Γιώργος Κουντουράς

Είμαστε τελικά τόσο ώριμοι όσο πιστεύουμε;

Είμαστε τελικά τόσο ώριμοι όσο πιστεύουμε;

Γιώργος Κουντουράς
άντρας στέκεται σε διάβαση πεζών

Η ωριμότητα είναι μια πολυσυζητημένη και πολυδιάστατη έννοια. Την κατατάσσουμε ανάμεσα στα σημαντικά γνωρίσματα ενός ατόμου και νομίζουμε ότι μπορούμε να την αναγνωρίσουμε εύκολα στον εαυτό μας και στους άλλους. Είναι όμως κάτι που όλοι ανεξαιρέτως επιτυγχάνουμε μετά το πέρας κάποιας ηλικίας ή κάτι για το οποίο μοχθούμε συνεχώς;


Χαρακτηρίζει κάθε ενήλικα άνθρωπο που έχει σταθερή εργασία, διατηρεί ικανοποιητικές διαπροσωπικές σχέσεις, έχει δικό του σπίτι και είναι συνεπείς σε όλες του τις υποχρεώσεις; Και τέλος, η ωριμότητα συνδέεται μόνο με όσα έχουμε καταφέρει στην ζωή ή και με τις αξίες που υπερασπιζόμαστε γενικά σε αυτήν τη ζωή;

Από μικρή ηλικία, διαθέτουμε μια έμφυτη και αθώα περιέργεια να εξερευνούμε τον κόσμο γύρω μας, να συλλέγουμε πληροφορίες από το περιβάλλον μας και να διαπιστώνουμε, κάποιες φορές θριαμβευτικά και κάποιες άλλες με λίγα…κλάματα παραπάνω, τι είναι αυτό μάς ευχαριστεί και μάς δυσαρεστεί, τί είναι «καλό» και τί «κακό», τι πρέπει να επιδιώκουμε και τι να αποφεύγουμε. Κατά τη διάρκεια αυτών των πρώτων περιηγήσεών μας στον κόσμο, τα συναισθήματα είναι η πιο αξιόπιστη πυξίδα που διαθέτουμε, αφού μας ενημερώνουν άλλες φορές ενισχυτικά και άλλες τιμωρητικά για την κατεύθυνση που πρέπει να δώσουμε στο ταξίδι μας. Στην ουσία μας λένε: να αποφεύγεις όσο πιο πολύ μπορείς ό,τι σου προκαλεί πόνο (π.χ. το να βάλεις το χέρι σου στο καυτό μάτι της κουζίνας) και να επιδιώκεις ό,τι σου προσφέρει ευχαρίστηση (π.χ. το να τρως πίτσες και σοκολάτες)».

Με τον καιρό όμως, συνειδητοποιούμε ότι αυτή η ατέρμονη περιήγηση μάς εξουθενώνει γιατί ο κόσμος είναι τεράστιος και ως εκ τούτου δεν μπορούμε να αγγίξουμε, να γευτούμε ή να γνωρίσουμε οτιδήποτε υπάρχει σε αυτόν. Καταλαβαίνουμε όσο μεγαλώνουμε ότι μια τέτοια εμπειρία ξεπερνά την ύπαρξή μας. Ο εγκέφαλός μας λοιπόν ξεκινά να εστιάζει στην διαμόρφωση κάποιων κανόνων που μάς βοηθούν να προσανατολιστούμε καλύτερα στον κόσμο γύρω μας και να διαχειριστούμε αποτελεσματικά την πολυπλοκότητά του. Αυτοί οι κανόνες προέρχονται κυρίως από τους πρώτους φροντιστές μας και τους σημαντικούς ανθρώπους της ζωής, αλλά η τελική μορφή τους είναι προϊόν δικής μας γνωστικής επεξεργασίας.

