PsychologyNow Team

Οι σχέσεις των δύο φύλων: από τη µοναξιά αιώνων σε ένα καινούργιο και διαφορετικό «µαζί».

Οι σχέσεις των δύο φύλων: από τη µοναξιά αιώνων σε ένα καινούργιο και διαφορετικό «µαζί».

PsychologyNow Team
Πίνακες ζωγραφικής σε έκθεση

Τις τελευταίες δεκαετίες, οι ανατροπές που έχουν επέλθει στις διαφυλικές σχέσεις,  εξαιτίας των επιτευγµάτων της επιστήµης, των νέων φιλοσοφικών και ιδεολογικών ρευµάτων της ∆ύσης και των συνεχών κοινωνικών αγώνων για την κατοχύρωση βασικών ανθρώπινων δικαιωµάτων της γυναίκας,  είναι τόσο µεγάλες, που µας φέρνουν αντιµέτωπους µε προκλήσεις, τις οποίες καλούµαστε να διαχειριστούµε µε  προβληµατισµό και περισυλλογή.


Η παράλληλη αλλά συγχρόνως µοναχική διαδροµή, που έχουν διανύσει τα δύο φύλα από την αρχαιότητα µέχρι τις µέρες µας, είναι τόσο δαιδαλώδης όσο και µακρινή και αντανακλά, σε µεγάλο βαθµό, την πολυκύµαντη ιστορία του ανθρώπινου γένους µέσα στον χρόνο. Έχοντας περάσει «δια πυρός και σιδήρου», η σχέση των δύο φύλων µετασχηµατίζεται διαρκώς, καθώς ζυµώνεται µέσα στις εκάστοτε ιστορικές και  κοινωνικοοικονοµικές συνθήκες, σε µια προσπάθεια προσαρµογής της στον κόσµο που την περιβάλλει. Τις τελευταίες δεκαετίες, οι ανατροπές που έχουν επέλθει στις διαφυλικές σχέσεις,  εξαιτίας των επιτευγµάτων της επιστήµης, των νέων φιλοσοφικών και ιδεολογικών ρευµάτων της ∆ύσης και των συνεχών κοινωνικών αγώνων για την κατοχύρωση βασικών ανθρώπινων δικαιωµάτων της γυναίκας,  είναι τόσο µεγάλες, που µας φέρνουν αντιµέτωπους µε προκλήσεις, τις οποίες καλούµαστε να διαχειριστούµε µε  προβληµατισµό και περισυλλογή.

Για αιώνες, οι κοινωνικές θέσεις, οι ρόλοι και κατ’ επέκταση οι αρµοδιότητες των δύο φύλων ήταν κατανεµηµένες και διαιρεµένες σε δύο ξεχωριστές σφαίρες δραστηριοτήτων. Οι άνδρες, ως πατριάρχες, κατείχαν την εξουσία της δηµόσιας σφαίρας ενώ οι γυναίκες περιορίζονταν στην ιδιωτική, γεγονός που οριοθετούσε και όριζε τις µεταξύ τους σχέσεις. Πιο συγκεκριµένα, οι άνδρες βρίσκονταν στο υψηλότερο σκαλοπάτι της κοινωνικής ιεραρχίας, απολαµβάνοντας περισσότερα δικαιώµατα και προνόµια σε σχέση µε τις γυναίκες, καθώς είχαν άµεση πρόσβαση στην πολιτική, στην παραγωγή και στην εκπαίδευση. Ακόµη και στην ιδιωτική σφαίρα όµως, η οποία εθεωρείτο ότι «ανήκε» στις γυναίκες, την πρωτοκαθεδρία την είχαν οι άνδρες, που µέσα από τον ρόλο του pater familias έλεγχαν και αποφάσιζαν για όλα τα ζητήµατα του σπιτιού, από τα οικονοµικά µέχρι τη συµπεριφορά των παιδιών και των συζύγων τους.

