Δημήτρης Κατσίκης

Αντιμετώπιση του θυμού σε παιδιά και εφήβους: Μια Λογικοθυμική Συμπεριφορική Προσέγγιση

Αντιμετώπιση του θυμού σε παιδιά και εφήβους: Μια Λογικοθυμική Συμπεριφορική Προσέγγιση

Δημήτρης Κατσίκης
θυμός παιδιά έφηβοι

Ο θυμός είναι ένα πολύπλευρο συναίσθημα το οποίο περιλαμβάνει ενόχληση, απογοήτευση, δυσαρέσκεια και εκνευρισμό.


Σε περίπτωση που πρόκειται για υγιή θυμό, το παιδί κινητοποιείται σε δράση, είναι σε επαφή με την πραγματικότητα και δεν παρεμποδίζει την επίτευξη των στόχων του. Σε περίπτωση που πρόκειται για μη υγιή θυμό, το παιδί, μπορεί να καταφύγει σε ενεργητική ή και παθητική επιθετικότητα, διαστρεβλώνει την πραγματικότητα μέσω παραμορφωμένης σκέψης και παρεμποδίζει ή και αναστέλλει την επίτευξη των στόχων του. Ο μη υγιής θυμός συνοδεύεται επίσης από οργή, μίσος, πίκρα, περιφρόνηση και εχθρότητα.

Σύμφωνα με τη Λογικοθυμική Συμπεριφορική Θεωρία, την πρώτη γνωσιακή συμπεριφορική προσέγγιση στην ψυχολογική πρακτική (π.χ. Ellis, 1994), ο μη υγιής θυμός οφείλεται σε απαιτητικότητα («Θέλω να έχω αυτό το παιχνίδι και για αυτό πρέπει οπωσδήποτε να το έχω»), σε μη ανεκτικότητα της ματαίωσης («Είναι δύσκολο να ξέρω ότι δε θα έχω αυτό τι παιχνίδι και αυτό δεν το αντέχω καθόλου») και σε σφαιρική εκτίμηση της αξίας των άλλων («Επειδή η μαμά μου δε μου παίρνει αυτό το παιχνίδι, είναι μια τελείως κακιά μαμά») για επιμέρους συμπεριφορές τους (David, Lynn, &Ellis, 2010).

Πολλά παιδιά και έφηβοι έχουν την φυσική τάση (και πολλές φορές έχουν ενισχυθεί και από το περιβάλλον) να μετατρέπουν τις επιθυμίες τους (π.χ. «Θέλω να έχω αυτό το παιχνίδι, αλλά δε χρειάζεται απαραίτητα να το έχω») σε απόλυτες απαιτήσεις («Θέλω να έχω αυτό το παιχνίδι και άρα πρέπει να το έχω»). Στην πρώτη περίπτωση προκαλούν υγιή θυμό στον εαυτό τους με αποτέλεσμα να μπορούν να το διεκδικήσουν με υγιείς τρόπους αν πραγματικά το θέλουν, ενώ στη δεύτερη περίπτωση προκαλούν μη υγιή θυμό στον εαυτό τους και είτε επιτίθενται με ενεργητικό είτε με επιθετικό τρόπο προκαλώντας βλαβερή αναστάτωση στον εαυτό τους και στο περιβάλλον τους.

Ο θυμός εμφανίζεται συχνά σε παιδιά και εφήβους που πιστεύουν ότι ο προσωπικός τους χώρος παραβιάζεται, ότι τα δικαιώματά τους απειλούνται ή ότι η προσωπικότητά τους έχει δεχθεί ένα πλήγμα αδικίας από κάποιον άλλο ή από κάποια κατάσταση (πραγματική ή αντιλαμβανόμενη). Εξαιτίας των χαμηλών γνωσιακών ικανοτήτων τους, τα παιδιά συχνά υποθέτουν ότι οι άλλοι επιτίθενται με επιτηδευμένο τρόπο προς εκείνα ενώ συχνά δε συμβαίνει κάτι τέτοιο. Επιπλέον, τα στοιχεία εγωκεντρισμού των παιδιών συνεισφέρουν σημαντικά στην πεποίθησή τους ότι θα ήθελαν, και άρα θα έπρεπε, οι άλλοι να ακολουθούν τους δικούς τους κανόνες. Και πάλι η μετατροπή μια ευέλικτης σκέψης (επιθυμίας) σε μια άκαμπτη σκέψη (απαίτηση) αποτελεί τον πυρηνικό μηχανισμό ο οποίος τροφοδοτεί έμμεσα (σε συνδυασμό με τη μη ανεκτικότητα στη ματαίωση και την σφαιρική εκτίμηση των άλλων) τον θυμό προς τους άλλους ή προς τον εαυτό (ωστόσο, σε αυτή την περίπτωση υπάρχει σφαιρική εκτίμηση του εαυτού και όχι των άλλων).

