Η δολοφονία της Iryna Zarutska στο μετρό του Σάρλοτ ανέδειξε όχι μόνο τη βία, αλλά και την παθητικότητα του πλήθους. Το φαινόμενο του θεατή (bystander effect) φανερώνει βαθύτερους ψυχολογικούς μηχανισμούς που καθορίζουν την ανθρώπινη συμπεριφορά σε κρίσιμες στιγμές.
Η πρόσφατη δολοφονία της Iryna Zarutska σε κατάμεστο βαγόνι του μετρό στο Σάρλοτ της Βόρειας Καρολίνας συγκλόνισε την κοινή γνώμη. Παρά την παρουσία των επιβατών, ελάχιστοι παρενέβησαν ή κάλεσαν εγκαίρως βοήθεια, με αποτέλεσμα η νεαρή γυναίκα να χάσει τη ζωή της μπροστά σε ένα παθητικό πλήθος.
Το σοκ από την αδράνεια του πλήθους στάθηκε σχεδόν εξίσου ισχυρό με την ίδια την τραγική πράξη.
Το περιστατικό αυτό ωστόσο δεν αποτελεί μεμονωμένο γεγονός· αντίθετα, εντάσσεται σε ένα ευρύτερο κοινωνικοψυχολογικό πλαίσιο και αναδεικνύει με έντονο τρόπο τους ψυχολογικούς μηχανισμούς που έχουν τεκμηριωθεί τόσο σε ερευνητικά πειράματα όσο και σε ιστορικές υποθέσεις.
Ιστορική αφετηρία: Η υπόθεση Kitty Genovese και η ανάδειξη του φαινομένου
Η μελέτη της ανθρώπινης συμπεριφοράς σε συνθήκες έκτακτης ανάγκης αποτελεί κεντρικό ζήτημα της κοινωνικής ψυχολογίας. Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά φαινόμενα που αναδεικνύουν τον ρόλο της κοινωνικής επιρροής είναι το φαινόμενο του θεατή (bystander effect). Ο όρος αναφέρεται στην τάση των ανθρώπων να παραμένουν παθητικοί και να μην παρεμβαίνουν σε κρίσιμες καταστάσεις, όταν παρόντες είναι πολλοί άλλοι μάρτυρες.
Όσο μεγαλύτερος είναι ο αριθμός των παρευρισκομένων, τόσο μικρότερη φαίνεται να είναι η πιθανότητα ότι κάποιος από αυτούς θα δράσει.
Ο όρος διατυπώθηκε το 1969 από τους κοινωνικούς ψυχολόγους Bibb Latané και John Darley, με αφορμή τη δολοφονία της Kitty Genovese στη Νέα Υόρκη, στις 13 Μαρτίου 1964. Η 28χρονη γυναίκα δέχτηκε πολλαπλές επιθέσεις με μαχαίρι έξω από το σπίτι της και, παρά τις απεγνωσμένες εκκλήσεις της για βοήθεια, κανείς από τους –κατά τις τότε αναφορές– 37 μάρτυρες δεν παρενέβη εγκαίρως.
Η αστυνομία ειδοποιήθηκε μόνον αφού είχε επαναληφθεί η επίθεση και ήταν πλέον αργά. Σε συνεντεύξεις που δόθηκαν αργότερα, κάποιοι γείτονες επικαλέστηκαν φόβο ή αδιαφορία: «Δεν ήθελα να μπλέξω», «Φοβόμουν», «Ήμουν κουρασμένος και πήγα ξανά για ύπνο».
Οι Latané και Darley απέδωσαν την αδράνεια αυτή σε δύο βασικούς μηχανισμούς:
- Διάχυση της ευθύνης : όσο περισσότεροι άνθρωποι είναι παρόντες, τόσο μικρότερη προσωπική ευθύνη νιώθει το κάθε άτομο.
- Κοινωνική επιρροή : η τάση των ατόμων να παρατηρούν τις αντιδράσεις των άλλων και να προσαρμόζουν τη συμπεριφορά τους ανάλογα.
Παρά το γεγονός ότι μεταγενέστερες έρευνες αμφισβήτησαν ορισμένες λεπτομέρειες της υπόθεσης (όπως τον ακριβή αριθμό των μαρτύρων), η ιστορία της Genovese αποτέλεσε σημείο αναφοράς για την κοινωνική ψυχολογία και οδήγησε σε συστηματική πειραματική διερεύνηση του φαινομένου, αλλά και στη θεσμοθέτηση και καθιέρωση του αριθμού έκτακτης ανάγκης για την Αμερική, το 911, που μέχρι τότε δεν υπήρχε.
