Δημήτρης Δακρότσης

Νους και γλώσσα: από το Καρτεσιανό Παράδοξο, τους Γάλλους Εγκυκλοπαιδιστές και Γερμανούς Υλιστές, στις σύγχρονες απόψεις Chomsky και Pinker

Νους και γλώσσα: από το Καρτεσιανό Παράδοξο, τους Γάλλους Εγκυκλοπαιδιστές και Γερμανούς Υλιστές, στις σύγχρονες απόψεις Chomsky και Pinker

Δημήτρης Δακρότσης
άνδρας σε βιβλιοπωλείο αναζητά να εξελίξει το νου και τη γλώσσα
Image credit: takahiro taguchi / unsplash.com

Στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου «Το γλωσσικό ένστικτο», ο Steven Pinker παρατηρεί ότι η γλώσσα αποτελεί μέρος της βιολογικής μας συγκρότησης, διαμέσου της οποίας μας δίνεται η δυνατότητα να σχηματίζουμε και να μεταδίδουμε με εξαιρετική ακρίβεια ιδέες και συνδυασμούς ιδεών στους συνομιλητές μας.


Σημειώνει δε, ο Καναδός γλωσσολόγος και γνωσιακός ψυχολόγος, ότι η γλώσσα δεν είναι πολιτιστικό δημιούργημα, παράγωγο κοινωνικών και πολιτισμικών χαρακτηριστικών που ενσωματώνουν πληροφορίες, αλλά αίτιο, που συνθέτει συντακτικά συστήματα επικοινωνίας· τούτο μάλιστα το γεγονός της σύνθεσης, η πρακτική της επικοινωνίας, μαρτυρά την προέλευσή του: η ομοιότητα των γλωσσικών τρόπων και όχι οι ίδιοι οι τρόποι είναι αρκετή για να στρέψει την γνωσιακή επιστήμη στην βάσιμη υπόθεση, ότι ο ανθρώπινος νους περιέχει a priori γενετικές δομές συνδεδεμένες με την γλώσσα.

Ακολουθώντας την επιχειρηματολογία του Αμερικανού γλωσσολόγου και φιλοσόφου Noam Chomsky, ο Pinker στρέφεται ενάντια στον συμπεριφορισμό και την ιεράρχηση των γλωσσικών ιδιωμάτων που κυριαρχούσαν στις κοινωνικές επιστήμες κατά την δεκαετία του 1950.

Οι προτάσεις δεν αποτελούν περίτεχνους γλωσσικούς συνδυασμούς αντλημένους μέσα από δεξαμενές απαντήσεων, πράγμα που καταδεικνύει ευθέως η ίδια η εμπειρία μας: κάθε πρόταση αποτελεί μοναδικό συνδυασμό λέξεων -εδώ θα προσθέταμε- συνδυασμό ατομικό, δεδομένου ότι είναι δημιούργημα του προσώπου που εκφέρει τον λόγο.

Η ειδική γραμματική, όπως ονομάζει ο Chomsky την δυνατότητα του νου να δημιουργεί και να αναπαράγει έναν απεριόριστο αριθμό γλωσσικών ταξινομήσεων μέσα από ένα πεπερασμένο λεξιλόγιο είναι έμφυτο χαρακτηριστικό του νου μας, εξελικτικά μεταδομένο και ανατομικά προσδιορισμένο σε μία συγκεκριμένη περιοχή του εγκεφάλου.

Το γεγονός ότι η γλωσσική διεργασία αποτελεί καθόλα νοητικό μηχανισμό προορισμένο να συνθέτει περίπλοκες γραμματικές μορφές, σημειώνει ο Chomsky είναι εύκολο να αποδειχθεί παρατηρώντας την επικοινωνία των παιδιών: τα παιδιά εκδηλώνουν αυθόρμητα και από πολύ νωρίς την ικανότητα χρήσης γραμματικών δομών και καθώς αναπτύσσονται ερμηνεύουν νοήματα προτάσεων που δεν είχαν συναντήσει κατά το παρελθόν. Αυτό σημαίνει ότι τα παιδιά είναι εφοδιασμένα με έναν εκλεκτικό μηχανισμό δημιουργικής αποσαφήνισης εννοιών μιας καθολικής γραμματικής.

Πέρα από την διαμάχη μεταξύ ανθρωπιστικών και γνωσιακών επιστημών των μέσων του περασμένου αιώνα, δεν χωρά καμία αμφιβολία ότι η γλωσσική λειτουργία βρίσκεται σε μεγάλο βαθμό χαρτογραφημένη και προσδιορισμένη ως λειτουργία του ανθρώπινου κεντρικού νευρικού συστήματος.

Επομένως υπάρχουν ενδείξεις, που μαρτυρούν ότι η γλώσσα αποτελεί νοητική δραστηριότητα ελεγχόμενη από μηχανισμούς της συνείδησης· ενδείξεις βάσιμες, ακόλουθες προς τον μεθοδολογικό κανόνα της επιστημονικής απόδειξης, ωστόσο αποσπασματικές για να απαντήσουν στο πώς συνδέεται η νοητική με την εγκεφαλική δραστηριότητα: ερώτημα που έχει τις ρίζες του στην μακραίωνη αντιπαράθεση μεταξύ δυΐστικής και μονιστικής οντολογίας, η οποία έως σήμερα δεν έχει επιλυθεί.