Ο θυμός κατευθύνεται προς τον κόσμο, τον εαυτό και τους άλλους. Τα παιδιά και οι έφηβοι που θυμώνουν με τον κόσμο τείνουν να απαιτούν ότι η ζωή θα έπρεπε να τους προσφέρει άμεσα αυτά που θέλουν και ότι τα πάντα θα έπρεπε οπωσδήποτε να είναι δίκαια και ακριβή. Ιδιαίτερα οι έφηβοι, οι οποίοι διακρίνονται συχνά από ιδεαλισμό, διαθέτουν ιδιαίτερα αυστηρές ιδέες για το πώς ο κόσμος θα έπρεπε να είναι και το πώς θα έπρεπε να τους συμπεριφέρεται. Τα παιδιά και οι έφηβοι που θυμώνουν με τον εαυτό τους, πιστεύουν ότι θα έπρεπε να είχαν πράξει διαφορετικά από ό,τι έπραξαν (απαιτητικότητα) και ότι αυτό αποδεικνύει το πόσο κακά (ή όχι καλά) άτομα είναι. Ο θυμός προς τον εαυτό συνδέεται επίσης με κατάθλιψη, ενοχή και ψυχολογικό πόνο στη συνέχεια. Όταν τα παιδιά είναι θυμωμένα με τους άλλους, πιστεύουν ότι παραβιάστηκαν οι κανόνες τους και ότι οι άλλοι δε θα έπρεπε να τους συμπεριφέρονται με άσχημο τρόπο, ότι είναι άσχημο και άρα τραγικό, ότι αυτό είναι δύσκολο και άρα δεν το αντέχουν και ότι όσοι έκαναν αυτό το λάθος αξίζουν τιμωρίας.

Δυστυχώς, πάρα πολλά παιδιά σήμερα ανατρέφονται σε περιβάλλοντα όπου επικρατεί ευρεία κακομεταχείριση, παραβίαση κανόνων και επιθετική συμπεριφορά από τους άλλους. Σε αυτές τις συνθήκες, και δεδομένων των γνωσιακών ελλειμμάτων των παιδιών (και πολλών εφήβων επίσης), καθώς και της φυσικής τάσης πολλών παιδιών προς τον μη υγιή θυμό, είναι δύσκολο να μάθουν να αντιμετωπίζουν με εποικοδομητικό τρόπο μια κατάσταση στην οποία έχουν πολύ λίγο έλεγχο. Επειδή ο θυμός μπορεί να οδηγήσει πολύ εύκολα σε εναντιωματική προκλητική συμπεριφορά, σε μη ορθή συμπεριφορά (η οποία μπορεί να γίνει χρόνια), σε λεκτική και σωματική επιθετικότητα και σε άλλες μορφές εκδραμάτισης, είναι σημαντικό να βοηθήσουμε τα παιδιά και τους εφήβους να εντοπίζουν και να αμφισβητούν τις μη ορθολογικές σκέψεις που υιοθετούν και διατηρούν τον θυμό τους στο πέρασμα του χρόνου. Για παράδειγμα, μπορούμε να ρωτήσουμε ένα παιδί, «Που είναι γραμμένο ότι πρέπει πάντα να έχεις αυτό που θέλεις, ότι ο κόσμος πρέπει πάντα να είναι δίκαιος και ότι πάντα θα πρέπει να γίνονται τα πράγματα όπως τα θέλεις;», «Πώς σε βοηθά ο θυμός να πετύχεις αυτό που θέλεις;», «Γιατί σου κάνει κακό ο θυμός σου;».