Με την εκβιοµηχάνιση των κοινωνιών το σκηνικό άρχισε να µεταβάλλεται άρδην, καθώς στην επιφάνεια ήρθε η πολυπλοκότητα µιας νέας τάξης πραγµάτων, µε καινούργιες θέσεις εργασίας και κατ’ επέκταση νέους ρόλους, νόρµες και αξίες.  Εξαιτίας δε των πολέµων (π.χ. πρώτος και δεύτερος παγκόσµιος πόλεµος) πρόεκυψαν ανάγκες για φτηνό εργατικό δυναµικό, κενό το οποίο γέµισαν οι γυναίκες βγαίνοντας µαζικά στην παραγωγή. Την εικόνα των αλλαγών πλαισίωσε το κίνηµα του φεµινισµού, το οποίο εµφανίστηκε περί τα µέσα του 19ου αιώνα, διεκδικώντας ίσα πολιτικά δικαιώµατα µε τους άνδρες, αξιώσεις που σταδιακά εξαπλώθηκαν στην παιδεία, στην έµµισθη εργασία, στη γενετήσια ζωή και αλλού, προωθώντας σηµαντικές  µεταβολές στη σχέση των δύο φύλων.

Στη χώρα µας οι κοινωνικές αλλαγές άργησαν να έρθουν εξαιτίας της επί τέσσερις αιώνες κυριαρχίας της οθωµανικής αυτοκρατορίας αλλά και των αέναων πολέµων που ακολούθησαν και µάστισαν τον τόπο. Μέσα σε τόσο δυσµενείς συνθήκες, όπου η επιβίωση αποτελούσε προτεραιότητα, το µορφωτικό επίπεδο των Ελλήνων παρέµενε χαµηλό ενώ τα αυστηρά παραδοσιακά ήθη καθόριζαν τις αρµοδιότητες και τους ρόλους των δύο φύλων. Το αποτέλεσµα ήταν η αδιαµφισβήτητη διατήρηση και διαιώνιση των διαφυλικών ανισοτήτων, ως καθηµερινός τρόπος συνδιαλλαγής των ζευγαριών και των οικογενειών τους. Έτσι, παρά τις πρωτοβουλίες της Καλλιρόης Παρρέν1 αλλά και πολλών ακόµη µετέπειτα γυναικείων οργανώσεων, οι οποίες  αποσκοπούσαν στην αφύπνιση της ελληνικής κοινωνίας απαιτώντας τον εξανθρωπισµό ουσιαστικά της γυναικείας οντότητας και αξιοπρέπειας, η συνταγµατική κατοχύρωση της ισότητας των φύλων έγινε µόλις το 1975 µε την αναθεώρηση του Συντάγµατος2 . Οι νοµοθετικές αλλαγές που ακολούθησαν, το 1983, αφορούσαν αλλαγές στο οικογενειακό δίκαιο περιλαµβάνοντας ρυθµίσεις, όπως την κατάργηση της προίκας, την από κοινού συµφωνία των µελλονύµφων για τη σύναψη γάµου, τη µη υποχρεωτική µεταβολή στο επώνυµο της συζύγου, κ.ο.κ. Το ζήτηµα της ισότητας  των φύλων συναντούσε για δεκαετίας σθεναρές αντιστάσεις ως προς τη διευθέτησή του, καθρεφτίζοντας στερεοτυπικές αντιλήψεις και κοινωνικές αξίες αιώνων, οι οποίες ήταν ενσωµατωµένες στη συλλογική ταυτότητα των Ελλήνων.

Το ζευγάρι, σήµερα, µπροστά στην κρίση των αξιών.

Στις σηµερινές αστικές πλουραλιστικές κοινωνίες οι έντονες διαφοροποιήσεις,  που προέκυψαν στη σχέση των δύο φύλων λόγω των ραγδαίων κοινωνικών µεταβολών και εκσυγχρονισµών  στους θεσµούς και στους νόµους, επηρέασαν συµπεριφορές και ρόλους χωρίς συγχρόνως να γίνουν αντικείµενο βαθύτερης νοητικής και συναισθηµατικής επεξεργασίας σε ατοµικό και κοινωνικό επίπεδο (Γεώργας, 1995). Ως εκ τούτου, η έλλειψη οµαλής  προσαρµογής στο καινούργιο επέδρασε διαβρωτικά στη σχέση των δύο φύλων.