Έτσι, ενώ μπορεί να μας ευχαριστεί το να τρώμε κάθε μέρα ό,τι γλυκό υπάρχει στο σπίτι, ξέρουμε ότι οι γονείς μας δεν μάς το επιτρέπουν. Φυσικά, αυτή η γνώση δεν μας σταματά σχεδόν ποτέ. Είναι δυνατόν να κάνουμε κάτι που δεν επιτρέπεται εφόσον το κάνουμε κρυφά από αυτούς που μάς το απαγορεύουν. Τουλάχιστον έτσι νομίζουμε…Τελικά οι γονείς μας κάποια στιγμή μάς ανακαλύπτουν και εμείς με την σειρά μας καταλαβαίνουμε ότι το κόστος του να έχουμε μπροστά μας έναν θυμωμένο γονέα ξεπερνά κατά πολύ το όφελος της ευχαρίστησης που λάβαμε όταν… φάγαμε κρυφά το γλυκό. Συνεπώς, αρχίζουμε σταδιακά να θεωρούμε ότι το να λέμε ψέματα γενικά στους γονείς (όχι μόνο για το γλυκό που φάγαμε), έχει ένα σημαντικό κόστος, τόσο σε πρακτικό όσο και σε συναισθηματικό επίπεδο, που δεν αξίζει τελικά να αναλαμβάνουμε…τόσο συχνά.

Με την πάροδο της ηλικίας λοιπόν, αναπτύσσουμε κάποιες πιο γενικές αρχές βάσει των οποίων συμπεριφερόμαστε υιοθετώντας μια λογική «κόστους-ωφέλειας». Το παιδί λοιπόν κάνει αυτό που θέλει, επειδή του δίνει άμεση ευχαρίστηση, ενώ ο έφηβος σκέφτεται τις συνέπειες μιας τέτοιας πράξης, αναλογίζεται το τί θα κερδίσει ή θα χάσει εάν προβεί σε αυτήν και παίρνει την απόφασή του συνεκτιμώντας την πιθανή αντίδραση των άλλων. Συνεπώς, ο έφηβος μαθαίνει ότι κάθε πράξη έχει και συνέπειες, καθώς και ότι πολλές φορές οι επιθυμίες του είναι σε αντίθεση με αυτές των άλλων, οπότε αναγκάζεται να κάνει συμβιβασμούς και να συμμορφωθεί με τους κοινωνικούς κανόνες με σκοπό να ανταμειφθεί έμμεσα. Με άλλα λόγια, αναγκάζεται να ωριμάσει…

Υπό αυτήν την έννοια, θα μπορούσαμε να ορίσουμε την ωριμότητα του εφήβου ως την ικανότητα να αναπτύσσει υψηλότερες τάξεως και πιο αφηρημένες αρχές του τύπου βραχυπρόθεσμα μπορεί να με ωφελεί να λέω ψέματα, αλλά μακροπρόθεσμα όχι και τόσο, με σκοπό να λαμβάνει αποφάσεις με γνώμονα τις συνέπειες που θα έχουν αυτές στον εαυτό του και τους άλλους. Σίγουρα, ο έφηβος επιθυμεί ακόμα να κάνει αυτό που του προσφέρει άμεση ευχαρίστηση και να αποφεύγει ό,τι δυσάρεστο υπάρχει (όπως όλοι άλλωστε), αλλά η συμπεριφορά του δεν καθορίζεται κατά βάση από στιγμιαία συναισθήματα, αλλά από αυτό που αποκαλούμε «λογική».

Αυτή η «λογική» αποτελεί σίγουρα σημαντική βελτίωση για την κοινωνικο-γνωστική ανάπτυξη του εφήβου, αλλά δεν είναι και ο καλύτερος τρόπος δράσης στον κόσμο. Και αυτό γιατί τα πάντα μοιάζουν σαν μια αέναη ανταλλαγή, σαν ένας καλά υπολογισμένος τρόπος να δώσεις/θυσιάσεις/χάσεις κάτι, μόνο όταν θα λάβεις/αποκτήσεις/κερδίσεις κάτι άλλο. Αυτό όμως φαίνεται να μοιάζει περισσότερο με το πώς λειτουργούν οι δυτικές κοινωνίες σήμερα, παρά με μια απλή περιγραφή της ωριμότητας των εφήβων…Γιατί;

