Γιώργος Κουντουράς

Γιατί νιώθουμε την ανάγκη να είμαστε ιδιαίτεροι και ξεχωριστοί;

Γιατί νιώθουμε την ανάγκη να είμαστε ιδιαίτεροι και ξεχωριστοί;

Γιώργος Κουντουράς
ανάμεσα σε μαύρες ομπρέλες ξεχωρίζει μια με το ιδιαίτερο κίτρινο χρώμα της

Είμαστε ξεχωριστοί και ιδιαίτεροι με τον δικό μας τρόπο… όπως και οι άλλοι όμως. Ο κάθε άνθρωπος έχει μία διαφορετική οπτική για την ζωή, διαφορετικές ικανότητες και «κλίσεις» σε σχέση με τους άλλους ανθρώπους.


Η ανάγκη να νιώθουμε ιδιαίτεροι και ξεχωριστοί είναι κοινή σε όλους τους ανθρώπους. Συχνά, προσπαθούμε να διαπιστώσουμε πόση αξία έχουμε για τους άλλους μέσα από τον τρόπο που μάς αντιλαμβάνονται. Είναι σημαντικό για εμάς να μάς βλέπουν οι σημαντικοί άλλοι ως τους πιο έξυπνους, επιτυχημένους, όμορφους και ταλαντούχους ανθρώπους γιατί με αυτόν τον τρόπο αποκτάμε ξεχωριστή σημασία γι’ αυτούς. Ένας τρόπος για να μάς δείξουν οι άλλοι ότι είμαστε ιδιαίτεροι και ξεχωριστοί για αυτούς, είναι να μάς αντιμετωπίζουν διαφορετικά από τους υπόλοιπους ανθρώπους – να έχουμε δηλαδή ειδική μεταχείριση. Όταν είμαστε αποδέκτες ειδικής μεταχείρισης, όταν λαμβάνουμε κάποια ιδιαίτερα προνόμια και μάς κάνουνε κάποιες ξεχωριστές χάρες, τότε νιώθουμε ότι είμαστε όντως ιδιαίτεροι και ξεχωριστοί.

Από που ξεκινάει όμως αυτή η ανάγκη για ιδιαιτερότητα που μοιραζόμαστε με όλους τους ανθρώπους; Πως επηρεάζει την συμπεριφορά μας και τον τρόπο που σκεφτόμαστε γενικά την ζωή; Νιώθουμε ιδιαίτεροι μόνο επειδή φέρουμε θετικά γνωρίσματα ή μήπως νιώθουμε ξεχωριστοί και για τα προσωπικά μας προβλήματα; Και τέλος, ποιες είναι οι επιπτώσεις της συνεχούς ανάγκης να νιώθουμε και να είμαστε ιδιαίτεροι και ξεχωριστοί στην ψυχική μας υγεία;

Ο σύγχρονος τρόπος διαπαιδαγώγησης των παιδιών δίνει έμφαση στο να προσπαθούμε ως γονείς να κάνουμε τα παιδιά μας να νιώσουν όσο γίνεται πιο ξεχωριστά και ιδιαίτερα. Στην πρώιμη παιδική ηλικία, το να νιώθει ένα παιδί την ανάγκη να αποκτήσει κάτι – οτιδήποτε και αν είναι αυτό – είναι μια ψυχολογικά υγιής και αναμενόμενη προσδοκία. Στην συγκεκριμένη αναπτυξιακή περίοδο, το παιδί είναι εγωκεντρικό και αναπτύσσει έναν υγιή ναρκισσισμό που δικαιολογεί οποιαδήποτε παράλογη απαίτηση προς την μεριά του γονέα. Ωστόσο, μια σημαντική συνεισφορά του γονέα σε αυτήν την περίοδο είναι να οριοθετήσει αυτόν τον ναρκισσισμό – να βοηθήσει δηλαδή το παιδί να καταλάβει ότι παρόλο που ο εαυτός του είναι σημαντικός, είναι εξίσου σημαντικό να αναγνωρίζει και να σέβεται και τα δικαιώματα/ανάγκες των άλλων ανθρώπων.