Οι παραπάνω ερωτήσεις μπορούν να βοηθήσουν πολλά παιδιά και εφήβους να αναρωτηθούν για τις πραγματικές συνέπειες του θυμού τους και να εγκαταλείψουν τη συνήθη απροθυμία που τα/τους διακρίνει συχνά να ξεφορτωθούν τον θυμό τους. Σε αυτό το σημείο βοηθά ιδιαίτερα να τους πείσουμε ότι ο θυμός μπορεί να εξακολουθεί να υπάρχει (γιατί έτσι κι αλλιώς μπορεί η κατάσταση να είναι πράγματι άδικη) αλλά ότι αυτός μπορεί να είναι υγιής («καλός θυμός») γιατί έτσι μπορούν να σκεφτούν νέους τρόπους να πετύχουν τον στόχο τους. Η αμφισβήτηση από την πλευρά μας μέσω των παραπάνω, και άλλων παρόμοιων, ερωτήσεων πρέπει να είναι ενεργητική και κατευθυντική, επίμονη και με σημαντικές δόσεις υπομονής δεδομένου ότι ο θυμός αποτελεί ένα ιδιαίτερα δυναμικό συναίσθημα το οποίο ενδυναμώνει τα παιδιά τα οποία πιστεύουν ότι έχουν απόλυτο δίκιο και ότι έτσι είναι πιο δυνατά (εδώ αξίζει να τα βοηθήσουμε να καταλάβουν ότι τελικά χάνουν, και δεν κερδίζουν το δίκιο τους, παρότι μπορεί συχνά να καταφέρνουν, προσωρινά, να παίρνουν αυτό που θέλουν διά της βίας). Για αυτό είναι σημαντικό να ασκηθούν στην αναγνώριση των πλεονεκτημάτων και των μειονεκτημάτων του θυμού και των συνοδών συμπεριφορών τους.

Συνήθεις επιπτώσεις του θυμού τους (οι οποίες γίνονται κατανοητές ακόμη και από τα πιο απαιτητικά παιδιά) είναι ότι ο θυμός τους έχει συχνά ως συνέπεια την τιμωρία τους, την αποβολή από το σχολείο και άλλους φορείς και την σωματική βλάβη σε συγκρούσεις με συνομήλικους μεταξύ άλλων. Είναι σημαντικό να τους δείξουμε ότι με το να θυμώνουν μη υγιώς, τελικά χάνουν τον αυτοέλεγχό τους και ξεμένουν από «καύσιμα» (ιδέες αντιμετώπισης της κατάστασης που τους απασχολεί). Έτσι, ο θυμός τα καθιστά αδύναμα και όχι δυνατά όπως θέλουν και επιδιώκουν.

Αξίζει να σημειωθεί ότι σε εφήβους με πιο εκλεπτυσμένη σκέψη, είναι σημαντικό να αμφισβητηθούν και πεποιθήσεις περί δικαιωματικής κατοχής προνομίων («Δικαιούμαι οπωσδήποτε να έχω αυτό που θέλω εδώ και τώρα») βοηθώντας τους να κατανοήσουν ότι οι πεποιθήσεις αυτές δεν είναι αληθινές και παραγωγικές και βοηθώντας τους να υιοθετήσουν ιδέες οι οποίες είναι πιο ευέλικτες, ρεαλιστικές και παραγωγικές όπως  («Επειδή θα ήταν δίκαιο να έχω αυτό που θέλω εδώ και τώρα αυτό δε σημαίνει ότι δικαιούμαι να το έχω οπωσδήποτε εδώ και τώρα»).

Επειδή συχνά τα παιδιά και οι έφηβοι δεν επιθυμούν να παραχωρούν στους άλλους τον έλεγχο τον καταστάσεων, αυτό από μόνο του αποτελεί έναν σημαντικό παρακινητικό παράγοντα για να δουλέψουν με σκοπό τη μετατροπή του μη υγιούς θυμού σε υγιή. Είναι εξίσου σημαντικό να διδάξουμε τα παιδιά ότι στην πραγματικότητα δε μπορούν να ελέγξουν τις περισσότερες καταστάσεις αλλά ότι πράγματι μπορούν να ελέγξουν τις συναισθηματικές και συμπεριφορικές τους αντιδράσεις σε διαφορετικά γεγονότα και καταστάσεις με αποτέλεσμα να εξοπλίζονται με περισσότερες αντοχές για τη συνέχεια.  