Το πέρασµα των ζευγαριών, από το παραδοσιακό-πατριαρχικού τύπου «σχετίζεσθαι» σε ένα πιο ισότιµο και συντροφικό «µαζί», συνοδεύτηκε µε σύγχυση στους ρόλους και δυσλειτουργίες στη µεταξύ τους επικοινωνία. Οι συγκρούσεις και οι προστριβές στις διαπροσωπικές σχέσεις, που αφορούσαν θέµατα αυτονοµίας, εµπιστοσύνης, αλληλοσεβασµού, ισότιµου καταµερισµού ευθυνών, επικοινωνίας και προσδοκιών, εξέφραζαν κατ’ ουσίαν  σηµαντικές αναθεωρήσεις σε βαθιές αξίες και «πιστεύω». Η νέα πολιτισµική πραγµατικότητα που αναδυόταν ερχόταν  σε  ρήξη µε την προηγούµενη ισορροπία και, όπως κάθε τι καινούργιο, εµπεριείχε το επώδυνο συναίσθηµα ενός απροσδιόριστου µέλλοντος (∆ραγώνα,1995).

 

Το πέρασμα των ζευγαριών, από το παραδοσιακό-πατριαρχικού τύπου «σχετίζεσθαι» σε ένα πιο ισότιμο και συντροφικό «μαζί», συνοδεύτηκε με σύγχυση στους ρόλους και δυσλειτουργίες στη μεταξύ τους επικοινωνία.

 

Στην ελληνική κοινωνία  η αποδόµηση των παραδοσιακών αξιών στη σχέση των δύο φύλων αποτυπώθηκε στις εναλλακτικές µορφές συµβίωσης (π.χ. ελεύθερη συµβίωση χωρίς γάµο), στον ολοένα αυξανόµενο αριθµό διαζυγίων και κατ΄ επέκταση µονογονεϊκών οικογενειών, στις οικογένειες δεύτερου γάµου, κ.ο.κ. Ο σκοπός της ύπαρξης της οικογένειας αναθεωρήθηκε κι αυτό οδήγησε στον επαναπροσδιορισµό των ρόλων των δύο φύλων και των αρµοδιοτήτων τους.  Πιο συγκεκριµένα, η κοσµοθεωρία της παραδοσιακής οικογένειας που στηρίχτηκε στην πεποίθηση ότι ο γάµος και η απόκτηση παιδιών είναι ο προορισµός του ανθρώπου, έδωσε τη σκυτάλη στην πυρηνική οικογένεια, η οποία αποκτούσε νόηµα ύπαρξης µέσα από το  παιδί, για να µεταβούµε  στο σύγχρονο ζευγάρι, το οποίο θεωρεί ότι σκοπός του γάµου είναι η δηµιουργία µιας καλής λειτουργικής σχέσης. Παρόλο όµως που οι νέοι αγωνίζονται να θέσουν το θέµα ‘’σχέση’’ σε νέες βάσεις παρατηρούµε ότι διατηρούν µέσα τους ζωντανά βιώµατα που συνδέονται τόσο µε την παραδοσιακή όσο και την πυρηνική οικογένεια (Κατάκη,1998).

Το παλιό µε το καινούργιο συνυπάρχουν σε ενδοψυχικό επίπεδο, µε αποτέλεσµα τα δύο φύλα να οδηγούνται σε εσωτερικές συγκρούσεις, αντιφάσεις και αµφισηµίες, που εκφράζονται µέσα από τον ανταγωνισµό, την ανασφάλεια, την αβεβαιότητα. Παρατηρούµε µε ενδιαφέρον πως ενώ  οι γυναίκες εισέρχονται στην κοινωνία µε διαφορετικό ρόλο, ως µορφωµένες και εργαζόµενες, έχοντας την ευκαιρία να παίρνουν αναγνώριση ή να βρίσκουν την αυτοπραγµάτωση µε διαφορετικούς πλέον τρόπους,  συνεχίζουν να διεκδικούν σθεναρά την αποκλειστική σχέση µε τα παιδιά τους  παραγκωνίζοντας, πολλές φορές, τον άνδρα τους µπροστά στον κίνδυνο να χάσουν τον ρόλο τους (Μπαρµπαλιού, 2014). Από την άλλη παρατηρούµε τους άνδρες, οι οποίοι συµφωνούν  µε την ισότητα των φύλων, στην πράξη, να θεωρούν τη φροντίδα των παιδιών και του νοικοκυριού, αποκλειστικές ευθύνες των γυναικών. Οι καταγραφές είναι τόσο βαθιά ριζωµένες, έτσι ώστε µια γενιά να µην είναι αρκετή για να τις ανατρέψει και να τις αναθεωρήσει ολοκληρωτικά.