Η τήρηση των κοινωνικών κανόνων και η λογική του «κόστους-ωφέλειας» μας εξυπηρετεί φυσικά όλους ως έναν βαθμό. Το να προετοιμαζόμαστε καλά για μια συνέντευξη γιατί θέλουμε να έχουμε μια καλή δουλειά στην ζωή μας, το να διαχειριζόμαστε σωστά τα οικονομικά μας για να είμαστε συνεπείς στις υποχρεώσεις μας, το να καθαρίζουμε το σπίτι μας γιατί αυτό έχει άμεση επίπτωση στην υγεία μας (και στην άποψη που θα σχηματίσουν οι άλλοι για εμάς εφόσον μας επισκεφθούν), το να είμαστε ευγενικοί γιατί θέλουμε με την σειρά μας να μάς φερθούν με ευγένεια – είναι σίγουρα κάποιες ώριμες συμπεριφορές που μάς επιτρέπουν να λειτουργούμε πιο αποτελεσματικά στην καθημερινότητά μας, ως ενήλικες.

Ωστόσο, αυτός ο ώριμος τρόπος να διευθετούμε πρακτικά ζητήματα που αφορούν την καθημερινότητά μας, συχνά μεταφέρεται από συνήθεια και στις σχέσεις μας με τους άλλους. Μπορούμε όμως να διαπραγματευτούμε την αγάπη, τον σεβασμό, την συντροφικότητα, την αποδοχή, ή το ενδιαφέρον των άλλων απλά δημιουργώντας κάποιες ανταλλακτικές σχέσεις με αυτούς; Και τι αξία θα είχε για εμάς εάν μπορούσαμε να χειριστούμε τα αισθήματά τους με σκοπό να ελέγξουμε το πώς θα νιώσουν για εμάς;

Αυτή η ωριμότητα στο πεδίο των σχέσεων μας με τους γονείς, τους συντρόφους, τους φίλους ή τον εργοδότη μας είναι ένα κατάλοιπό της εφηβικής λογικής «κόστους-ωφέλειας» που μάλλον χαρακτηρίζει τους περισσότερους από εμάς και στην ενήλικη ζωή. Τι νόημα θα είχε όμως να δελεάσουμε/πείσουμε/εξαναγκάσουμε κάποιον να μας αγαπήσει/σεβαστεί/αποδεχτεί διαπραγματευόμενοι κάποια «ανταλλάγματα» για να κάνει κάτι τέτοιο; Εξ’ ορισμού αυτό δεν θα ήταν αγάπη, σεβασμός ή αποδοχή – τουλάχιστον στην ειλικρινή έκφρασή τους! Παρόλο που αυτή η ωριμότητα μάς πηγαίνει μακριά στον ματεριαλιστικό κόσμο, καθηλώνει την συναισθηματική μας ανάπτυξη και εντείνει το αίσθημα της μοναξιάς μας στην ενήλικη ζωή.

Το να ζούμε σε ένα κόσμο όπου θεωρούμε ότι το καθετί είναι διαπραγματεύσιμο και ανταλλάξιμο, μάς κρατά όμηρους όχι μόνο στις επιθυμίες, τις σκέψεις και τα αισθήματα των άλλων, αλλά και σε μια στάση ζωής που έχουμε προσχεδιάσει με σκοπό να ελέγχουμε αυτές τις επιθυμίες/σκέψεις/αισθήματα των άλλων για εμάς. Κάποιες φορές όμως, για να ζήσουμε πραγματικά την δική μας ζωή, χρειάζεται να κάνουμε πράγματα όχι επειδή περιμένουμε να λάβουμε επιβράβευση, αποδοχή ή ικανοποίηση από τους άλλους, αλλά επειδή πιστεύουμε ότι είναι σωστά παρά την απουσία κάποιας άμεσης ή έμμεσης προσωπικής ανταμοιβής.