Με άλλα λόγια, είναι σημαντικό να προσπαθούμε ως γονείς να κάνουμε τα παιδιά μας να νιώθουν ιδιαίτερα και ξεχωριστά, αλλά είναι εξίσου σημαντικό να τα βοηθήσουμε να μάθουν προοδευτικά ότι ακόμα και οι πιο ξεχωριστοί και ιδιαίτεροι άνθρωποι, κάποιες φορές αναγκάζονται να βάλουν τις προσωπικές τους ανάγκες σε δεύτερη μοίρα για έναν ανώτερο σκοπό. Καθώς το παιδί μεγαλώνει και εξελίσσεται κοινωνικο-γνωστικά, η ολοένα και πιο συχνή διαντίδραση με το κοινωνικό περιβάλλον περιορίζει αισθητά τον εγωκεντρισμό του και συμβάλλει παράλληλα στην ανάπτυξη σχέσεων που διέπονται από αμοιβαιότητα.

Η αίσθηση ότι είμαστε ιδιαίτεροι και ξεχωριστοί όμως μάς ακολουθεί ως έναν βαθμό και στην ενήλικη ζωή. Είναι φυσικά χρήσιμη γιατί μέσω αυτής νιώθουμε επί παραδείγματι ότι έχουμε το δικαίωμα να φροντίσουμε την οικογένειά μας, να διεκδικήσουμε μια καλύτερη δουλειά, να προσελκύσουμε έναν ερωτικό σύντροφο, να ζητήσουμε τον σεβασμό των άλλων, και να αποφύγουμε καθετί που μπορεί να μας πληγώσει στην συναναστροφή μαζί τους.

Ωστόσο, πολλά πράγματα αλλάζουν όταν δεν αναγνωρίζουμε ειλικρινά αυτήν την πανανθρώπινη ανάγκη για ιδιαιτερότητα και πιστεύουμε ότι είμαστε σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής μας ιδιαίτεροι και ξεχωριστοί παρά τις απτές «αποδείξεις» που παίρνουμε από την πραγματικότητα για το αντίθετο. Το να μην αναγνωρίσουμε όμως αυτήν την ανάγκη (γιατί θα ήταν σημάδι «αδυναμίας»  ή κάποιων «ελαττωμάτων» του χαρακτήρα μας), θεωρώντας ότι αισθανόμαστε, δρούμε και συμπεριφερόμαστε ως ιδιαίτεροι και ξεχωριστοί, επειδή είμαστε όντως ιδιαίτεροι και ξεχωριστοί, δημιουργεί αρκετά προβλήματα στις σχέσεις μας με τους άλλους. Όλοι έχουμε γνωρίσει κάποια στιγμή κάποιον που μάς ζητάει πάντα να κάνουμε αλλαγές στο δικό μας πρόγραμμα με σκοπό να κανονίσουμε μια συνάντηση μαζί του ή κάποιον που χρειάζεται τρεις διαφορετικούς καταλόγους για να παραγγείλει σε ένα εστιατόριο το φαγητό που ταιριάζει απόλυτα στις διατροφικές του ανάγκες και επιπλήττει στην συνέχεια τον σερβιτόρο γιατί το κρασί που του σέρβιρε δεν ήταν σε…θερμοκρασία δωματίου.

Από ότι φαίνεται, ο παιδικός εγωκεντρισμός, η πίστη ότι είμαστε το κέντρο του σύμπαντος και ότι οι άλλοι είναι υποχρεωμένοι να μας παρέχουν ειδική μεταχείριση δεν συμπεριλαμβάνονται στις αναπτυξιακές κατακτήσεις για τις οποίες μπορούμε να περηφανευόμαστε ως ενήλικες. Το να θεωρούμε ότι είμαστε ιδιαίτεροι και ξεχωριστοί, μάς ωθεί πολλές φορές στο να αναζητήσουμε ειδική μεταχείριση ακόμα και όταν παραβιάζουμε τον νόμο. Πόσες φορές μάς έχουν σταματήσει για υπερβολική ταχύτητα και περιμέναμε να μας αφήσει ο αστυνομικός να φύγουμε, δίνοντάς μας μόνο μια φιλική προειδοποίηση; Ή πόσες φορές περιμέναμε να κάνει η αεροπορική εταιρεία μια εξαίρεση για εμάς και να καθυστερήσει την πτήση του αεροπλάνου ενώ έχουμε αργήσει να φτάσουμε στο αεροδρόμιο;