Το αβυσσαλέο χάσµα της  συναισθηµατικής αποξένωσης και δυσπιστίας που προϋπήρχε ήδη ανάµεσα στα δύο φύλα, εδώ και αιώνες, µοιάζει να διατηρείται στις µέρες µας µέσα από την αδιαµφισβήτητη πεποίθηση, και από τις δύο πλευρές, ότι δεν γίνονται κατανοητές και σεβαστές οι επιθυµίες και τα συναισθήµατα του ενός από τον άλλον. Ο φόβος να χάσει κανείς τον εαυτό του µέσα στην τριβή της καθηµερινότητας καθώς και η έλλειψη συναισθηµατικής πληρότητας από τη συντροφική σχέση οδηγούν τα ζευγάρια σε αδιέξοδο. Η ακαµψία που παρατηρείται, ακόµη και σήµερα, στην αναθεώρηση πάγιων αντιλήψεων για το πώς είναι ή πώς θα έπρεπε να είναι οι άνδρες και οι γυναίκες µέσα στη σχέση στερεί από τα ζευγάρια την προοπτική της συµφιλίωσης µεταξύ τους.

Το σύγχρονο ζευγάρι  χρειάζεται να  διανύσει έναν δρόµο άγνωστο µέχρι σήµερα: από τη µοναξιά αιώνων σε ένα καινούργιο και εντελώς αδιευκρίνιστο «µαζί», που δεν µοιάζει να είναι εύκολο. Οι άνδρες, έχοντας εκπαιδευτεί να αντιµετωπίζουν µόνοι τους τις δύσκολες καταστάσεις της ζωής τους και να αποφασίζουν εκείνοι για όλα, µπροστά στα νέα δεδοµένα της ισότιµης συµβίωσης και των ανατροπών, όπου πολλές φορές οι γυναίκες βρίσκονται σε ανδρικούς µέχρι πρότινος ρόλους, νιώθουν σαστισµένοι καθώς καλούνται να αναλάβουν, σε πολύ σύντοµο χρονικό διάστηµα, ρόλους και ευθύνες για τις οποίες δεν είχαν προετοιµαστεί. Παρατηρούµε σήµερα, στην περίοδο της οικονοµικής κρίσης που διανύουµε, πρωτόγνωρα φαινόµενα: πολλές γυναίκες να εργάζονται και οι άνδρες, λόγω της ανεργίας, να αναπληρώνουν κατεξοχήν γυναικείους ρόλους, όπως την φροντίδα των παιδιών και του νοικοκυριού. Μέσα σε αυτό το κλίµα  κλονίζονται  η περηφάνια και ο ανδρισµός τους, καθώς αδυνατούν να ανταποκριθούν ικανοποιητικά στα προβλήµατα που προκύπτουν, νιώθοντας αποδυναµωµένοι. Οι γυναίκες από την άλλη, έχοντας προσαρµοστεί και εξελιχθεί στις κοινωνικές αλλαγές, πιο γρήγορα σε σχέση µε τους άνδρες, προσδοκούν και απαιτούν σχέσεις συναισθηµατικής επικοινωνίας, µοιράσµατος και συνεργασίας,  κάτι άγνωστο για τους άνδρες, καθώς εκείνοι σκοντάφτουν πάνω στον τοίχο της προσωπικής τους σύγχυσης και αµηχανίας µε αποτέλεσµα να  δηµιουργούνται συγκρούσεις και προβλήµατα στη µεταξύ τους σχέση. Προβληµατισµένες συνειδητοποιούν την ανάγκη τους να διαχειριστούν τις δυσκολίες που αντιµετωπίζουν µε διαφορετικό τρόπο, µε αποτέλεσµα να στρέφονται στους ειδικούς της ψυχικής υγείας αναζητώντας εναλλακτικές, ενθαρρύνοντας ταυτόχρονα και τον σύντροφό τους να ακολουθήσει το παράδειγµά τους.