Μπορεί οι περισσότεροι από εμάς να εκτιμούμε γενικά της αξία της ειλικρίνειας, αλλά πόσοι από εμάς θα την υπερασπιζόμασταν και θα εμμέναμε σε αυτήν κατά τη διάρκεια μιας δύσκολης συζήτησης και δεν θα προσπαθούσαμε να αλλοιώσουμε την αλήθεια, να εξωραΐσουμε κάποιες πλευρές της ή να αποκρύψουμε άλλες με τον φόβο ότι μπορεί να υποστούμε τις συνέπειες που ενέχει η αποκάλυψή της; Και ποια ήταν η τελευταία φορά που κάναμε ένα δώρο ή προσφέραμε βοήθεια σε κάποιον υπερασπιζόμενοι την αξία της γενναιοδωρίας, χωρίς να περιμένουμε κάτι ως αντάλλαγμα βαθιά μέσα μας;

Φυσικά, οι περισσότεροι θεωρούμε ότι είμαστε ειλικρινείς, αλτρουιστές ή γενναιόδωροι γενικά, απλά κάποιες φορές λέμε (κυρίως στον εαυτό μας) ότι αναγκαζόμαστε να πράξουμε διαφορετικά είτε για να προστατέψουμε τους άλλους, είτε για να τους δώσουμε ένα πολύτιμο μάθημα που θα τους βοηθήσει αργότερα στην ζωή. Και αυτό γιατί μένουμε στην ερμηνεία αυτών που κάνουμε, σκεφτόμαστε ή συμβαίνουν γύρω μας η οποία είναι γεμάτη από προκαταλήψεις, επινοημένες προσθήκες ή ψευδή στοιχεία που μάς επιτρέπουν να δικαιολογήσουμε τις πράξεις μας, αλλά όχι να τις καταλάβουμε πραγματικά.

Η πραγματική κατανόηση έρχεται μέσα από την απροκατάληπτη παρατήρηση μιας πράξης ή μίας συμπεριφοράς. Αν λέω ότι εμπιστεύομαι τον/ην σύντροφό μου και θεωρώ ότι η ειλικρίνεια είναι μια σημαντική αξία για μένα στην ζωή, τότε πως και επιλέγω να ψάξω το κινητό του/ης για ύποπτα μηνύματα με τον φόβο ή την ελπίδα ότι μπορεί να βρω κάτι «ενοχοποιητικό»; Αν εκτιμώ την φιλία και την ελευθερία έκφρασης μεταξύ δύο ανθρώπων, τότε πώς και επιλέγω να συζητήσω αυτά που μου έχει αποκαλύψει ο/η φίλος/η μου πίσω από την πλάτη του/της; Αν θεωρώ ότι η παροχή βοήθειας και η συναδελφικότητα είναι σημαντικές αξίες στον εργασιακό χώρο, τότε πώς και επιλέγω να περιμένω να λάβω την υποστήριξη ενός συναδέλφου πριν του προσφέρω την βοήθειά μου; Σε αυτές τις περιπτώσεις, δεν έχει σημασία τόσο η απάντηση, όσο η «σωστή» ερώτηση που θέτω στον εαυτό γιατί παρατηρώντας αυτό που κάνω, καταλαβαίνω καλύτερα αυτό που προασπίζομαι ή δεν….προασπίζομαι.

Μας αρέσει η ασφάλεια που υπάρχει στην αμοιβαιότητα, σε μια σχέση «δούναι και λαβείν» και προσπαθούμε πάση θυσία να αποφύγουμε την καταπάτηση ακόμα και της πιο μικρής άτυπης συμφωνίας που κάνουμε με τους άλλους. Για αυτό η ωριμότητα που υπάρχει στην λογική «κόστους-ωφέλειας» δεν είναι μόνο μια εφηβική κατάκτηση, αλλά ακολουθεί τους περισσότερους από εμάς και στην ενήλικη ζωή. Αντίθετα, η ωριμότητα μιας συμπεριφοράς που διέπεται από ανώτερες αξίες, η υπεράσπιση των οποίων συχνά έχει δυσάρεστες συνέπειες (ή τουλάχιστον όχι ευχάριστες) για εμάς, είναι ένας καθημερινός αγώνας – ένα πρόβλημα που επιλέγουμε εμείς οι ίδιοι για τον εαυτό μας και το οποίο δεν λαμβάνει ποτέ μια οριστική λύση.