Ερευνητική τεκμηρίωση
Η ύπαρξη του φαινομένου του θεατή δεν έμεινε μόνο σε θεωρητικό επίπεδο· επιβεβαιώθηκε μέσα από μια σειρά πειραμάτων που άφησαν το στίγμα τους στην κοινωνική ψυχολογία.
Σε ένα από τα πιο γνωστά, οι Darley και Latané (1968) κάλεσαν φοιτητές του Πανεπιστημίου Columbia να συμμετάσχουν σε μια «ομαδική συζήτηση» μέσω μικροφώνων, δίνοντας την εντύπωση ότι βρίσκονταν σε διαφορετικά δωμάτια μαζί με άλλους συμφοιτητές. Στην πραγματικότητα, οι «φωνές» των υπολοίπων ήταν ηχογραφημένες. Κατά τη διάρκεια της συζήτησης, ένας από τους φερόμενους συμμετέχοντες άρχισε να εμφανίζει μια σοβαρή κρίση (επιληπτικού τύπου).
Η αντίδραση των φοιτητών αποκάλυψε το μέγεθος του φαινομένου: μόλις το 31% όσων πίστευαν ότι βρίσκονταν σε ομάδα πέντε ατόμων ζήτησαν βοήθεια μέσα στα πρώτα λεπτά, ενώ το ποσοστό εκτοξευόταν στο 85% όταν νόμιζαν ότι ήταν οι μόνοι μάρτυρες. Το πείραμα αυτό ανέδειξε με σαφήνεια τη διάχυση ευθύνης και την τάση των ατόμων να αναμένουν ότι κάποιος άλλος θα παρέμβει.
Παρόμοια ευρήματα προέκυψαν και από το διάσημο «πείραμα με τον καπνό» (smoke-filled room experiment) των Latané και Darley (1968). Καθώς οι φοιτητές συμπλήρωναν ερωτηματολόγια, οι ερευνητές άρχισαν να διοχετεύουν καπνό στο δωμάτιο. Όταν οι συμμετέχοντες ήταν μόνοι, το 75% ανέφερε αμέσως την παρουσία καπνού, εκλαμβάνοντάς την ως ένδειξη πυρκαγιάς.
Όταν όμως βρίσκονταν μαζί με δύο άτομα που αγνοούσαν τον καπνό (στην πραγματικότητα συνεργάτες του πειράματος), μόλις το 10% κινητοποιήθηκε για να αναφέρει το περιστατικό. Η σιωπή και η απραξία των υπολοίπων λειτούργησε σαν σήμα ότι «δεν τρέχει τίποτα».
Σε μια ακόμη μελέτη, οι Latané και Rodin (1969) έβαλαν τους συμμετέχοντες να ακούσουν μια γυναίκα να φαίνεται ότι πέφτει και τραυματίζεται σε γειτονικό δωμάτιο. Όταν ήταν μόνοι, το 70% έσπευσε να βοηθήσει· όμως όταν υπήρχαν κι άλλοι παρόντες, το ποσοστό μειώθηκε στο 40%.
Οι μελέτες αυτές, σε συνδυασμό με πιο πρόσφατες μετα-αναλύσεις (Fischer et al., 2011), καταδεικνύουν με συνέπεια ότι η πιθανότητα παρέμβασης μειώνεται όσο αυξάνεται ο αριθμός των μαρτύρων, αναδεικνύοντας το φαινόμενο του θεατή ως ένα από τα πιο ανθεκτικά και τεκμηριωμένα φαινόμενα της κοινωνικής ψυχολογίας.
Κοινωνικοψυχολογικοί μηχανισμοί
Μετά από αυτά τα ερευνητικά ευρήματα, το ενδιαφέρον των κοινωνικών ψυχολόγων στράφηκε στην κατανόηση των εσωτερικών μηχανισμών που καθιστούν τους ανθρώπους παθητικούς παρατηρητές. Δηλαδή, ποιοι είναι οι ψυχολογικοί και κοινωνικοί παράγοντες που οδηγούν το άτομο να αποστασιοποιείται, ακόμη και όταν η ανάγκη για βοήθεια είναι εμφανής;
- Διάχυση ευθύνης (Diffusion of responsibility): Ο σημαντικότερος μηχανισμός είναι η «διάχυση της ευθύνης». Όταν πολλά άτομα είναι παρόντα, καθένα θεωρεί ότι η ευθύνη για δράση μοιράζεται στους υπόλοιπους. Η ευθύνη μοιάζει με μια ποσότητα νερού που μοιράζεται σε πολλά ποτήρια· όσο περισσότερα τα ποτήρια, τόσο μικρότερη η ποσότητα που αντιστοιχεί στο καθένα. Σε σκηνές εγκλήματος ή βίας, οι παρευρισκόμενοι συχνά πιστεύουν ότι «κάποιος άλλος θα καλέσει την αστυνομία», με αποτέλεσμα κανείς τελικά να μην ενεργεί.
