Γιώργος Κουντουράς

Αρνητική εικόνα σώματος: Είναι τελικά ένα φαινόμενο της ψηφιακής εποχής;

Αρνητική εικόνα σώματος: Είναι τελικά ένα φαινόμενο της ψηφιακής εποχής;

Γιώργος Κουντουράς
μία κοπέλα καστανή κρατάει τα πόδια της

Η αρνητική εικόνα για το σώμα μας δεν οφείλεται μόνο στην υφιστάμενη πίεση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης ή των εκάστοτε κοινωνικών προτύπων, αλλά οι αιτίες της διαμόρφωσής της πρέπει να αναζητηθούν στις σχέσεις με τους σημαντικούς άλλους και τον εαυτό.


Η εικόνα του σώματος χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά ως όρος το 1935 από τον Αυστραλό ψυχαναλυτή Paul Schilder και αντικατοπτρίζει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε, αισθανόμαστε και σκεφτόμαστε το μέγεθος, το σχήμα και την ελκυστικότητα του σώματός μας.

Η εικόνα του σώματος όμως δεν αντανακλά μόνο γνωρίσματα που αφορούν την εκάστοτε «αισθητική» μιας κοινωνίας, αλλά αφορά και ατομικούς δείκτες όπως είναι η υγεία μας, οι ικανότητες-δεξιότητες μας και η σεξουαλικότητά μας (Biordi & Galon, 2011). Παρόλο που αποτελεί μία έννοια με σχετικά σταθερό περιεχόμενο από εποχή σε εποχή, υπόκειται σε σημαντικές αλλαγές όταν το άτομο διανύει μία συγκεκριμένη αναπτυξιακή περίοδο (π.χ. εφηβεία) ή όταν το υπάρχον πολιτισμικό πλαίσιο προωθεί νέα πρότυπα ομορφιάς.

Η εικόνα του σώματος λοιπόν είναι μια πολυδιάστατη έννοια η οποία ναι μεν είναι το τελικό αποτέλεσμα της υποκειμενικής άποψης που έχει το άτομο για το σώμα του, αλλά επηρεάζεται από ένα πλήθος παραγόντων όπως είναι:

  • οι ατομικοί παράγοντες (π.χ. προσωπικότητα, αυτοεκτίμηση),
  • οι διαπροσωπικοί και κοινωνικοί παράγοντες (π.χ. οικογένεια, φίλοι, μέσα κοινωνικής δικτύωσης),
  • οι βιολογικοί/γενετικοί παράγοντες (π.χ. γενετικά προσδιορισμένα εξωτερικά γνωρίσματα, δείκτης μάζας σώματος) και
  • οι πολιτισμικοί παράγοντες (π.χ. κοινωνική νόρμα, κοινωνικές αξίες).

Η υποκειμενική άποψη που έχουμε για το σώμα μας, πυροδοτεί αισθήματα ευαρέσκειας ή δυσαρέσκειας αναφορικά με αυτό, ενώ παράλληλα διαμορφώνεται κάτω από την επίδραση δύο αλληλένδετων στοιχείων. Το πρώτο στοιχείο είναι η αντίληψη του σώματος η οποία σχετίζεται με την υποκειμενική γνώση των φυσικών εξωτερικών γνωρισμάτων που αποδίδουμε σε αυτό.

Η φύση και η ακρίβεια του τρόπου με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τα πραγματικά και τα ιδανικά γνωρίσματα που αποδίδουμε στο σώμα μας, καθορίζει και τις πρακτικές που θα χρησιμοποιήσουμε για να μειώσουμε το πιθανό χάσμα μεταξύ της παρούσας και της επιθυμητής εξωτερικής εμφάνισης. Το δεύτερο στοιχείο είναι η ικανοποίηση με το σώμα μας η οποία αναφέρεται στο κατά πόσο είμαστε ευχαριστημένοι με τις τρέχουσες υποκειμενικές αποδώσεις σωματικών χαρακτηριστικών στις οποίες προβαίνουμε για τον εαυτό μας. Η ικανοποίηση με το σώμα μας συνδέεται άμεσα με ψυχολογικούς δείκτες όπως είναι η αυτοπεποίθηση και η αυτοεκτίμηση και καθορίζει το αν θα εμπλακούμε σε συμπεριφορές που προωθούν την υγεία μας ή όχι.