Και αυτό γιατί αυτός ο τύπος ωριμότητας μάς θέτει σημαντικές προκλήσεις στους διάφορους ρόλους που επιτελούμε ως ενήλικα άτομα. Για παράδειγμα, μπορεί κάποιος επιχειρηματίας να θεωρεί ότι το ομαδικό πνεύμα και ο σεβασμός απέναντι στους υφισταμένους του να είναι αξίες που πρέπει να υπερασπίζεται όχι μόνο όταν επιτυγχάνονται οι στόχοι της επιχείρησης, αλλά ακόμα και όταν ενσκήπτουν καταστάσεις κρίσης, εκδηλώνοντας έμπρακτα και ειλικρινά μια τέτοια στάση απέναντί τους. Ωστόσο, ο ίδιος επιχειρηματίας, ως πατέρας, μπορεί να θεωρεί ότι πρέπει να ανταμείβει το παιδί του κάθε φορά που εκδηλώνει μία επιθυμητή συμπεριφορά με κάποια υλική παροχή. Συνεπώς, ένας άνθρωπος που χαρακτηρίζεται από μία αξιέπαινη επαγγελματική ωριμότητα, μαθαίνει στο παιδί του από νωρίς το παιχνίδι του «δούναι και λαβείν» - κάτι που όταν το αντικρίζουμε σε ένα τόσο θεμελιακό επίπεδο, δεν μας φαίνεται και πολύ ώριμο.

Είναι φυσιολογικό να παρατηρούμε τους εαυτούς μας και να διαπιστώνουμε ότι κάποιες φορές διαθέτουμε την συνηθισμένη εφηβική ωριμότητα (ακόμα και αν έχουμε ξεπεράσει κατά πολύ εκείνη την ηλικία), ενώ κάποιες άλλες (μάλλον λιγότερες) καταβάλουμε προσπάθεια με σκοπό να δράσουμε με αυτήν την πιο σπάνια ωριμότητα του ανθρώπου που υπερασπίζεται με σθένος κάποιες αξίες απλά επειδή τις θεωρεί σωστές, παρά το ενδεχόμενο κόστος (και την προφανή απουσία κάποιου οφέλους) σε προσωπικό επίπεδο.

Το πρώτο βήμα που μας φέρνει πιο κοντά σε αυτό το επίπεδο ωριμότητας είναι η προσπάθεια να κατανοήσουμε όχι μόνο τις πράξεις μας, αλλά και τις ερμηνείες μας γι’ αυτές. Την επόμενη φορά που θα πούμε πώς αισθανόμαστε σε κάποιον, ας σκεφτούμε πρώτα αν το κάνουμε επειδή πιστεύουμε ότι αυτό που θα του πούμε είναι κάτι που θέλει να ακούσει ή αν το κάνουμε επειδή επιλέξαμε ελεύθερα να μοιραστούμε τα αισθήματά μας μαζί του. Πίσω από κάθε ερμηνεία που κάνουμε, υπάρχει μια αξία που υπερασπιζόμαστε ή απορρίπτουμε ακόμα και αν αυτό συμβαίνει σε ασυνείδητο επίπεδο.

Συμπερασματικά, είναι πάντα δική μας επιλογή ποιες αξίες θα υπερασπιστούμε και ποιες θα απορρίψουμε, καθώς και αν θα το κάνουμε με τρόπο που προάγει την προσωπική μας εξέλιξη και αυτογνωσία, (παρατηρώντας δηλαδή τις πράξεις και κατανοώντας τις ερμηνείες μας γι’ αυτές) ή αν θα επιλέξουμε να βλέπουμε τις σχέσεις και τις συμπεριφορές μας ως μέσα για την επίτευξη κάποιων σκοπών, καταλήγοντας να αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο με μεγαλύτερη καχυποψία και εχθρικότητα όσο τα χρόνια περνούν. Το να γνωρίζει κάποιος τον εαυτό του, σημαίνει να γνωρίζει ποιες είναι οι αξίες που εκπροσωπεί και τί είναι διατεθειμένος να κάνει για να τις υπερασπιστεί. Το επίπεδο αυτής της γνώσης και αποφασιστικότητας, καθορίζει τελικά και το επίπεδο της ωριμότητας στο οποίο λειτουργούμε κάθε φορά.

Κάντε like στην σελίδα μας στο Facebook 
Ακολουθήστε μας στο Twitter 

Εγγραφείτε για να λαμβάνετε το newsletter μας!

Βρείτε μας στα...