Γιώργος Κουντουράς

Η κοινωνική σύγκριση και η επίδρασή της στον σύγχρονο άνθρωπο: Ποια αξία δίνουμε στην ζωή μας;

Η κοινωνική σύγκριση και η επίδρασή της στον σύγχρονο άνθρωπο: Ποια αξία δίνουμε στην ζωή μας;

Γιώργος Κουντουράς
δύο γυναίκες που ανεβαίνουν σε μία σκάλα δίπλα δίπλα και συγκρίνονται μεταξύ τους

Η κοινωνία διαμορφώνει αξίες και κατασκευάζει πρότυπα “επιτυχίας”. Δεν υπάρχει όμως τίποτα το απόλυτο σε όλα αυτά. Αυτό που μας κάνει διαφορετικούς και μοναδικούς είναι η διαφορετικότητα μεταξύ των συστημάτων μέτρησης που χρησιμοποιούμε για να ορίσουμε τί είναι σημαντικό και τί όχι στην ζωή.


Πέρα από την ανάγκη κατανόησης του κόσμου γύρω μας, υπάρχει μια βαθύτερη ανάγκη αναζήτησης και διαμόρφωσης της αξίας του εαυτού. Η αξία του εαυτού, από εξελικτικής πλευράς τουλάχιστον, δεν είναι αυταπόδεικτη. Αυτό απαντά μάλλον στο γιατί δεν αρκούμαστε σε τετριμμένες φράσεις όπως «ο κάθε άνθρωπος είναι μοναδικός και ιδιαίτερος» για να πειστούμε για την αυταξία και να ζήσουμε μια ήρεμη και ευτυχισμένη ζωή. Τι παραπάνω ψάχνουμε όμως; Και πώς διαμορφώνεται η αυταξία; Φτάνει μόνο να πιστεύουμε στον εαυτό μας ή να είχαμε την τύχη να μεγαλώσουμε σε ένα περιβάλλον όπου οι γονείς και οι συγγενείς αναγνώριζαν συνεχώς την αξία μας και ενίσχυαν την αυτοπεποίθησή μας; Η αξία του εαυτού είναι ευμετάβλητη ή σταθερή και πόσο επηρεάζεται από το ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο;

Από τον σχηματισμό των πρώτων κοινωνιών, ο άνθρωπος αξιολογούσε τον εαυτό του σε συνάρτηση με τα όσα παρατηρούσε στους άλλους. Σύγκρινε τις ικανότητές του με αυτές των άλλων ανθρώπων και έτσι αποκτούσε μια θέση στην κοινωνική ιεραρχία. Αυτή η σύγκριση ήταν πολύ σημαντική και για την επιβίωσή του διότι μέσω αυτής είχε μια εκτίμηση όχι μόνο της δικής του αξίας, αλλά και της πιθανής αξίας ενός αντιπάλου. Πέρα από τις πρώιμες ανθρώπινες κοινωνίες όμως, συμπεριφορές σύγκρισης σε επίπεδο βασικών ικανοτήτων παρατηρούνται επίσης και σε κάποια πρωτεύοντα θηλαστικά όπου η ιεραρχική δομή της ομάδας είναι αυστηρή και η θέση του κάθε μέλους μέσα σε αυτήν κρίνει ποιοί απολαμβάνουν προνόμια (πρόσβαση σε φαγητό και σεξ) και ποιοί όχι. Συνεπώς, συμπεραίνουμε ότι η ανάγκη του να συγκρινόμαστε με τους άλλους είναι κομμάτι της ανθρώπινης/ζωώδους φύσης που μας ακολουθεί σε όλη την πορεία της φυλογενετικής μας ιστορίας.

Στην σημερινή εποχή όμως, όπου η αλληλεπίδραση μεταξύ των ανθρώπων έχει διαφοροποιηθεί πλήρως λόγω της τεχνολογικής προόδου και της ραγδαίας εξέλιξης των κοινωνικών δικτύων, η κοινωνική σύγκριση έχει επεκταθεί και στο επίπεδο της συμπεριφοράς, της σκέψης και του τρόπου ζωής. Πλέον συγκρίνουμε τους εαυτούς μας ακόμα και με άγνωστους ανθρώπους που ζουν σε διαφορετικές ηπείρους και κατά πάσα πιθανότητα δεν πρόκειται να συναντήσουμε ποτέ. Πολλοί κοινωνικοί ψυχολόγοι έχουν διερευνήσει τις συνέπειες αυτής της σύγκρισης στην ψυχική μας υγεία και έχουν μιλήσει άτυπα για κάποια ψυχικά φαινόμενα όπως η λεγόμενη «κατάθλιψη του Facebook» που παρόλο που δεν συναντιούνται έως τώρα σε κανένα διαγνωστικό εγχειρίδιο, προβληματίζουν τους ειδικούς εξαιτίας της συχνής εμφάνισής τους.

