Η εφηβεία είναι μια συναισθηματικά απαιτητική περίοδος στη ζωή του ατόμου, γεμάτη συγκρούσεις, αμφιβολίες και την ανάγκη για επανασύσταση μιας νέας ταυτότητας.
Στις ψυχαναλυτικές θεωρίες, η εφηβεία συχνά περιγράφεται ως «δεύτερη γέννηση» καθώς αφορά την περίοδο του ατόμου που καλείται να αποχωριστεί τη γνώριμη, έως τώρα, παιδική του ταυτότητα και να αναδυθεί εκ νέου με το «βάρος» της νέας, ενήλικης ταυτότητάς του. Η μετάβαση αυτή εμπεριέχει έντονα συναισθήματα πένθους και απώλειας, καθώς και ασυνείδητες συγκρούσεις και την ανάγκη διαμόρφωσης ενός νέου «Εγώ». Οι διεργασίες αυτές συχνά εκδηλώνονται με τρόπους τους οποίους η κοινωνία ονομάζει «παραβατικούς». Η πολύπλοκη φύση αυτής της παραβατικότητας εκφράζει την πάλη ανάμεσα στην ανάγκη του ατόμου για ελευθερία και στον φόβο της εγκατάλειψης, όπως μπορεί να «φωτιστεί» μέσω της ψυχαναλυτικής σκέψης.
Η βία και η καταστροφικότητα αποτελούν δύο από τις πιο συνήθεις μορφές μέσα από τις οποίες εκδηλώνονται οι εφηβικές ψυχικές συγκρούσεις. Συνήθως, συμπεριφορές όπως βανδαλισμοί, ομαδικές συμπλοκές και σωματικές επιθέσεις, μεταφράζονται στο ψυχαναλυτικό πλαίσιο ως απόπειρες εκφόρτισης των ψυχικών συγκρούσεων. Οι συγκρούσεις αυτές, όταν δεν βρίσκουν δημιουργική εκτόνωση, όπως η ενασχόληση με κάποιο άθλημα, με συλλογικές δραστηριότητες που ενισχύουν τη διαμόρφωση κοινωνικών δεσμών ή με συμβολικές μορφές έκφρασης όπως η μουσική και η τέχνη, μπορεί να στραφούν προς τα έξω, εκδηλούμενες μέσα από πράξεις βίας. Παράλληλα, όταν το περιβάλλον του εφήβου δεν είναι αρκετά υποστηρικτικό ή συναισθηματικά διαθέσιμο και δεν παρέχει το κατάλληλο «κράτημα» σε μια ψυχικά δύσκολη περίοδο που διανύει, οι βίαιες πράξεις του μπορούν να ιδωθούν ως μια απέλπιδα προσπάθεια αναγνώρισης∙ μια προσπάθεια να δοκιμάσει τα όρια του περιβάλλοντός του, όταν οι συναισθηματικοί δεσμοί μοιάζουν ανεπαρκείς ή ασταθείς.
Συχνά, οι έφηβοι παρουσιάζουν την ανάγκη για «μικροκλοπές», όπως η κλοπή αντικειμένων μικρής αξίας από καταστήματα ή συμμαθητές, που αποτελούν πράξεις με βαθιά ψυχική σημασία. Στο ψυχαναλυτικό πλαίσιο, η Anna Freud υποστήριξε ότι, όταν η αίσθηση της ταυτότητας είναι ακόμη εύθραυστη, τέτοιες συμπεριφορές μπορούν να ιδωθούν ως προσπάθειες ενίσχυσης του. Μέσω των μικρών αυτών κλοπών, ο έφηβος επιχειρεί ασυνείδητα να αποκτήσει μια αίσθηση εσωτερικής πληρότητας, «παίρνοντας» κάτι από τον εξωτερικό κόσμο.
Παράλληλα, στα ψυχαναλυτικά κείμενα, η εφηβεία περιγράφεται ως «δεύτερη διαδικασία αποχωρισμού-εξατομίκευσης», δηλαδή ως την ανάγκη του εφήβου να αυτονομηθεί και να διαχωριστεί από το οικογενειακό περιβάλλον, προκειμένου να σταθεί ως ανεξάρτητος ενήλικας. Στο πλαίσιο αυτής της θεωρίας, μια πράξη μικροκλοπής μπορεί να συμβολίζει τη διεκδίκηση αυτονομίας, καθώς και μια απόπειρα ελέγχου του γονεϊκού αντικειμένου. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι πρόκειται για μια εκδραμάτιση της ασυνείδητης φαντασίωσης: «Μπορώ να αποκτήσω χωρίς να ζητήσω». Για τον ίδιο λόγο, κατά την εφηβεία παρατηρούνται συχνά εντάσεις στο οικογενειακό περιβάλλον, συγκρούσεις με τους γονείς και άρνηση συμμόρφωσης. Οι συμπεριφορές αυτές δεν συνιστούν απλώς ανυπακοή, αλλά εκφράζουν τον τρόπο με τον οποίο ο έφηβος επιχειρεί να διαχειριστεί τη σύγκρουση ανάμεσα στην εξάρτηση και την ανάγκη για αυτονομία.