Για παράδειγμα, η συμμετοχή ή η αποφυγή δραστηριοτήτων όπως είναι η σωματική άσκηση επηρεάζονται από την ικανοποίηση που αισθανόμαστε με το σώμα μας. Παρόλο που μπορεί το αίσθημα δυσαρέσκειας με την εικόνα του σώματός μας να μάς ωθεί κάποιες φορές να γυμναστούμε, κάποιες άλλες μπορεί να μάς αποτρέπει από το να εμπλακούμε σε ομαδικές αθλητικές δραστηριότητες προκειμένου να αποφύγουμε την σωματική έκθεση ή γιατί φοβόμαστε ότι δεν διαθέτουμε το κατάλληλο σώμα ώστε να ταιριάξουμε με όσους συμμετέχουν ή να ανταπεξέλθουμε με επιτυχία σε αυτές (Grogan και συνεργάτες, 2004).

Η ικανοποίηση όμως με το σώμα μας μπορεί να επηρεάσει και την συμμετοχή μας σε δραστηριότητες που θεωρούνται περισσότερο ευχάριστες σε σύγκριση την γυμναστική (π.χ. το αν θα επισκεφθούμε κάποια παραλία το καλοκαίρι).

Άλλες συμπεριφορές που σχετίζονται με την υγεία και επηρεάζονται από την εικόνα που έχουμε για το σώμα μας έχουν να κάνουν με ζητήματα όπως είναι η διατροφή (π.χ. υπερβολική ή ελάχιστη πρόσληψη τροφής), η χρήση φαρμακευτικών ουσιών για την μείωση ή την αύξηση του σωματικού βάρους, η χρήση επεμβατικών μεθόδων για αισθητικούς λόγους, η υπερβολική σωματική άσκηση, και το κάπνισμα (π.χ. το άτομο φοβάται να διακόψει το κάπνισμα επειδή θεωρεί ότι θα αυξηθεί το σωματικό του βάρος ως αποτέλεσμα της διακοπής) (Burroes, 2013).

Ποιος παράγοντας όμως πλήττει πιο πολύ την ικανοποίηση με το σώμα μας;

Παρόλο που έχει βρεθεί ότι το σωματικό βάρος είναι ο πιο σημαντικός παράγοντας (σε σύγκριση με κοινωνικο-δημογραφικούς παράγοντες όπως είναι το φύλο, η ηλικία και η εθνικότητα) που επηρεάζει αρνητικά την ικανοποίηση του ατόμου με την εικόνα του σώματός του, αρκετές έρευνες (λ.χ. Xanthopoulos και συνεργάτες, 2011) δείχνουν ότι δεν υπάρχει αιτιώδης σχέση.

Πιο συγκεκριμένα, κάποιοι άνθρωποι με αυξημένο σωματικό βάρος νιώθουν λόγω αυξημένης κοινωνικής πίεσης ότι πρέπει να μειώσουν το βάρος τους και ως εκ τούτου η ικανοποίηση με την εικόνα του σώματός τους είναι μειωμένη, ενώ κάποιοι άλλοι που δεν είναι εξ’ αρχής ικανοποιημένοι με την εικόνα του σώματός τους, είναι πιθανό να εκδηλώσουν συμπεριφορές που έχουν ως απότοκο την λήψη πρόσθετου σωματικού βάρους (Goldfield και συνεργάτες, 2011).

Η εικόνα του σώματος αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της γενικότερης αυτο-εικόνας μας η οποία διαμορφώνεται σε μεγάλο βαθμό από τις επικρατούσες αντιλήψεις αναφορικά με τον ρόλο των δύο φύλων. Αυτές οι αντιλήψεις που προέρχονται συνήθως από την οικογένεια, τους φίλους, και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, εσωτερικεύονται σταδιακά και οικοδομούν μετέπειτα τα πρότυπα του ιδανικού ανδρικού και γυναικείου σώματος.