- Κοινωνική επιρροή και μίμηση (Social influence): Ένας δεύτερος μηχανισμός είναι η κοινωνική επιρροή. Όσο περισσότεροι μάρτυρες παραμένουν αδρανείς, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να ακολουθήσουμε την ίδια στάση, θεωρώντας ότι η έλλειψη αντίδρασης υποδηλώνει πως το περιστατικό δεν απαιτεί παρέμβαση. Αυτός ο φαύλος κύκλος απραξίας μπορεί να ανασπαστεί μόνο όταν κάποιος τολμήσει να αντιδράσει, παρακινώντας με τη συμπεριφορά του και τους υπόλοιπους μάρτυρες να εμπλακούν.
- Αναστολή και φόβος (Audience inhibition): Σε ορισμένες περιπτώσεις, η εμφάνιση του φαινομένου του θεατή μπορεί να εξηγηθεί μέσω πιο απλών μηχανισμών. Έρευνες έχουν δείξει ότι οι μάρτυρες δεν απέχουν πάντα από την παροχή βοήθειας λόγω αδιαφορίας ή έλλειψης διάθεσης, αλλά συχνά εξαιτίας της αδυναμίας τους να γνωρίζουν ποια είναι η ενδεδειγμένη δράση ώστε να μην επιδεινώσουν την κατάσταση του θύματος ή να μη θέσουν σε κίνδυνο τη δική τους ασφάλεια (Cramer et al., 1988· Fischer et al., 2011). Για παράδειγμα, στην περίπτωση ενός σοβαρού ξυλοδαρμού, ένας παρατηρητής μπορεί να διστάσει να προσεγγίσει το θύμα είτε επειδή δεν διαθέτει επαρκείς γνώσεις είτε επειδή φοβάται ότι ο δράστης ενδέχεται να στραφεί εναντίον του.
Αντίθετα, όσο πιο απλή είναι μια κατάσταση και όσο μικρότερο εμφανίζεται το ρίσκο για τον ίδιο τον μάρτυρα, τόσο μεγαλύτερη είναι η πιθανότητα παρέμβασης. Για παράδειγμα, στην περίπτωση που κάποιος πέσει στο δρόμο και σπάσει το χέρι του, το περιστατικό γίνεται αντιληπτό ως λιγότερο απειλητικό και πιο διαχειρίσιμο, καθώς η προσφορά στοιχειώδους βοήθειας δεν εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους ούτε για τον παρευρισκόμενο ούτε για το ίδιο το θύμα. Έτσι, σε συνθήκες χαμηλής επικινδυνότητας, η προθυμία για δράση αυξάνεται αισθητά, γεγονός που καταδεικνύει τον καθοριστικό ρόλο της αντιλαμβανόμενης δυσκολίας και επικινδυνότητας στην κινητοποίηση των μαρτύρων.
- Αποπροσωποποίηση και συναισθηματική απόσταση (Deindividuation and emotional distance): Όταν ένα περιστατικό συμβαίνει παρουσία πλήθους, το θύμα τείνει να εκλαμβάνεται ως ένα «ξένο» άτομο, γεγονός που περιορίζει την ενσυναίσθηση και μειώνει την πιθανότητα προσωπικής ταύτισης με την κατάστασή του. Αυτή η συναισθηματική απόσταση λειτουργεί αποτρεπτικά στην κινητοποίηση για παρέμβαση, καθώς η έλλειψη αίσθησης οικειότητας καθιστά πιο αδύναμη την παρόρμηση για βοήθεια (Levine et al., 2005).
- Πολιτισμικοί παράγοντες (Cultural factors) : Η συχνότητα εμφάνισης του φαινομένου του θεατή δεν είναι ομοιόμορφη διαπολιτισμικά. Ερευνητικά δεδομένα και μετααναλύσεις έχουν καταδείξει ότι οι πολιτισμικές αξίες παίζουν καθοριστικό ρόλο: σε κοινωνίες με ατομικιστικό προσανατολισμό, όπως οι περισσότερες δυτικές, η πιθανότητα παρέμβασης τείνει να είναι χαμηλότερη· αντίθετα, σε κοινωνίες με συλλογιστικό προσανατολισμό, όπου δίνεται έμφαση στην αλληλεγγύη και την κοινωνική ευθύνη, όπως σε αρκετές ασιατικές χώρες, οι πιθανότητες παρέμβασης αυξάνονται σημαντικά (Levine et al., 2001).
