτι όμως που χρειάζεται να μας προβληματίσει, τονίζουν οι ερευνητές, είναι ότι η Gen Z, παρότι έχει όλη τη ζωή μπροστά της, εμφανίζει, απαντώντας στην έρευνα, ένα όχι αμελητέο ποσοστό (14%), το οποίο βλέπει τις σχέσεις του μέλλοντος όχι απλά χειρότερες, αλλά αδιέξοδες.

Δεν πρέπει ωστόσο να ξεχνάμε πως, μέσα σε αυτή την αμφιθυμία και τα αδιέξοδα, μία σταθερά παραμένει:

Η συντροφική σχέση παραμένει η πρώτη προτεραιότητα, ενώ τα κριτήρια που δηλώνονται, στις μέρες μας, είναι πιο ώριμα και ανθρωποκεντρικά, απ’ ότι παλιότερα, είτε μιλάμε για αυτό που έχουμε, είτε για αυτό που επιθυμούμε να έχουμε.

Προς αυτήν την κατεύθυνση, η ψυχοθεραπεία φαίνεται ότι μπορεί να ανοίξει δρόμους κατανόησης και ουσιαστικής συμπόρευσης και αυτή η έρευνα του ΚΕ.ΣΥ.Ψ.Ε. αποτυπώνει έναν σύγχρονο κόσμο όπου οι άνθρωποι έχουν αρχίσει, μέσα στην πολυπλοκότητα, να αναρωτιούνται, όλο και περισσότερο:

– Τι κουβαλάω στις σχέσεις μου από την οικογένειά μου;
– Γιατί φοβάμαι τόσο την εγκατάλειψη, ενώ ταυτόχρονα δεν αντέχω να εξαρτώμαι;
– Τι ζητάω πραγματικά από έναν σύντροφο;
– Πόσο διατεθειμένος/η είμαι πραγματικά να σταθώ απέναντι στον εαυτό μου και στο άλλον ώστε να γίνει το «Μαζί» περισσότερο εφικτό και αληθινό;

Μέσα στις απαντήσεις αυτών των ερωτημάτων, που ρητά ή υπόρρητα έθεσε η έρευνα, κρύβεται, ίσως, η πραγματική ελπίδα για τις ερωτικές/συντροφικές σχέσεις.

Για σχέσεις που δεν κατοικούν στα «ροζ συννεφάκια» της εξιδανίκευσής τους, αλλά μάς παρέχουν τη δυνατότητα να δούμε με ειλικρίνεια τα πρότυπα, τους φόβους και τα τραύματά μας, μαθαίνοντας παράλληλα, σιγά – σιγά, ότι για να σταθούμε με αγάπη, ο ένας δίπλα στον άλλον, δεν χρειάζεται να είμαστε τέλειοι. Δεν χρειάζεται να είμαστε πάντα δυνατοί. Χρειάζεται, όπως φανερώνει η ψυχοθεραπευτική εμπειρία, να είμαστε απλά λιγάκι πιο παρόντες και πιο συνειδητοί, λιγάκι πιο ανοιχτοί και σαφώς πιο αληθινοί, τόσο με τους άλλους, όσο και με τον ίδιο μας τον εαυτό.

Μέσα από την εμπιστοσύνη, μέσα από τον συγκερασμό των αντιθέτων, ενδοψυχικά και κοινωνικά, μέσα από την ανοιχτή επικοινωνία και την ενσυναίσθηση στους κόλπους του ζευγαριού είναι δυνατή, όπως τονίζει η κυρία Μπαρμπαλιού, η οικοδόμηση, πάνω από τη διαγενεακή άβυσσο των παρεξηγήσεων, της γέφυρας ενός πιο ουσιαστικού και ισότιμου “Μαζί”, που υπόσχεται μια νέα αυγή για τις συντροφικές/ερωτικές σχέσεις.


Συγγραφέας: Ελισάβετ Μπαρμπαλιού, Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπεύτρια, Οικογενειακή Θεραπεύτρια (ECP), Μουσικοθεραπεύτρια (GIM), Πρόεδρος & Επιστημονική Υπεύθυνη του Κέντρου Συστημικής Ψυχοθεραπείας και Έρευνας (ΚΕ.ΣΥ.Ψ.Ε.)

Έρευνα: https://psychotherapycenter.gr/

ΓΡΑΨΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΟΥ

Παρακολούθηση σχολίων
Ειδοποίηση για
0 Σχόλια
Νεότερο
Το πιο παλιό Περισσότεροι ψήφοι
Inline Feedbacks
Δείτε όλα τα σχόλια