Είναι σπάνια τα «γιατί» σήμερα, λίγοι ξέρουν γιατί κάνουν όσα κάνουν, τρέχουν σε μια ατέρμονη προσπάθεια να ροκανίσουν τον χρόνο τους και να πάνε μπροστά.
Όταν ήμουν μικρός, είχα την αίσθηση ότι σε όλα αποτύγχανα: να διαβάσω, να πάρω καλούς βαθμούς, να μάθω να σφυρίζω, να δένω τα κορδόνια μου ή να κάνω ποδήλατο – είναι γεμάτο το δισάκι μου από τέτοιες ιστορίες. Δεν θυμάμαι όμως ανθρώπους να με κοροϊδεύουν για αυτό ή να με ρωτούν εκ των προτέρων αν θα τα κατάφερνα. Τότε, αφού κανείς δεν με έκρινε –τουλάχιστον για τα συγκεκριμένα–, γιατί ένιωθα έτσι; Μήπως το αίσθημα της αποτυχίας το προκαλούμε πρώτα εμείς στον εαυτό μας; Μεγαλώνοντας κατάλαβα ότι οι έννοιες της επιτυχίας και της αποτυχίας είναι σχετικές. Έχουν να κάνουν με το ποιους ανθρώπους βάζεις δίπλα και πόσο σε προκαλεί το περιβάλλον να συγκριθείς μαζί τους. Γιατί, κακά τα ψέματα, η σύγκριση φέρνει την αποτυχία.
Και παρόλο που θα περίμενε κανείς οι εντυπώσεις ενός μικρού παιδιού να μην επηρεάσουν τη μετέπειτα ζωή του, συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: ο τρόπος που αντιλαμβάνεσαι τις ικανότητές σου ξεκινά από εκείνη την ηλικία, από τα «δεν μπορείς να τα καταφέρεις» που άκουσες και σε πλήγωσαν, από τα «άσε εμένα καλύτερα» που σου είπε η μαμά ή ο μπαμπάς με καλή πρόθεση μεν αλλά που σε έκαναν να νιώθεις ότι ποτέ δεν θα είσαι αρκετός ή αρκετή, από τα «δεν ξέρεις εσύ» και πόσα ακόμα, που διαμόρφωσαν τον τρόπο που βλέπεις τα πράγματα – με ενεργητική ή παθητική διάθεση. Ζω για να προσπαθώ ή ζω για να αποτυγχάνω; Ίσως δεν χρειαστείς πολλές προσπάθειες, γιατί μετά τις πρώτες το παίρνεις απόφαση και σταματάς. «Δεν θα συνεχίσω άλλο», λες, «πήρα το μάθημά μου. Δεν απέτυχα απλώς, ΕΙΜΑΙ η αποτυχία μου, είμαι αποτυχημένος/ αποτυχημένη».
Και αυτό το βλέπεις σε πολλά παιδιά στα σχολεία: Να τα παρατούν. Να μην έχουν υπομονή ή επιμονή ή, τώρα πια, στόχους. Η εποχή μας έχει αυτό το κακό: την πολυδιάσπαση, εξαιτίας της οποίας το παιδί δυσκολεύεται πολύ να εστιάσει κάπου. Κι αν δεν εστιάσει, δεν θα ξέρει προς τα πού να κινηθεί και τι στόχους να βάλει. Σε ηλικίες κάτω των δώδεκα ετών, μάλιστα, εκτός από τη δυσκολία στους στόχους, παρατηρείται και μεγάλη δυσκολία στο να δημιουργηθεί κάτι εξαιρετικά σημαντικό για τη μετέπειτα πορεία του παιδιού και του ενήλικα: το κίνητρο. Αυτό το «γιατί» που οδηγεί τα βήματα ένα προς ένα μπροστά. Είναι σπάνια τα «γιατί» σήμερα, λίγοι ξέρουν γιατί κάνουν όσα κάνουν, τρέχουν σε μια ατέρμονη προσπάθεια να ροκανίσουν τον χρόνο τους και να πάνε μπροστά.
Επομένως ο ρόλος του γονέα και του δασκάλου είναι πολλαπλός: να βοηθήσει να δημιουργηθούν κίνητρα, στόχοι και κυρίως το πλαίσιο ότι «εγώ θα σε βοηθήσω να αποτύχεις με ασφάλεια» ή «θα σου δείξω πώς να επιλέγεις τις αποτυχίες σου ή να προσπαθείς να τις ζεις μέχρι να γίνουν επιτυχίες», γιατί το πιο σημαντικό κομμάτι τους είναι αυτό: ότι «αποτυχία» λέμε την προσπάθεια μέχρι τη στιγμή που καταφέρνουμε να φέρει αποτέλεσμα. Ακόμη και η μεγαλύτερη αποτυχία πείραμα είναι, μια δοκιμή στην επιτυχία που έρχεται. Και τι πιο όμορφο από έναν ενήλικα που παραδέχεται στο παιδί του ότι «ξέρεις, όλοι κάναμε λάθη, όλοι αποτύχαμε μερικές φορές, από αυτές τις φορές πήγαμε μπροστά. Δεν είναι ότι δεν τα καταφέραμε, αλλά να, παιδευτήκαμε και λίγο».