Η επιλογή συντρόφου

Η επιλογή συντρόφου, ενώ πολλές φορές µοιάζει να βασίζεται σε  γνωρίσµατα όπως  φυσική έλξη, ευφυΐα, οικονοµική ευχέρεια, µόρφωση, κ.ο.κ., στην πραγµατικότητα βασίζεται σε βαθύτερους λόγους. Άνδρες και γυναίκες προσδοκούν πλέον ενδόµυχα την κάλυψη των συναισθηµατικών τους αναγκών, καλύπτοντας πολλές φορές  τα κενά που δηµιουργήθηκαν σε διάφορες φάσεις του κύκλου ζωής τους από τους σηµαντικούς άλλους. Η ασυνείδητη επιθυµία και προσδοκία για την εκπλήρωση των αναγκών αυτών έρχεται πολλές φορές σε σύγκρουση µε την πραγµατικότητα, δυσχεραίνοντας τη σχέση. Κουβαλώντας ο καθένας και τις αθέατες πλευρές του, όπως πεποιθήσεις, αξίες, βιώµατα και καταβολές, που αποκτήθηκαν στην πορεία της ζωής του, εύλογο είναι να τις προβάλλει και µέσα στη συντροφική σχέση, επηρεάζοντας την ποιότητα και τη λειτουργικότητά της.

Η περίοδος που διανύουμε, παρά τις δυσκολίες, τις αντιφάσεις  και τις αντιξοότητες που κουβαλάει, καλλιεργεί και εξομαλύνει ένα κλίμα συμφιλίωσης και συγκερασμού των διαφορετικών οπτικών των δύο φύλων.

Πολλά  από τα γνωστικά σχήµατα, που κουβαλούν τα σύγχρονα ζευγάρια για τους ρόλους των φύλων, προέρχονται από τις οικογένειες καταγωγής τους µε αποτέλεσµα η επιλογή συντρόφου καθώς και η µελλοντική διαµόρφωση της συντροφικής τους σχέσης να φιλτράρεται ασυνείδητα µέσα από αυτά. Καθώς το οικογενειακό περιβάλλον αποτελεί το πρώτο πεδίο κοινωνικοποίησης του παιδιού, µε τους γονείς να αποτελούν τα πρωταρχικά πρότυπα των δύο φύλων,  τον ανδρικό/πατρικό και τον γυναικείο/µητρικό ρόλο, η επίδραση µοιάζει αναπόφευκτη. Πιο αναλυτικά, τα µοντέλα συµπεριφοράς που αναπτύσσουν τόσο η µητέρα όσο και ο πατέρας, έχοντας αφοµοιωθεί και εσωτερικευτεί ως στάσεις, αντιλήψεις, πρότυπα ρόλων και σχέσεων ανάµεσα στα δύο φύλα, αναπαράγονται στις δικές τους συντροφικές σχέσεις όταν ενηλικιωθούν. Παρατηρώντας τη σχέση των γονιών τους, τα παιδιά µαθαίνουν τον τρόπο που επικοινωνούν και συνδιαλέγονται τα δύο φύλα, µέσα από τη διαχείριση των διαφορών τους καθώς και «το πώς» να συµβιώνουν µε αλληλοσεβασµό και ισοτιµία. Αυτή η πρώτη γνωριµία και µύηση, στη σχέση µε το άλλο φύλο, αποτελεί ένα από τα πιο κρίσιµα σηµεία στην προσωπική και ψυχοσυναισθηµατική τους εξέλιξη και ισορροπία, καθώς θα αποτελέσει µια εσωτερική πυξίδα για την επιλογή συντρόφου αλλά και για µια αρµονική συµβίωση.