Σύμφωνα με τον δυϊσμό, εγκέφαλος και νόηση αποτελούν διαφορετικές υποστάσεις, οι οποίες συναντώνται και αλληλεπιδρούν μεταξύ τους: εγκέφαλος και νους, ύλη και πνεύμα συνθέτουν αλλά και συντίθενται στο περιβάλλον της ζώσας πραγματικότητας, της εμπειρίας, και εκδηλώνονται ως γνώσεις. Ο νους χρησιμοποιεί ως πρώτη ύλη τον εγκέφαλο, ενώ ο εγκέφαλος μετέρχεται των α-λογικών γνώσεων για να αποκαλύψει την υπερβατική του φύση.

Από την άλλη, ο μονισμός επιμένει ότι ο νους αποτελεί παράγωγο της ύλης μόνο και απορρίπτει ως μεταφυσική κάθε θεωρία, που τον τοποθετεί πέρα από τα όρια της ζώσας πραγματικότητας: ο μονισμός, ως κατεξοχήν επιστημονική τοποθέτηση επιμένει πως η ανεπάρκεια του νου μας να αποκαλύψει τις λειτουργίες του εγκεφάλου είναι θέμα χρόνου να αποκατασταθεί από την διαρκώς εξελισσόμενη επιστήμη.


Διαβάστε σχετικά: Νους και εγκέφαλος: Προσεγγίζοντας τη λειτουργία της συνείδησης


Η μακροσκελής παράθεση των επιχειρημάτων μεταξύ των δύο πλευρών δεν θα είχε ιδιαίτερη χρησιμότητα για την σύντομη μελέτη μας, ούτε θα διαφώτιζε περαιτέρω κάποια πτυχή της. Περιγράφοντας ωστόσο τις αντιθετικές τάσεις -τουλάχιστον της σύγχρονης περιόδου της Δύσης με τις οποίες είμαστε περισσότερο εξοικειωμένοι ερευνητικά- μπορούμε να κατανοήσουμε το γιατί, η θεωρητική επισκόπηση επιστημονικών θεμάτων, συνήθως προκαλεί ρεύματα αντιπαραθέσεων, λησμονώντας πως το πείραμα, αρκεί για ανατρέψει κάθε συμπέρασμα.

Ακόμη και πρωτότυπες θεωρίες, όπως αυτή του Descartes γύρω από ότι η αμφιβολία συνεπάγεται την σκέψη και η σκέψη την ύπαρξη -θεωρία θεμελιώδης για την ανθρώπινη υπαρξιακή κατάσταση- οδηγούν σε λογικά αδιέξοδα, που πρέπει να επιλυθούν δυναμικά: ο οντολογικός αναδιπλασιασμός του ανθρώπου, από την μία ως λογική ψυχή και από την άλλη ως ενσώματη υλιστική ύπαρξη, δημιούργησε στον Descartes το πρακτικό πρόβλημα, πώς και πού αλληλεπιδρούν αυτές οι δύο φύσεις.

Η απάντηση των ερωτημάτων θα επέλυε μονομιάς το πρόβλημα, δεδομένου ότι, η φύση που θα περιλάμβανε στις λειτουργίες της τον έλεγχο της άλλης, θα ήταν βασική αρχή κατανόησης του νου. Δεδομένου ότι δεν υπήρχε αποδεδειγμένα σημείο αλληλεπίδρασης, ο στοχαστής του cogito ergo sum υπέθεσε ότι η λογική ψυχή συνδέεται με την υλική υπόσταση στο εσωτερικό του εγκεφάλου και συγκεκριμένα στην επίφυση.

Στην πραγματικότητα, ο λόγος ήταν ότι κανείς δεν γνώριζε τίποτε για την λειτουργία της επίφυσης -ούτε σήμερα γνωρίζουμε επακριβώς- επομένως εύκολα μπορούσε να θεωρηθεί ως μηχανισμός σύνδεσης μεταξύ ψυχής και σώματος. Από την άλλη μεριά, οι οπαδοί της μονιστικής θεώρησης αναρωτήθηκαν πώς είναι δυνατόν μια αθάνατη ύπαρξη, όπως είναι η ψυχή σύμφωνα με τον Descartes, να τοποθετείται και να προκαλεί φυσικές μεταβολές στο εσωτερικό του φθαρτού σώματος;

Απάντηση στο λεγόμενο καρτεσιανό παράδοξο περί αλληλεπίδρασης μεταξύ των δύο υποστάσεων του ανθρώπου, άυλης και φθαρτής, επιχείρησαν να δώσουν κυρίως οι Γάλλοι εγκυκλοπαιδιστές και οι Γερμανοί υλιστές φιλόσοφοι, οι θέσεις των οποίων οδήγησαν σταδιακά στην αποπνευματοποίηση της νόησης.