Από εξελικτικής πλευράς, οι φαινοτυπικές διαφορές μεταξύ των δύο φύλων ενισχύουν τους ρόλους που παραδοσιακά αναλάμβαναν οι άνδρες και οι γυναίκες στις πρώιμες κοινωνίες. Συνεπώς, όσον αφορά την εικόνα του σώματος, τείνουμε ως επί των πλείστων να συνδέουμε την θηλυκότητα με την ομορφιά και την επιθυμία για μια ελκυστική και λεπτή εμφάνιση, ενώ την αρρενωπότητα με την δύναμη, την εξουσία και τον έλεγχο που αντανακλώνται στο μυώδες ανδρικό σώμα το οποίο όφειλε να δρα αποτελεσματικά σε ένα αφιλόξενο και ανταγωνιστικό περιβάλλον.

Αυτές οι συνειδητές και ασυνείδητες αποδώσεις ιδανικών σωματικών χαρακτηριστικών που άπτονται του παραδοσιακά ανδρικού και γυναικείου ρόλου αντίστοιχα, επιδρούν ως ένα βαθμό στην εικόνα που έχουν για το σώμα και τον εαυτό τους τα δυο φύλα. Γιατί θεωρούμε όμως ότι η αρνητική εικόνα που μπορεί να έχουμε για το σώμα μας είναι ένα φαινόμενο που παρατηρείται ιδιαίτερα στην εποχή μας;

Η «ενοχοποίηση» των μέσων κοινωνικής δικτύωσης που έχουν πλέον αποκτήσει σταθερή θέση στην ζωή του σύγχρονου ανθρώπου και τα οποία προωθούν εξιδανικευμένα πρότυπα ανδρικού και γυναικείου σώματος αυξάνοντας την κοινωνική πίεση για την απόκτηση ενός αψεγάδιαστου και θελκτικού σώματος, είναι εν μέρει δικαιολογημένη αν αναλογιστούμε τα ευρήματα ορισμένων μελετών που δείχνουν ότι η συστηματική έκθεση κάποιων χρηστών (ανεξαρτήτως φύλου) σε τέτοιου είδους περιεχόμενο αυξάνει το αίσθημα δυσαρέσκειας με το σώμα τους (Barlett, Vowels, & Saucier, 2008).

Κάποιες άλλες έρευνες όμως (λ.χ. Holstrom, 2004) έχουν δείξει ότι η έκθεση σε αυτό το περιεχόμενο μπορεί να ωθήσει ορισμένα άτομα που αξιολογούν ότι η εικόνα του σώματός τους δεν απέχει πολύ από την ιδανική να διατηρήσουν σε χαμηλό επίπεδο το σωματικό τους βάρος και να συνεχίσουν την ενασχόλησή τους με ωφέλιμες για την υγεία δραστηριότητες (π.χ. άθληση, σωστή διατροφή).

Η προσωπικότητα φαίνεται ότι είναι ένας σημαντικός παράγοντας που καθιστά ορισμένα άτομα πιο ευεπηρέαστα στα προβεβλημένα πρότυπα ιδανικής σωματικής ομορφιάς που συναντά κανείς στις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης.

Μία έρευνα των Roberts και Good (2010) έδειξε ότι οι γυναίκες που διακρίνονταν από γνωρίσματα που αφορούσαν την διάσταση του νευρωτισμού (όπως ο φόβος, το άγχος, η κατάθλιψη, και η ευαλωτότητα) σύμφωνα με το μοντέλο των 5 παραγόντων (The Big Five Factor Model; Digman, 1990; McCrae & John, 1992; John & Srivastava, 1999), ένιωθαν περισσότερη δυσαρέσκεια με την εικόνα του σώματός τους όταν παρατηρούσαν φωτογραφίες άλλων γυναικών που είχαν (θεωρητικά) το ιδανικό σώμα.

Ωστόσο, η δυσαρέσκειά τους μειώνονταν όταν έβλεπαν φωτογραφίες υπέρβαρων γυναικών. Από την άλλη μεριά, οι γυναίκες με γνωρίσματα προσωπικότητας από τις διαστάσεις της εξωστρέφειας, της συνειδητότητας και της συγκαταβατικότητας εκδήλωναν μια θετική στάση απέναντι στην εικόνα του σώματός τους όταν αντίκριζαν τις φωτογραφίες των μοντέλων.