Προς µια εναρµονισµένη συντροφική ζωή.

Η περίοδος που διανύουµε, παρά τις δυσκολίες, τις αντιφάσεις  και τις αντιξοότητες που κουβαλάει, καλλιεργεί και εξοµαλύνει ένα κλίµα συµφιλίωσης και συγκερασµού των διαφορετικών οπτικών των δύο φύλων. Οι οδυνηρές εµπειρίες και τα αρνητικά βιώµατα που απόκτησαν οι σύντροφοι από τη µεταξύ τους σχέση στο διάβα του χρόνου µοιάζει, περισσότερο από ποτέ, αξιοποιήσιµη  στο παρόν. Οι άνδρες, έχοντας βιώσει τη φεµινιστική επανάσταση, ξεκίνησαν να προβληµατίζονται για τις ίδιες τους τις ανδρικές αξίες, ενώ έµαθαν να ανακαλύπτουν οµοιότητες, κοινές συγκινήσεις µε το άλλο φύλο, κάτι που τους ήταν αδιανόητο σε άλλες εποχές. Οικειοποιούνται τις «γυναικείες αξίες», όπως την αγάπη, την ειρήνη, την τρυφερότητα ενώ απορρίπτουν τις λεγόµενες ανδρικές (Πρυτεντύ, 1998). Η Badinder (1994), µιλάει για την έλευση του συµφιλιωµένου άνδρα, ο οποίος θα γεννηθεί µέσα από µια µεγάλη πατρική επανάσταση.

Η κλινική µου εµπειρία µε ζευγάρια, οικογένειες και οµάδες επιβεβαιώνει το γεγονός ότι τα δύο φύλα, αναζητώντας πλέον τις λύσεις µέσα τους, πορεύονται τον δρόµο της συµφιλίωσης. Πιο συγκεκριµένα µέσα στις µικτές θεραπευτικές οµάδες µπορεί κανείς να διακρίνει το ταξίδι των δύο φύλων από το µακρινό παρελθόν σε ένα διαφορετικό παρόν. Κάτω από ασφαλείς συνθήκες, η   συνύπαρξη ανδρών και γυναικών φέρνει στην επιφάνεια τις αµφιταλαντεύσεις και τα αδιέξοδα στη µεταξύ τους σχέση, καταστάσεις που προέρχονται από δυσλειτουργικές επικοινωνίες, προκαταλήψεις, οικογενειακές καταβολές και πρώιµες εγγραφές. Μέσα όµως από την ανοιχτή επικοινωνία και έκφραση των συναισθηµάτων τους, τα δύο φύλα γνωρίζονται εκ νέου και συνδέονται σε νέες βάσεις, δίνοντας νέα πνοή στη σχέση τους. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση µιας νέας γυναίκας, η οποία συµµετέχοντας σε µικτή θεραπευτική οµάδα αµφισβητούσε, για καιρό, τους άνδρες σε µια ασυνείδητη προσπάθεια να τους κρατήσει µακριά της, προστατεύοντας έτσι τον εαυτό της από τραύµατα του παρελθόντος. Κατά τη διάρκεια της θεραπευτικής διαδικασίας, ακούγοντας τους άνδρες να επικοινωνούν τους φόβους και τις αγωνίες τους, µπόρεσε να κατανοήσει πολλές από τις αθέατες πλευρές τους, αποκτώντας µια διαφορετική οπτική για εκείνους. Το ίδιο βέβαια συµβαίνει και από την πλευρά των ανδρών. Πολλοί άνδρες αναθεωρούν τις αντιλήψεις τους για το γυναικείο φύλο όταν ακούνε τις γυναίκες να αφηγούνται τις δικές τους προσωπικές ιστορίες, µοιραζόµενοι  µαζί τους τις βαθύτερες σκέψεις και προβληµατισµούς τους. Στον µικρόκοσµο της θεραπευτικής οµάδας τα δύο φύλα πορεύονται προς τη συµφιλίωση. Ακούνε ο ένας τον άλλον, επικοινωνούν µε ειλικρίνεια τις διαφορές τους, αναγνωρίζουν τα καλά και θετικά τους στοιχεία ενώ αποδέχονται τη διαφορετικότητά τους.