Όλοι αναγνωρίζουμε τέτοιες ή παρόμοιες απαιτήσεις για ειδική μεταχείριση από τους άλλους και αυτό δεν σημαίνει φυσικά ότι κάτι δεν πήγε καλά με τη διαπαιδαγώγησή μας. Οι περισσότεροι άνθρωποι άλλωστε έχουμε λάβει την δέουσα προσοχή και φροντίδα και νιώσαμε ιδιαίτεροι και ξεχωριστοί κατά την παιδική μας ηλικία – τουλάχιστον αυτό μας έδειχναν οι γονείς μας και οι σημαντικοί άλλοι με όποιον τρόπο μπορούσαν. Αυτή η αίσθηση μάς έκανε να πιστεύουμε ότι είμαστε σημαντικοί, ότι μπορούμε να αγαπηθούμε και ότι μπορούμε να βρούμε φροντίδα και προσοχή στον κόσμο ακόμα και μακριά από την οικογενειακή εστία.

Οι απαιτήσεις μας για ειδική μεταχείριση λοιπόν, φανερώνουν την ανάγκη μας να λάβουμε λίγη παραπάνω προσοχή. Να μας δούνε οι άλλοι δηλαδή ως άτομα που έχουν αξία, ως άτομα των οποίων η παρουσία μετράει σε έναν κατεξοχήν απρόσωπο κόσμο. Ωστόσο, μπορούμε να διαχωρίσουμε την ανάγκη μας για ιδιαιτερότητα από την πεποίθησή μας ότι είμαστε ιδιαίτεροι και ξεχωριστοί; Και τι σημαίνει για εμάς όταν πιστεύουμε ότι είμαστε ιδιαίτεροι και ξεχωριστοί, αλλά δεν λαμβάνουμε από τους άλλους την αναμενόμενη ειδική μεταχείριση; Και τέλος, πώς διαχειριζόμαστε τις καταστάσεις που μάς δείχνουν ότι μπορεί να μην είμαστε τελικά και τόσο ιδιαίτεροι ή ξεχωριστοί όσο πιστεύουμε;

Είμαστε ξεχωριστοί και ιδιαίτεροι με τον δικό μας τρόπο… όπως και οι άλλοι όμως. Ο κάθε άνθρωπος έχει μία διαφορετική οπτική για την ζωή, διαφορετικές ικανότητες και «κλίσεις» σε σχέση με τους άλλους ανθρώπους. Ο καθένας λοιπόν είναι με τον δικό του τρόπο ξεχωριστός και ιδιαίτερος, αλλά το ότι όλοι μας είμαστε με κάποιον τρόπο ξεχωριστοί και ιδιαίτεροι αναιρεί εξ΄ ορισμού την ιδιαιτερότητα γενικά! Όπως το θέτει όμορφα ο ψυχίατρος Δρ. Ντέιβιντ Χόκινς, είμαστε ιδιαίτεροι και ξεχωριστοί όσο μια χιονονιφάδα, αλλά είμαστε ακόμα μία χιονονιφάδα. Το να πιστεύουμε όμως ότι είμαστε κάτι διαφορετικό από μια… χιονονιφάδα ελλοχεύει κινδύνους. Το να θεωρούμε ότι οι σκέψεις, οι εμπειρίες και τα συναισθήματά μας είναι τόσο σπάνια και ανόμοια σε σχέση με αυτά που σκέφτονται, βιώνουν και αισθάνονται οι άλλοι γύρω μας, μάς απομακρύνει από την υπόλοιπη ανθρωπότητα και μάς φέρνει αντιμέτωπους με μία παράδοξη αλήθεια: η πίστη στην ιδιαιτερότητά μας, μάς οδηγεί στην αποξένωση από τους άλλους και τελικά σε μία ολοένα και πιο μοναχική ζωή.  