Συνεπώς, μπορεί να υποτεθεί ότι κάποιοι άνθρωποι με συγκεκριμένα γνωρίσματα προσωπικότητας κινητοποιούνται όταν εκτίθενται σε περιεχόμενο που περιλαμβάνει εικόνες του ιδανικού σώματος θεωρώντας ότι είναι εφικτό να φτάσουν σε μία παρόμοια σωματική κατάσταση. Αντίθετα, άλλα άτομα που χαρακτηρίζονται από συναισθηματική αστάθεια και χαμηλό αίσθημα αυτο-αποτελεσματικότητας, φαίνεται να αποθαρρύνονται και να απειλούνται όταν αντικρίζουν παρόμοιες εικόνες (Roberts & Good, 2010).

Πολλές έρευνες έχουν δείξει ότι η δυσαρέσκεια με την εικόνα του σώματος συνδέεται με την χαμηλή αυτοεκτίμηση και την κατάθλιψη (Tiwari, 2014). Άτομα που είναι πιο επιρρεπή στην συνεχή κοινωνική σύγκριση με τους άλλους, διακατέχονται από περισσότερα αισθήματα ανασφάλειας, ή/και έχουν ιστορικό κοινωνικού άγχους είναι πιο πιθανό να μην είναι ικανοποιημένα με την εικόνα του σώματός τους.

Ο ρόλος του οικογενειακού και φιλικού περιβάλλοντος στη διαμόρφωση της παραπάνω ψυχο-συναισθηματικής κατάστασης είναι ήσσονος σημασίας, αν αναλογιστούμε ότι η ποιότητα των ενδο-οικογενειακών και διαπροσωπικών σχέσεων είναι ένας από τους πιο σημαντικούς παράγοντες πρόβλεψης της ικανοποίησης με την εικόνα του σώματος.

Αντίθετα, τα συνεχή πειράγματα από τα μέλη της οικογένειας και από τους φίλους, το αυξημένο αίσθημα κοινωνικής πίεσης για την απόκτηση ενός πιο καλαίσθητου σώματος και ορισμένες ενδοοικογενειακές αξίες (π.χ. ανταγωνισμός και σύγκριση με άλλα μέλη της οικογένειας) φαίνεται να προωθούν μια αρνητική εικόνα για το σώμα (Holsen και συνεργάτες, 2012).

Παρόλο που η επιλογή της ιδανικής εικόνας σώματος είναι περισσότερο αποτέλεσμα κοινωνικών και περιβαλλοντικών επιρροών, ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε διάφορες αισθητικές παραμέτρους του σώματός μας (π.χ. σχήμα και μέγεθος) πιθανότατα έχει και γενετική βάση.

Μελέτες διδύμων έδειξαν ότι η ικανότητα να αξιολογούμε με ακρίβεια αυτές τις παραμέτρους φαίνεται να είναι περισσότερο αποτέλεσμα γενετικής προδιάθεσης και να μην επηρεάζεται από περιβαλλοντικούς παράγοντες όπως είναι το στυλ διαπαιδαγώγησης των γονέων. Το παραπάνω εύρημα ενισχύεται και από τα αποτελέσματα άλλων κλινικών ερευνών που καταδεικνύουν την ύπαρξη οικογενειακού ιστορικού σε περιπτώσεις ατόμων που πάσχουν από διαταραχές πρόσληψης τροφής ή σωματόμορφες διαταραχές (Liechty, 2010).

Η έλλειψη ικανοποίησης με την εικόνα του σώματος δεν έχει επιπτώσεις μόνο σε ψυχολογικό, σωματικό και διαπροσωπικό επίπεδο, αλλά πλήττει και οικονομικά το άτομο αν σκεφτούμε τις πρακτικές που μπορεί να εφαρμόσει κάποιος για να μειώσει το χάσμα μεταξύ της πραγματικής και της ιδανικής εξωτερικής εμφάνισης.

Πρέπει να θυμόμαστε ότι η εικόνα του σώματος δεν σχετίζεται με το πως πραγματικά είναι το σώμα μας, αλλά με το πως το αντιλαμβανόμαστε σε κοινωνικο-γνωστικό επίπεδο. Φυσικά, τα βιολογικώς προσδιορισμένα σωματικά χαρακτηριστικά μας επηρεάζουν σε κάποιο βαθμό την αντίληψή μας, αλλά το τελικό αποτέλεσμα της κρίσης μας είναι απόρροια της αλληλεπίδρασης πολλών και σύνθετων παραγόντων.