Είναι επίσης σημαντικό να τους δείξουμε το πώς ο θυμός θολώνει την κρίση τους καθώς και τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων και επίλυσης προβλημάτων και τους τοποθετεί μέσα σε ένα ομιχλώδες τοπίο το οποίο προκαλεί όλο και περισσότερη σύγχυση.

Οι μη ορθολογικές πεποιθήσεις που συνδέονται με τον θυμό είναι:

• Επειδή θέλω να έχω αυτό που θέλω τότε και πρέπει οπωσδήποτε να έχω αυτό που θέλω

• Επειδή θέλω ο κόσμος να είναι δίκαιος τότε και πρέπει να είναι οπωσδήποτε δίκαιος

• Επειδή θέλω τα πράγματα να πάνε όπως τα θέλω, τότε και πρέπει να πάνε όπως τα θέλω γιατί το δικαιούμαι απόλυτα.

• Επειδή θέλω οι άλλοι να μου συμπεριφέρονται με τον τρόπο που θέλω, τότε και πρέπει να το κάνουν κάθε στιγμή, και όταν δεν το κάνουν, τότε τους αξίζει η απόλυτη τιμωρία

Οι παραπάνω προσπάθειες μπορούν να λάβουν χώρα στο πλαίσιο ατομικής συνάντησης με το παιδί, στο πλαίσιο ομαδικής συμβουλευτικής, στο πλαίσιο ομάδων επίλυσης συγκρούσεων, στο πλαίσιο διδασκαλίας δεξιοτήτων κριτικής σκέψης, επεξεργασίας κοινωνικά σημαντικών πληροφοριών (πβ. Lochman, Wells, &Lenhart, 2008) και ενσυναίσθησης, σε ομάδες κοινωνικών δεξιοτήτων και επίλυσης διαπροσωπικών προβλημάτων, σε ομάδες ανάπτυξης δεξιοτήτων κοινωνικής επίγνωσης και ενημερότητας, σε ομάδες διαχείρισης διαταραχών θυμού (με τη χρήση τεχνικών διακοπής δραστηριοτήτων για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα (σε συνδυασμό με αμφισβήτηση και αναζήτηση εναλλακτικών λύσεων για γνωσιακή αλλαγή την ίδια στιγμή), σε ομάδες ανάπτυξης δεξιοτήτων διεκδικητικότητας κ.α.

Ως ενημερωμένοι και υπεύθυνοι χρήστες υπηρεσιών ψυχικής υγείας, είναι σημαντικό να ζητάτε να εφαρμόζονται οι παραπάνω εμπειρικά βασισμένες διαδικασίες (πβ. Ellis & Bernard 2009) με σκοπό την αποτελεσματική αντιμετώπιση του θυμού των παιδιών και των εφήβων τους οποίους ανατρέφετε ή με τους οποίους εργάζεστε.


Βιβλιογραφία

David, D., Lynn, S., &Ellis. A. (2010). Rational and irrational beliefs. Implications for research, theory, and practice. New York: Oxford University Press.

Ellis, A. (1994). Reason and emotion in psychotherapy(Rev. Ed.). Secaucus, NJ: Birscj Lane.

Ellis, A., & Bernard, M. E. (2006). Rational Emotive Behavioral approaches to childhood disorders: Theory, practice and research. New York: Springer.

Lochman, J. E., Wells, K., &Lenhart, L. (2008). Coping Power: Child group facilitator's guide. NewYork: OxfordUniversityPress.

Vernon, A. (2009). More what works when with children and adolescents: A handbook of individual counseling techniques.Champaign, IL: Research Press.

Κάντε like στην σελίδα μας στο Facebook 
Ακολουθήστε μας στο Twitter 

Εγγραφείτε για να λαμβάνετε το newsletter μας!

Βρείτε μας στα...