Ωστόσο, η πεποίθησή μας ότι είμαστε ξεχωριστοί και ιδιαίτεροι δεν έχει να κάνει μόνο με τα θετικά γνωρίσματα του χαρακτήρα μας, αλλά και με τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε στην ζωή και για τα οποία θεωρούμε ότι χρειαζόμαστε πάλι ειδική μεταχείριση από τους άλλους. Αισθανόμαστε ξεχωριστοί τόσο όταν πιστεύουμε ότι είμαστε εξαιρετικά όμορφοι, έξυπνοι, πετυχημένοι ή ταλαντούχοι, όσο και όταν θεωρούμε ότι η δύσκολη κατάσταση που αντιμετωπίζουμε είναι τόσο σπάνια που οι πιθανότητες να προκύψει ή να έχει προκύψει η ίδια ή κάποια παρόμοια στις ζωές άλλων ανθρώπων είναι μηδαμινές. Και στις δύο περιπτώσεις, δρούμε σαν να μας «χρωστάει» κάτι η ζωή, σαν να μας έχει ευνοήσει ή αδικήσει τόσο, που πρέπει οπωσδήποτε να λάβουμε την πολυπόθητη ειδική μεταχείριση από τους άλλους. Δρούμε είτε σαν «θύτες» είτε σαν «θύματα», παραγνωρίζοντας το γεγονός ότι όλοι μπορούμε να αισθανθούμε αγάπη, πόνο, στεναχώρια και θλίψη κάποια στιγμή στην ζωή μας, ότι όλοι είμαστε τελικά αντιμέτωποι με τον θάνατο…

Και ως «θύτες» και ως «θύματα» λοιπόν, αισθανόμαστε ξεχωριστοί και ιδιαίτεροι. Ο γονέας που δεν έβαλε ποτέ όρια στον παιδικό ναρκισσισμό και ενίσχυσε την οπτική του παιδιού ότι είναι αυτό το μόνο που μετράει και κανείς άλλος, έχει μάθει στο παιδί του ότι καμία θυσία εκ μέρους των άλλων δεν είναι αρκετή μπροστά στην ιδιαιτερότητά του και στην απαίτησή του για ειδική μεταχείριση, ακόμα και στην ενήλικη ζωή.

Από την άλλη μεριά, κάποια άτομα δεν ένιωσαν ποτέ ότι είναι ξεχωριστά και ιδιαίτερα ως παιδιά. Ως εκ τούτου, ως ενήλικες, άρχισαν να αμφιβάλλουν για το αν μπορούν να αγαπηθούν και να εμπιστευτούν τους άλλους. Πολλές φορές, αυτά τα άτομα αμφιβάλλουν για την αγάπη, την φροντίδα και την προσοχή που λαμβάνουν από τους άλλους γιατί κατά βάθος θεωρούν ότι δεν αξίζουν αυτήν την αγάπη.

Συνεπώς, η δυσπιστία και η καχυποψία απέναντι στους ανθρώπους, τα ωθεί στο να δημιουργούν επιφανειακές σχέσεις με τους άλλους προκειμένου να διαπιστώσουν το αν επαληθεύονται οι υποθέσεις που κάνουνε για αυτούς. Έτσι, όταν κάποιες φορές νιώσουν αυτοί οι άνθρωποι ότι είναι ιδιαίτεροι και ξεχωριστοί στην σχέση τους με τον άλλον, τείνουν να τον εξιδανικεύουν. Όταν όμως ο άλλος τους απογοητεύσει – κάτι που συμβαίνει γενικά στις ανθρώπινες σχέσεις – νιώθουν να καταρρέει ο εσωτερικός τους κόσμος και βιώνουν μία τεράστια ματαίωση. Συνεπώς, απομακρύνονται από τον εξιδανικευμένο άλλον ο οποίος τελικά δεν εκπληρώνει τις επιθυμίες τους και τον υποτιμούν. Η αλληλεπίδραση με τους άλλους ανθρώπους λοιπόν, τούς δημιουργεί έντονα αμφιθυμικά συναισθήματα (από την μία νιώθουν ιδιαίτεροι/ξεχωριστοί και από την άλλη απογοητευμένοι).

Αυτά τα άτομα νιώθουν ιδιαίτερα ή ξεχωριστά μόνο όταν ικανοποιούνται οι προσδοκίες που έχουν από τους άλλους – κάτι που φυσικά είναι μη ρεαλιστικό στην πραγματική ζωή. Με άλλα λόγια, δρούν σαν να προσπαθούν να λάβουν όσα δεν μπόρεσαν να βιώσουν ποτέ ως παιδιά από τους πρώτους φροντιστές. Στην κλινική πρακτική, αυτά τα άτομα χαρακτηρίζονται συνήθως από μεταιχμιακή οργάνωση χαρακτήρα η οποία φαίνεται να συνδέεται αρκετά συχνά με την ύπαρξη τραυματικών εμπειριών (π.χ. παραμέληση) στην παιδική ηλικία.