Φρόσω: Μάριε, τι είναι για εσένα «αποτυχία»;
Μάριος: Ξέρεις, Φρόσω, όσο περισσότερο μεγαλώνω –και όσο περισσότερο δουλεύω με παιδιά– τόσο πιο πολύ δυσκολεύομαι να τη δω ως κάτι αρνητικό. Για μένα, αποτυχία είναι κάθε στιγμή που χάνεις επαφή με το «γιατί» κάνεις κάτι. Όχι όταν δεν τα καταφέρνεις, αλλά όταν παύεις να προσπαθείς με αλήθεια. Αποτυχία είναι όταν μετράω την αξία μου με νούμερα, βαθμούς, αποτελέσματα – και ξεχνάω να ρωτήσω αν ήμουν παρών, αν χάρηκα, αν ένιωσα. Είναι όταν βιάζομαι τόσο πολύ να φτάσω κάπου, που δεν βλέπω ποιον έχω δίπλα μου στη διαδρομή. Για εσένα;
Φρόσω: Αποτυχία για εμένα είναι να ζήσεις σε έναν αυτόματο πιλότο, με έτοιμες οδηγίες που σου έδωσαν στα χέρια, και φόβο μην τυχόν και απογοητεύσεις τους άλλους. Αποτυχία είναι το να μη σε βρεις. Το να περιπλανιέσαι άσκοπα κυνηγώ ντας «επιτυχίες», επιδόσεις και επιτεύγματα για να νιώθεις σημαντικός. Για εμένα αποτυχία είναι η αποξένωση από τον εαυτό μας και από τους άλλους.
Μάριος: Έχω την αίσθηση ότι ο φόβος της αποτυχίας είναι από τους μεγαλύτερους που μας κυνηγούν. Μπορώ να θυμηθώ πάρα πολλά παιδιά να με κοιτάζουν έντρομα όταν συνειδητοποιούν ότι δεν ξέρουν μια απάντηση ή δεν έχουν κάνει μια άσκηση. Κι όταν ρωτάω τους γονείς τι συμβαίνει, μου λένε «φοβάται ότι θα τη μαλώσετε», ενώ δεν μαλώνω, αλλά έχουν φροντίσει οι γονείς να πουν ότι «θα σε μαλώσει ο κύριος» – και αυτό λειτουργεί ως υπέρτατη απειλή.
Φρόσω: Τα παιδιά φοβούνται πως πίσω από μια αποτυχία έρχεται η απώλεια της αγάπης των γονιών ή και του δασκάλου, και για αυτό τρέμουν τον κακό βαθμό, το άσχημο σχόλιο από τον δάσκαλο. Οι γονείς, από την άλλη, πιστεύουν πως τα παιδιά ακούν και κρατούν μέσα τους μόνο όσα λέγονται. Τα παιδιά όμως κρατούν κυρίως όσα οι γονείς τους είναι – αν είναι λοιπόν τελειομανείς ή επιδοσιακοί, τότε και το παιδί προσπαθεί να ανήκει εκεί, μαζί τους, και τρέμει μήπως δεν έχει χώρο σε αυτό το «μαζί».
Μάριος: Θα σου κάνω, Φρόσω, μια τελευταία ερώτηση, που νομίζω ότι ξέρεις καλά την απάντησή της. Ξέρεις ποιος είναι αυτός που δεν σηκώνεται;
Φρόσω: Αυτός που δεν έχει πού να στηριχτεί, θα έλεγα εγώ, αυτός που δεν έχει ανακαλύψει την εσωτερική του δύναμη. Σαν το βιβλίο με τον αλυσοδεμένο ελέφαντα που δεν έκανε βήμα από το πασσαλάκι όπου τον είχαν δεμένο, γιατί δεν είχε επίγνωση της δύναμής του. Και το στήριγμα για να σηκώνεσαι –η δύναμή σου– μπορεί να είναι μέσα σου, αλλά πρώτα θα έρθει απέξω, στην παιδική ηλικία από τους σημαντικούς ενήλικες, με έναν τρόπο συμβολικό. Θα είναι το βλέμμα που λέει «είναι εντάξει να πέσεις και εμείς είμαστε εδώ για να βοηθήσουμε να σηκωθείς».
Μάριος: Η δική μου απάντηση είναι… αυτός που δεν έπεσε. Κι αν δεν πέσεις, δεν θα μάθεις πόση δύναμη έχεις κάθε φορά που σηκώνεσαι. Κι αυτό είναι η αυτοπεποίθηση, όχι το να πιστεύεις ότι δεν θα πέσεις, αλλά να νιώθεις ότι θα βρίσκεις τρόπους να στέκεσαι ξανά στα πόδια σου, γιατί έχεις μάθει καλά πώς να το κάνεις.
Το απόσπασμα είναι από το βιβλίο Μαζί ό,τι κι αν συμβεί, της Φρόσως Φωτεινάκη και του Μάριου Μάζαρη που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διόπτρα στο dioptra.gr και σε όλα τα συνεργαζόμενα βιβλιοπωλεία.















