Ήταν ένα όραμα της ερήμου, πολεμούσα με τα δικά μου είδωλα. Ήταν εμφύλιος πόλεμος μέσα μου. Ήμουν ο ίδιος φονιάς και φονευμένος. Το θανατερό βέλος με είχε χτυπήσει στην καρδιά, κι εγώ δεν ήξερα τι σήμαινε αυτό.
Την τέταρτη νύχτα όμως αναφώνησα: «Το να πας στην Κόλαση σημαίνει να γίνεις κόλαση ο ίδιος». Όλα είναι σε τρομακτικό βαθμό μπερδεμένα και αλληλένδετα. Σε αυτό το μονοπάτι της ερήμου δεν υπάρχει μόνο η άμμος που λάμπει, αλλά και τρομερά αόρατα όντα που την κατοικούν. Αυτό δεν το γνώριζα. Ο δρόμος φαινομενικά μόνο είναι ανοιχτός, η έρημος φαινομενικά μόνο άδεια. Μάλλον κατοικείται από μαγικά όντα, που μου επιτίθενται δολοφονικά και αλλάζουν τη μορφή μου δαιμονικά. Φαίνεται ότι έχω πάρει μια τερατώδη μορφή, στην οποία δεν αναγνωρίζω πια τον εαυτό μου. Μου φαίνεται πως είμαι μια τερατώδης μορφή ζώου, με την οποία αντάλλαξα την ανθρωπινότητά μου. Τον δρόμο τούτο τον γυροφέρνει η μαγεία της Κόλασης, αόρατα δίχτυα πέφτουν πάνω μου και με κρατάνε δεμένο.
Αλλά το Πνεύμα του Βάθους ήρθε και μου είπε: «Κατέβα κι άλλο στα βάθη σου, βυθίσου!»
Εγώ όμως ξεσηκώθηκα εναντίον του και μίλησα έτσι: «Πώς να βυθιστώ; Δεν μπορώ να το κάνω μόνος μου».
Τότε το πνεύμα μού είπε λόγια που μου φάνηκαν γελοία, μου είπε: «Κάτσε κάτω, ξεκουράσου».
Αλλά εγώ φώναξα αγανακτισμένος: «Τι τρομερό πράγμα, ακούγεται σαν παραλογισμός, κι αυτό ακόμα μου το ζητάς; Ανέτρεψες θεούς που έχουν μεγάλη δύναμη και έχουν για μας τη μεγαλύτερη σημασία. Ψυχή μου, πού είσαι; Εμπιστεύτηκα τον εαυτό μου σε ένα ηλίθιο ζώο, πηγαίνω τρεκλίζοντας σαν μεθυσμένος προς τον τάφο, ψελλίζοντας τρέλες όπως όλοι οι τρελοί; Μπορεί να είναι αυτός ο δρόμος σου, ψυχή μου; Το αίμα μου βράζει, κι αν μπορούσα να σε πιάσω, θα σ’ έπνιγα. Υφαίνεις πυκνό σκοτάδι, κι εγώ έπεσα σαν τρελός στα δίχτυα σου. Αλλά ας είναι, δίδαξέ με».
Η ψυχή όμως μου μίλησε και είπε: «Ο δρόμος μου είναι φως».
Αλλά εγώ της απάντησα αγανακτισμένος: «Λες φως αυτό που οι άνθρωποι αποκαλούμε μαύρο σκοτάδι; Λες και τη μέρα νύχτα;»
Τότε η ψυχή μου είπε λόγια που με εξόργισαν: «Το φως μου δεν είναι του κόσμου τούτου».
Φώναξα: «Δεν ξέρω τίποτα για τον άλλο σου κόσμο».
Η ψυχή απάντησε: «Και πρέπει να μην υπάρχει, επειδή εσύ δεν ξέρεις τίποτα γι’ αυτόν;»
Εγώ: «Και η γνώση μας; Ούτε η γνώση μας ισχύει για σένα; Και τι είναι αν δεν είναι γνώση; Πού είναι η ασφάλεια; Πού το στέρεο έδαφος; Πού το φως; Το σκοτάδι σου δεν είναι απλώς πιο μαύρο από τη νύχτα, είναι απύθμενο. Αν δεν πρέπει να υπάρχει η γνώση, τότε μήπως να μην υπάρχουν ούτε η γλώσσα ούτε οι λέξεις;»
Η ψυχή: «Ούτε οι λέξεις».
Εγώ: «Συγχώρα με, ίσως δεν ακούω καλά, ίσως σε παρερμηνεύω, ίσως παγιδεύω τον εαυτό μου με αυταπάτες και μαϊμουδισμούς, σαν γκριμάτσα που με κοιτάζει από τον καθρέφτη μου, σαν τρελός στο τρελοκομείο μου. Σε σταματάει ίσως η τρέλα μου;»
Η ψυχή: «Μπορείς να ξεγελάς τον εαυτό σου, εμένα δεν μπορείς να μου πεις ψέματα. Τα λόγια σου είναι ψέματα για σένα, όχι για μένα».
Εγώ: «Κι αν είμαι βουτηγμένος στη μεγαλύτερη ανοησία, αν ετοιμάζω το παράλογο, την πιο διεστραμμένη ξεροκεφαλιά;»
Η ψυχή: «Ποιος σου δίνει σκέψη και λόγο; Μήπως εσύ τα δημιουργείς; Δεν είσαι μήπως δούλος μου, ένας ζητιάνος που κάθεται στην πόρτα μου και μαζεύει ό,τι του πετάω; Και τολμάς να σκεφτείς πως ό,τι συλλογίζεσαι και λες μπορεί να είναι χωρίς νόημα; Ακόμη δεν το έμαθες ότι από μένα προέρχονται όλα και σε μένα ανήκουν;»
Εγώ όμως φώναξα με θυμό: «Τότε και η αγανάκτησή μου από σένα πρέπει να προέρχεται, οπότε αγανακτείς μέσα μου με τον εαυτό σου». Κι αμέσως η ψυχή είπε τον διφορούμενο λόγο: «Είναι εμφύλιος πόλεμος».