Στο ασφαλές περιβάλλον της ψυχοθεραπείας και κυρίως στο δομημένο πλαίσιο της Γνωστικής-Αναλυτικής Ψυχοθεραπείας (ΓΑΨ), θεραπευτής και θεραπευόμενος συνεργάζονται από κοινού με σκοπό να αναδυθούν στην επιφάνεια αυτές οι ξεχασμένες πτυχές της παιδικής ηλικίας οι οποίες εφόσον κατανοηθούν σε μεγαλύτερο βάθος, συνδέονται με την συμπεριφορά του ατόμου στο παρόν. Για παράδειγμα, κατά τη διάρκεια των ψυχοθεραπευτικών συναντήσεων, ο θεραπευόμενος μαθαίνει ότι δεν μπορεί να αξιολογήσει το πόσο ιδιαίτερος ή ξεχωριστός είναι για κάποιον άλλο με γνώμονα το αν ο άλλος εκπληρώνει τις προσδοκίες του ή όχι. Ως συνέπεια αυτού, ξεκινά να αναγνωρίζει σιγά-σιγά ότι δεν είναι ρεαλιστικό να ικανοποιούν οι άλλοι ό,τι επιθυμία έχει, μαθαίνοντας παράλληλα να αποδέχεται τα αρνητικά συναισθήματα (π.χ. απογοήτευση) που πολλές φορές συνοδεύουν μια τέτοια διαπίστωση.

Επίσης, μαθαίνει σταδιακά να αποδέχεται ότι το να μην λαμβάνει ειδική μεταχείριση από τους άλλους, δεν περιορίζει τον συναισθηματικό δεσμό που έχει αναπτύξει ή πρόκειται να αναπτύξει με αυτούς και δεν αναιρεί τον δικό του μοναδικό τρόπο να είναι ξεχωριστός και ιδιαίτερος στον βαθμό όμως που είναι και οι άλλοι άνθρωποι με την σειρά τους. Τέλος, με την βοήθεια του θεραπευτή, μαθαίνει να αναγνωρίζει πιθανές τραυματικές εμπειρίες της παιδικής του ηλικίας, προσπαθώντας πολλές φορές με πολύ κόπο να αφήσει την κατηγορητική του διάθεση (απέναντι στους γονείς και τους πρώτους φροντιστές) στην άκρη, και να προχωρήσει με θάρρος και αποφασιστικότητα προς τον δύσκολο, αλλά απελευθερωτικό δρόμο της συγχώρεσης.

Εν κατακλείδι, η ανάγκη μας να νιώθουμε ιδιαίτεροι και ξεχωριστοί δεν ταυτίζεται με την πεποίθηση ότι είμαστε κιόλας στην πραγματικότητα. Όσο μένουμε στην αναγνώριση αυτής της ανάγκης, αυξάνουμε την αυτο-παρατήρησή μας και μαθαίνουμε να εντοπίζουμε σε επίπεδο συμπεριφοράς ό,τι μας κρατά δέσμιους στον παιδικό εγωκεντρισμό και δεν μας αφήνει να εξελιχθούμε στην σχέση μας με τους άλλους. Επίσης, η αναγνώριση αυτής της ανάγκης καθώς και του γεγονότος ότι την μοιραζόμαστε με τους άλλους ανθρώπους, ενισχύει τους δεσμούς που αναπτύσσουμε στην συναναστροφή μαζί τους και μας βοηθά ταυτόχρονα να αναδείξουμε τόσο την δική μας μοναδικότητα, όσο και των άλλων.

Από την άλλη μεριά, η πεποίθηση ότι είμαστε όντως ιδιαίτεροι και ξεχωριστοί και η συνακόλουθη απαίτηση για ειδική μεταχείριση από τους άλλους, αυξάνει το αίσθημα της μοναξιάς, μάς αποσυνδέει από τον υπόλοιπο κόσμο και διαταράσσει σημαντικά τόσο τις διαπροσωπικές όσο και τις οικογενειακές μας σχέσεις. Καταλήγουμε έτσι να αισθανόμαστε αδικημένοι απέναντι σε μια ζωή που πάντα μάς «χρωστάει» και ποτέ δεν μπορούμε να απολαύσουμε…

Κάντε like στην σελίδα μας στο Facebook 
Ακολουθήστε μας στο Twitter 

Εγγραφείτε για να λαμβάνετε το newsletter μας!

Βρείτε μας στα...