Σε αυτό συντέλεσαν και οι αποκαλύψεις της σύγχρονης βιολογίας, που ανέδειξαν την προοδευτική συγκέντρωση νευρικών συμπλεγμάτων κατά την πορεία των γεωλογικών αιώνων από τα κατώτερα, στα ανώτερα τμήματα του εγκεφαλικού φλοιού πολλών ειδών, στα οποία εντάσσονται και τα πρωτεύοντα θηλαστικά.

Παρόλη την πρόοδο των νευροεπιστημών, το μόνο βέβαιο είναι ότι σήμερα, τα ερωτήματα που αφορούν στη σχέση μεταξύ εγκεφάλου-νόησης και ερμηνείας νοητικών λειτουργιών που συνδέονται με την παραπάνω σχέση, όπως είναι η γλώσσα, παραμένουν αναπάντητα.

Ας μην λησμονούμε ότι, οι περιγραφές των σχέσεων ανάμεσα στις διεργασίες που πραγματοποιούνται στο εσωτερικό του εγκεφάλου, δηλαδή μεταβολές υλικών αλληλεπιδράσεων που συνοδεύεται από κατανάλωση ενέργειας, την οποία μπορούμε να εντοπίσουμε και να μετρήσουμε επιστημονικά, πέρα από ενδείξεις, δεν αποτελούν αποδείξεις.

Δεν προσπαθούμε να επιλύσουμε την παραπάνω διαμάχη, δεδομένου ο κύριος λόγος μελέτης και αποσαφήνισης θεμελιωδών ορισμών γύρω από την ποσότητα και το είδος της ενέργειας που διοχετεύεται στους νευρώνες και δημιουργεί ό,τι ο Honderich περιγράφει ως ενσυνείδητες εκδηλώσεις, βρίσκεται στα χέρια της επιστήμης.

Είναι ωστόσο ενδιαφέρον να διαφωτίσουμε κάποιες επιβεβαιωμένες αισθητικο-λογικές σταθερές που γενικεύονται διαμέσου γλωσσικών κωδίκων: σταθερές στη βάση τους απλές, προορισμένες να επικοινωνούν τις άμεσες ανάγκες του περιβάλλοντος κόσμου, της επιβίωσης.

Ωστόσο, οι βασισμένοι στην ομοιότητα αισθητικο-λογικών σταθερών κανόνες κωδίκευσης, αποτελούν πρωτογενές υλικό σχηματισμού πολύπλευρων εκφραστικών και διασκεπτικών δομών, που παρεμβαίνουν ή/και μετασχηματίζουν τον μηχανισμό γλωσσικής επικοινωνίας.

Ακριβώς εδώ πρέπει να τονίσουμε ότι, όταν λέμε μετασχηματισμό δεν εννοούμε μεταβολή αναφορικά προς ένα σύστημα προκαθορισμένων δομών, όπως συμβαίνει για παράδειγμα στην φυσική επιλογή· κάτι τέτοιο δηλώνει αυτοματισμό, δεδομένου ότι κάθε έμβιος οργανισμός είναι προγραμματισμένος να προσαρμόζεται στις απαιτήσεις της βιολογικής εξέλιξης. Αντίθετα ο νους, συμμετέχει ενεργητικά στην μεταβολή του περιβάλλοντος, και οι νέες πραγματικότητες που δημιουργεί είναι μόνον αποτελέσματα συνειδητής παρέμβασης.

Είναι η γλώσσα, επομένως, δυναμική γενίκευση της αισθητικο-λογικής δραστηριότητας, η εγκυρότητα της οποίας προαπαιτεί πλήρη συνειδητοποίηση του μεταδιδόμενου μηνύματος: η γλωσσική εκπομπή μεταδίδει όχι μόνο την μορφή, αλλά και το περιεχόμενου του νοητικού μηχανισμού, βάσει του οποίοι τα άτομα κατανοούν ότι μπορούν να συνεννοηθούν μεταξύ τους.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

  1. Θεοδόσιος Πελεγρίνης, Οι πέντε εποχές της φιλοσοφίας, Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, 1998.
  2. Steven Pinker, Το γλωσσικό ένστικτο: πώς ο νους δημιουργεί τη γλώσσα, Μετάφραση Ευαγγελία Μούμα, Επιστημονική Επικουρία Αλέξης Καλοκαιρινός, Εκδόσεις Κάτοπτρο, Αθήνα, 2000, σ. 17.
  3. John Z. Young, Ο εγκέφαλος και οι φιλόσοφοι, Εκδόσεις Κάτοπτρο, Μετάφραση Μυρτώ Αντωνοπούλου, Αθήνα, 1991, σ. 9.
  4. W. Windelband, H. Heimsoeth, Εγχειρίδιο της φιλοσοφίας, Β΄ τόμος, μετάφραση Ν. Μ. Σκουτερόπουλος, εκδόσεις Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τράπεζας, Αθήνα, 2003.
Κάντε like στην σελίδα μας στο Facebook 
Ακολουθήστε μας στο Twitter 

Εγγραφείτε για να λαμβάνετε το newsletter μας!

Βρείτε μας στα...