Εκεί μ’ έπιασε πόνος και θυμός και απάντησα: «Τι πόνος, ψυχή μου, να σε ακούω να λες κούφια λόγια, δεν το αντέχω. Κωμωδία σκέτη, μωρολογίες – ας είναι, όμως. Μπορώ να συρθώ και μέσα στις λάσπες, την πιο μισητή κοινοτοπία. Να φάω και σκόνη, έτσι είναι η Κόλαση. Δεν θα υποκύψω, σε προκαλώ. Βρείτε μου κι άλλα βασανιστήρια, τέρατα με πόδια αράχνης, γελοία κι απαίσια τέρατα του θεάτρου. Εμπρός, είμαι έτοιμος. Έτοιμος, ψυχή μου, εσύ που είσαι διάβολος, να παλέψω ακόμα και μαζί σου. Φόρεσες μάσκα θεού και σε λάτρεψα. Τώρα φοράς μάσκα διαβόλου, αλίμονο, μια μάσκα τερατώδη, τη μάσκα του τετριμμένου, του αιώνια ασήμαντου! Μια χάρη μόνο! Άσε με να κάνω πίσω μια στιγμή να το σκεφτώ! Έχει κανένα νόημα να δώσω μάχη μ’ αυτή τη μάσκα; Είχε νόημα η λατρεία της θεϊκής μάσκας; Δεν κρατιέμαι, η επιθυμία της μάχης με κατακαίει. Όχι, δεν θα εγκαταλείψω το πεδίο της μάχης νικημένος. Θέλω να σε πιάσω στα χέρια μου, να σε συντρίψω, παλιομαϊμού. Αλίμονο, η μάχη είναι άνιση, αέρα πιάνουν τα χέρια μου. Αλλά και τα χτυπήματά σου αέρας είναι και, το καταλαβαίνω, γελοιότητες»
Βρίσκομαι πάλι στον δρόμο της ερήμου. Ήταν ένα όραμα της ερήμου, ένα από τα οράματα των μοναχών που περπατούν στον μακρύ δρόμο. Αόρατοι ληστές και δολοφόνοι παραμονεύουν πάνω του και ρίχνουν φαρμακερά βέλη. Το θανάσιμο βέλος με βρήκε, λοιπόν, στην καρδιά;
Όπως το είχε προβλέψει το πρώτο όραμα, ο δολοφόνος αναδύθηκε από τα βάθη και ήρθε σ’ εμένα, όπως ακριβώς στη μοίρα των λαών αυτής της εποχής αναδύθηκε ένας τυχαίος και σήκωσε το φονικό του όπλο ενάντια στον ηγεμόνα.
Αισθανόμουν ότι είχα μεταμορφωθεί σε αδηφάγο θηρίο. Η καρδιά μου άστραφτε από οργή για καθετί υψηλό και αγαπημένο, για τον ηγεμόνα και τον ήρωά μου, οπότε και πάλι ο τυχαίος του λαού, παρασυρμένος από την επιθυμία του φόνου, όρμησε πάνω στον αγαπημένο του πρίγκιπα. Επειδή είχα τον φόνο μέσα μου, γι’ αυτό τον προέβλεψα.
Επειδή είχα τον πόλεμο μέσα μου, γι’ αυτό τον προέβλεψα. Αισθανόμουν εξαπατημένος και γελασμένος από τον βασιλιά μου. Γιατί αισθανόμουν έτσι; Δεν ήταν αυτό που ήθελα να είναι. Έδινε άλλα από αυτά που περίμενα. Έπρεπε να ’ναι βασιλιάς όπως τον ήθελα εγώ, όχι όπως ήθελε εκείνος. Αυτό που εγώ έλεγα ιδανικό, αυτό έπρεπε να είναι. Η ψυχή μου μου φαινόταν κούφια, άνοστη και άλαλη. Αλλά ό,τι σκεφτόμουν για κείνη ίσχυε στην πραγματικότητα για το ιδανικό μου.
Ήταν ένα όραμα της ερήμου, πολεμούσα με τα δικά μου είδωλα. Ήταν εμφύλιος πόλεμος μέσα μου. Ήμουν ο ίδιος φονιάς και φονευμένος. Το θανατερό βέλος με είχε χτυπήσει στην καρδιά, κι εγώ δεν ήξερα τι σήμαινε αυτό. Οι σκέψεις μου ήταν φόνος και φόβος θανάτου, που εξαπλώνονταν σαν δηλητήριο σε όλο μου το σώμα. Και τέτοια ήταν και των εθνών η μοίρα: η δολοφονία ενός ήταν σαν δηλητηριασμένο βέλος που πέταξε στην καρδιά των ανθρώπων και πυροδότησε τον πιο βίαιο πόλεμο. Η δολοφονία αυτή είναι η αγανάκτηση των ανίκανων ενάντια στους πρόθυμους, μια προδοσία του Ιούδα που θα ευχόμασταν να την είχε διαπράξει άλλος. Ακόμη ψάχνουμε για τον αποδιοπομπαίο τράγο που θα σηκώσει τις αμαρτίες μας.
Το απόσπασμα είναι από Το Κόκκινο Βιβλίο του Carl G. Jung που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διόπτρα στο dioptra.gr και σε όλα τα συνεργαζόμενα βιβλιοπωλεία.