Επίλογος

Τα δύο φύλα διαµορφώνουν από κοινού το νέο «µαζί», µε τέτοιο τρόπο ώστε να είναι απαλλαγµένο από τις κληρονοµιές του παρελθόντος. Αναγκαία προϋπόθεση είναι να αφουγκράζονται ο ένας τις ανάγκες του άλλου, να σέβονται εκατέρωθεν την ατοµικότητα και τη διαφορετικότητά τους αξιοποιώντας τις ικανότητες και τα χαρίσµατά τους. Με αυτόν τον τρόπο εµπλουτίζεται η σχέση και ενδυναµώνεται η αρµονική συµβίωση.  Όταν στη σχέση του ζευγαριού υπάρχει αγάπη, επικοινωνία, ειλικρίνεια, σεβασµός, τότε το ζευγάρι µπορεί να απολαύσει τη συνύπαρξη, τον έρωτα, τη συντροφικότητα, χτίζοντας παράλληλα  αυτό το νέο «µαζί».

1: Η Καλλιρόη Παρρέν (1861-1940), υπήρξε η πρώτη δηµοσιογράφος, εκδότρια και φεµινίστρια στην  Ελλάδα. Ανέπτυξε σπουδαίο φιλανθρωπικό έργο ενώ εγκαινίασε το πρώτο συνέδριο γυναικείων οργανώσεων στην Ελλάδα το 1921.

2: Βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 2: «Οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώµατα και υποχρεώσεις»


Βιβλιογραφία

  • Badinter, E. (1994). XY Η ανδρική ταυτότητα. Αθήνα: Κάτοπτρο.
  • Γεώργας, ∆. (1995). Αξίες και διαφυλικές σχέσεις. Στο Ι. Παρασκευόπουλος κ.α. (επιµ.) ∆ιαφυλικές Σχέσεις, Αθήνα, Ελληνικά Γράµµατα.
  • ∆ραγώνα, Θ. (1995). Η αντίληψη του εαυτού και οι διαφορές των φύλων. Στο Ι. Παρασκευόπουλος κ.α. (επιµ.) ∆ιαφυλικέςΣχέσεις, Αθήνα, Ελληνικά Γράµµατα.
  • Κατάκη, Χ. (1998). Οι τρεις ταυτότητες της ελληνικής οικογένειας. Αθήνα: Ελληνικά Γράµµατα.
  • Μπαρµπαλιού, Ε., Εισχωρώντας στα άδυτα της σχέσης µητέρας - γιου: προσδοκίες, ρόλοι και καινούργιες οπτικές, στη διηµερίδα του Εργαστηρίου ∆ιερεύνησης Ανθρώπινων Σχέσεων, Η ελληνική οικογένεια 30 χρόνια µετά, Αθήνα, 6-7 ∆εκεµβρίου, 2014.
  • Πρυνεντύ, Ζ. (2008 [1998]). Το γυναικείο κίνηµα και η γέννηση του νέου άνδρα: Προς µια εκθήλυνση των ηθών. Στο: Ιωάννης Ν. Παρασκευόπουλος, Ηλίας Μπεζεβέγκης, Νικόλαος Γιαννίτσας & Αρετή Καραθανάση(επιµ.). ∆ιαφυλικές Σχέσεις: Εισηγήσεις στο Σεµινάριο Κατάρτισης Εκπαιδευτικών – Στελεχών σε θέµατα Σεξουαλικής Αγωγής και Ισότητας των Φύλων. Τόµος Β’(σ. 51 -55). Αθήνα:  Ελληνικά Γράµµατα.

Συγγραφέας: Μπαρμπαλιού Ελισάβετ, Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπεύτρια, Κέντρο Συστημικής Ψυχοθεραπείας και Έρευνας

Κάντε like στην σελίδα μας στο Facebook 
Ακολουθήστε μας στο Twitter 

Εγγραφείτε για να λαμβάνετε το newsletter μας!

Βρείτε μας στα...