Συμπεράσματα και προοπτικές
Τόσο τα πειράματα των ερευνητών όσο και τα πραγματικά περιστατικά της Kitty Genovese και της Iryna Zarutska καταδεικνύουν ότι η ανθρώπινη αδράνεια σε καταστάσεις κρίσης δεν είναι προϊόν αδιαφορίας, αλλά αποτέλεσμα ισχυρών ψυχολογικών και κοινωνικών μηχανισμών. Το φαινόμενο του θεατή, αν και συχνά παρουσιάζεται ως αναπόφευκτη ανθρώπινη τάση, δεν αποτελεί αμετάβλητο χαρακτηριστικό της κοινωνικής συμπεριφοράς.
Αντιθέτως, η έρευνα δείχνει ότι μπορεί να περιοριστεί μέσω ενημέρωσης, εκπαίδευσης και καλλιέργειας κοινωνικής υπευθυνότητας. Η ενίσχυση της ενσυναίσθησης και της ταύτισης με το θύμα, η εκπαίδευση σε δεξιότητες πρώτων βοηθειών και παρέμβασης σε κρίσεις, καθώς και η προαγωγή συλλογικών αξιών μέσα από την εκπαίδευση και την κοινωνική πολιτική, μπορούν να μειώσουν τη διάχυση ευθύνης και να ενισχύσουν την προθυμία για δράση (Fischer et al., 2011).
Παράλληλα, προγράμματα πρόληψης που εφαρμόζονται ήδη σε πανεπιστήμια και κοινότητες, όπως οι εκπαιδεύσεις bystander intervention training, έχουν δείξει ότι η ευαισθητοποίηση των πολιτών ως προς τον ρόλο τους μπορεί να αυξήσει σημαντικά την πιθανότητα παρέμβασης (Banyard, 2008).
Συνεπώς, η αντιμετώπιση του φαινομένου δεν έγκειται μόνο στην ατομική ευθύνη, αλλά και στη συστηματική κοινωνική εκπαίδευση και στην οικοδόμηση μιας κουλτούρας ενεργού συμμετοχής. Με αυτόν τον τρόπο, η κοινωνία μπορεί να μετασχηματίσει την παθητικότητα σε συλλογική δράση και να ενισχύσει την προστασία των ευάλωτων μελών της.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
- Banyard, V. L. (2008). Measurement and correlates of prosocial bystander behavior: The case of interpersonal violence. Violence Against Women, 14(2), 199–221. https://doi.org/10.1177/1077801207312639
- Cramer, R. E., McMaster, M. R., Bartell, P. A., & Dragna, M. (1988). Subject competence and minimization of the bystander effect. Journal of Personality and Social Psychology, 55(3), 319– 328. https://doi.org/10.1037/0022-3514.55.3.319
- Darley, J. M., & Latané, B. (1968). Bystander intervention in emergencies: Diffusion of responsibility. Journal of Personality and Social Psychology, 8(4), 377–383. https://doi.org/10.1037/h0025589
- Fischer, P., Krueger, J. I., Greitemeyer, T., Vogrincic, C., Kastenmüller, A., Frey, D., Heene, M., Wicher, M., & Kainbacher, M. (2011). The bystander-effect: A meta-analytic review on bystander intervention in dangerous and non-dangerous emergencies. Psychological Bulletin, 137(4), 517–537. https://doi.org/10.1037/a0023304
- Latané, B., & Darley, J. M. (1968). Group inhibition of bystander intervention in emergencies. Journal of Personality and Social Psychology, 10(3), 215–221. https://doi.org/10.1037/h0026570
- Latané, B., & Rodin, J. (1969). A lady in distress: Inhibiting effects of friends and strangers on bystander intervention. Journal of Experimental Social Psychology, 5(2), 189–202. https://doi.org/10.1016/0022-1031(69)90046-8
- Levine, M., Norenzayan, A., & Philbrick, K. (2001). Cross-cultural differences in helping strangers. Psychological Science, 12(6), 507–512. https://doi.org/10.1111/1467-9280.00394
- Levine, M., Prosser, A., Evans, D., & Reicher, S. (2005). Identity and emergency intervention: How social group membership and inclusiveness of group boundaries shape helping behavior. Personality and Social Psychology Bulletin, 31(4), 443–453. https://doi.org/10.1177/0146167204271651