Η επικίνδυνη ή απροστάτευτη σεξουαλική συμπεριφορά κατανοείται, στο ψυχαναλυτικό πλαίσιο, ως αναβίωση του οιδιπόδειου συμπλέγματος. Σύμφωνα με τον Freud, η εφηβεία αποτελεί μια περίοδο επανεμφάνισης των παιδικών σεξουαλικών επιθυμιών. Η διαφορά είναι ότι, αυτή τη φορά, η libido που επαναδραστηριοποιείται, στρέφεται προς σε εξωτερικά αντικείμενα αγάπης και όχι προς τις μέχρι τότε οικογενειακές φιγούρες. Το Εγώ, σε αυτή τη φάση ζωής, χρειάζεται πολύ μεγάλη επένδυση και ισχυρούς αμυντικούς μηχανισμούς, καθώς έρχονται στην επιφάνεια έντονα συναισθήματα όπως η επιθυμία, η ενοχή, η ντροπή και ο φόβος της απώλειας της γονεϊκής αγάπης. Όταν η ψυχική επεξεργασία αυτών των συναισθημάτων γίνεται δύσκολη, τότε ο έφηβος, προκειμένου να καθησυχάσει τις ασυνείδητες αγωνίες και συγκρούσεις του, προβαίνει σε ριψοκίνδυνες σεξουαλικές εμπειρίες ή προκλητική έκθεση στο διαδίκτυο. Ψυχαναλυτικά, μια τέτοια συμπεριφορά μπορεί να ιδωθεί ως έκφραση της ανάγκης του εφήβου να γίνει «ορατός», δηλαδή να αναγνωριστεί από τους γονείς ή από τους σημαντικούς άλλους (φίλους, δασκάλους), επιβεβαιώνοντας έτσι τη σύγκρουση ανάμεσα στην αυτονομία και στην ανάγκη για συναισθηματικό δεσμό.
Τέλος, στη σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα, παρατηρείται συχνά το φαινόμενο του διαδικτυακού εκφοβισμού (cyberbullying). Η ανωνυμία και η απόσταση που προσφέρει ο χώρος του διαδικτύου δημιουργούν για τον έφηβο έναν φαινομενικά «ασφαλή» χώρο εκτόνωσης των συναισθημάτων του, όπου μπορούν να εκφραστούν ο θυμός, η ζήλια και άλλα συναισθήματα, χωρίς άμεσες συνέπειες. Σύμφωνα με τον θεωρητικό Heinz Kohut, το φαινόμενο αυτό συνδέεται με ναρκισσιστικές φαντασιώσεις παντοδυναμίας: προκειμένου να ισορροπήσει ψυχικά η αίσθηση μειονεξίας και αστάθειας του νεοσύστατου Εγώ, ο έφηβος επιδίδεται σε λόγια που τον κάνουν να νιώσει ισχυρός και αναγνωρισμένος, προστατευμένος πίσω από την απόσταση της οθόνης.
Ο Winnicott, από την πλευρά του, υπογράμμισε την ανάγκη ύπαρξης ενός σταθερού συναισθηματικά περιβάλλοντος από την οικογένεια, το οποίο θα βοηθήσει τον έφηβο να αναπτύξει τον «αληθινό εαυτό» του. Όταν κάτι τέτοιο είναι ελλιπές ή ασταθές, ο έφηβος καταφεύγει στην ανωνυμία και στην ψηφιακή απόσταση, όπου μπορεί να δοκιμάσει τα όρια του εαυτού του και της δύναμής του χωρίς να υπάρχει ο φόβος της απόρριψης ή της τιμωρίας. Πρόκειται για ένα «παιχνίδι επιβίωσης», όπου η επιθετικότητα αποκτά συμβολική μορφή, επιτρέποντας στον έφηβο να εκτονώσει τη συναισθηματική του ένταση.
Η εφηβεία είναι μια συναισθηματικά απαιτητική περίοδος στη ζωή του ατόμου, γεμάτη συγκρούσεις, αμφιβολίες και την ανάγκη για επανασύσταση μιας νέας ταυτότητας. Απαιτείται όχι μόνο από τον ίδιο τον έφηβο, αλλά και από το γονεϊκό και κοινωνικό περιβάλλον του, να αντέξει αυτές τις συγκρούσεις με τις οποίες έρχεται αντιμέτωπος, όσο το δυνατόν πιο αποτελεσματικά. Μέσα από το ψυχαναλυτικό πρίσμα, η παραβατικότητα γίνεται «γλώσσα» του ασυνειδήτου: η επιτυχία της κατανόησης αυτής της γλώσσας στοχεύει στην αναγνώριση των καθημερινών εσωτερικών αγώνων των εφήβων που καθορίζουν την υγιή μετάβασή τους από την παιδικότητα στην ενήλικη ζωή.
Συγγραφέας: Μάγειρα Ειρήνη, Ψυχολόγος/ Εκπαιδευόμενη Ψυχοδυναμική-Ψυχαναλυτική Ψυχοθεραπεύτρια, Κέντρο Ψυχικής Υγείας ΑΡΚΕΣΙΣ, Επικοινωνία: 217 000 5353 & info@arkesis.com.gr