Η αρνητική εικόνα για το σώμα μας δεν οφείλεται μόνο στην υφιστάμενη πίεση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης ή των εκάστοτε κοινωνικών προτύπων, αλλά οι αιτίες της διαμόρφωσής της πρέπει να αναζητηθούν στις σχέσεις με τους σημαντικούς άλλους και τον εαυτό.

Έρευνες (π.χ. Geraghty, Wood, και Hyland, 2010) έχουν δείξει ότι η ψυχοθεραπεία μέσω της χρήσης τεχνικών όπως είναι η γνωστική αναδόμηση και η καταγραφή σκέψεων, συναισθημάτων και συμπεριφορών που αφορούν την αυτο-εικόνα, βελτιώνει σημαντικά τα επίπεδα ικανοποίησης του ατόμου αναφορικά με την εικόνα του σώματός του. Μέσω της θεραπείας, το άτομο μαθαίνει σταδιακά να ελέγχει και να κατανοεί καλύτερα τα δυσάρεστα συναισθήματα, και τις ανεπιθύμητες σκέψεις ή συμπεριφορές που συνδέονται με την αρνητική εικόνα του σώματός του και να συνειδητοποιεί τις πιθανές αιτίες αυτών των ζητημάτων.

Τέλος, το άτομο μέσα από την ψυχοθεραπευτική διαδικασία ενισχύεται ώστε να αξιολογεί με έναν πιο κριτικό τρόπο το περιεχόμενο των κοινωνικών πληροφοριών στις οποίες εκτίθεται, ενώ παράλληλα ενθαρρύνεται να αναγνωρίζει τον χαρακτήρα και την ομορφιά της μοναδικότητας του κάθε ανθρώπου.


Βιβλιογραφία

  • Barlett, C. P., Vowels, C. L., & Saucier, D. A. (2008). Meta-analyses of the effects of media images on men’s body-image concerns. Journal Of Social & Clinical Psychology, 27(3), 279-310.
  • Burroes, N. (2013). Body image-A rapid evidence assessment of the literature. A project on behalf of the Government Equalities Office.
  • Geraghty, A. A., Wood, A. M., & Hyland, M. E. (2010). Attrition from self-directed interventions: Investigating the relationship between psychological predictors, intervention content and dropout from a body dissatisfaction intervention. Social Science & Medicine, 71(1), 30-37.
  • Goldfield, G. S., Moore, C., Henderson, K., Buchholz, A., Obeid, N., & Flament, M. F. (2010). Body Dissatisfaction, Dietary Restraint, Depression, and Weight Status in Adolescents. Journal Of School Health, 80(4), 186-192.
  • Holmstrom, A. J. (2004). The Effects of the Media on Body Image: A Meta-Analysis. Journal Of Broadcasting & Electronic Media, 48(2), 196-217.
  • Holsen, I., Carlson Jones, D., & Skogbrott Birkeland, M. (2012). Body image satisfaction among Norwegian adolescents and young adults: a longitudinal study of the influence of interpersonal relationships and BMI. Body Image, 9(2), 201-208.
  • Liechty, J. (2010). Body image distortion and three types of weight loss behaviors among non-overweight girls in the United States. The Journal Of Adolescent Health: Official Publication Of The Society For Adolescent Medicine, 47(2), 176-182.
  • Roberts, A., & Good, E. (2010). Media images and female body dissatisfaction: The moderating effects of the Five-Factor traits. Eating Behaviors, 11, 211-216. doi:10.1016/j.eatbeh.2010.04.002
  • Tiwari, G. K. (2014). Body image satisfaction enhances self-esteem. Vaichariki IV(4), 7-11.
  • Xanthopoulos, M., Borradaile, K., Hayes, S., Sherman, S., Vander Veur, S., Grundy, K., & Foster, G. (2011). The impact of weight, sex, and race/ethnicity on body dissatisfaction among urban children. Body Image, 8(4), 385-389.
Κάντε like στην σελίδα μας στο Facebook 
Ακολουθήστε μας στο Twitter 

Σχετικά Άρθρα

Εγγραφείτε για να λαμβάνετε το newsletter μας!

Βρείτε μας στα...