Επίσης, έχουμε καταλάβει ότι δεν αρκεί να επαναλαμβάνουμε για τον εαυτό μας ή τους άλλους γύρω μας τις κενές περιεχομένου προτροπές «μην συγκρίνεσαι με τους άλλους», ή «να είσαι ο εαυτός σου» περιμένοντας την εξάλειψη μιας συμπεριφοράς που χαρακτηρίζει ένα σημαντικό κομμάτι της εξελικτικής μας ιστορίας. Συνεπώς, το ενδιαφέρον των ερευνητών γύρω από το θέμα της κοινωνικής σύγκρισης (ιδιαίτερα αυτής που παρατηρείται μέσω των κοινωνικών δικτύων) είναι διαρκώς αυξανόμενο, ενώ η παραδοχή ότι αποτελεί ένα γνώρισμα της ανθρώπινης φύσης που δεν μπορούμε να αποποιηθούμε εγείρει νέα ερωτήματα αναφορικά τον τρόπο κατανόησής του.

Ο εγκέφαλός μας λειτουργεί κάνοντας συγκρίσεις - έτσι δημιουργεί αξιολογικές κρίσεις για όσα συμβαίνουν στο περιβάλλον και τον επηρεάζουν και στην συνέχεια καταλήγει σε έννοιες με σκοπό να προσδιορίσει αυτό που βιώνει και αισθάνεται. Με αυτόν τον τρόπο, προσπαθεί να βάλει σε τάξη τον κόσμο και ως εκ τούτου δημιουργεί κατηγορίες ταξινομώντας αυτές τις έννοιες. Έτσι, βλέπουμε ανθρώπους γύρω μας και σχεδόν αυτοματοποιημένα καταλήγουμε σε αξιολογήσεις σύμφωνα με το ύψος τους, το βάρος τους, την ελκυστικότητά τους, την αισθητική τους, την κοινωνική τους θέσης κτλ. Αργότερα, εφόσον τους γνωρίσουμε καλύτερα προχωράμε σε βαθύτερες αξιολογήσεις της συμπεριφοράς και της σκέψης τους, προσπαθώντας να αναγνωρίσουμε κοινά μοτίβα μεταξύ του δικού μας και του δικού τους τρόπου ζωής. Αρχικά, αυτή η λειτουργία του εγκεφάλου μας βοηθά να καταλάβουμε με ποιούς ταιριάζουμε σε διαπροσωπικό επίπεδο και με ποιούς όχι, ποιοι είναι πιθανοί ερωτικοί σύντροφοι ή/και με ποιους δυνητικά ανταγωνιζόμαστε για τα ίδια αγαθά (π.χ. για μια παρόμοια εργασιακή θέση ή για τον ίδιο ερωτικό σύντροφο). Στην συνέχεια όμως αποκτάμε και μια ιδέα για την εικόνα του εαυτού: είμαστε λιγότερο ή περισσότερο ελκυστικοί, ικανοί, ή έξυπνοι από τους άλλους; Με το πέρασμα των χρόνων και μέσω της επιρροής που ασκεί το οικογενειακό περιβάλλον και η εμπειρία από την γνωριμίας μας με περισσότερους ανθρώπους, διαμορφώνουμε σταδιακά την αξία του εαυτού η οποία όσο μεγαλώνουμε γίνεται πιο σταθερή και ακλόνητη. Ποιές «παγίδες» κρύβει αυτή η κοινωνική σύγκριση που μας χαρακτηρίζει όμως και πώς επηρεάζεται η ψυχική μας υγεία όταν συγκρίνουμε τον εαυτό μας με τα άτομα που παρατηρούμε;

Σύμφωνα με τον Leon Festinger (1954), τον θεμελιωτή της θεωρίας της κοινωνικής σύγκρισης, τα άτομα που χαρακτηρίζονται από μεγαλύτερη αβεβαιότητα για τις ικανότητές τους τείνουν να συγκρίνουν τους εαυτούς τους περισσότερο με τους άλλους, ειδικά όταν δεν υπάρχει ένας αντικειμενικός τρόπος μέτρησης των ικανοτήτων τους. Η σύγκριση μπορεί να γίνει με άτομα που υπερέχουν ή με άτομα που υστερούν σε σχέση με εμάς. Η σύγκριση με άτομα που υπερέχουν μάς δημιουργεί αισθήματα ανεπάρκειας, θυμού και θλίψης, ενώ αντίθετα νιώθουμε ικανοποίηση και αυτοπεποίθηση συγκρίνοντας τους εαυτούς μας με ανθρώπους που υστερούν από άποψη ικανότητας, φήμης, ή/και θέσης σε σχέση με εμάς (Rosenberg & Egbert, 2011). Τα άτομα που θεωρούνται πιο επιρρεπή στην κοινωνική σύγκριση χρησιμοποιούν πληροφορίες όσον αφορά τα γνωρίσματα που παρατηρούν στους άλλους με σκοπό να προβούν σε μια αυτό-αξιολόγηση ώστε να προσδιορίσουν την αξία του εαυτού τους. Έρευνες έχουν δείξει ότι οι άνθρωποι αυτοί είναι πιο πιθανό να εμφανίσουν χαμηλή αυτο-εκτίμηση, μειωμένα επίπεδα χαράς, κοινωνικό άγχος και κατάθλιψη (Buunk et al., 2001; Burleson et al., 2005; Vogel et al., 2015; Alderson and Katz-Gerro, 2016).

Από την άλλη μεριά, άλλες έρευνες (π.χ. Yang, 2016) έδειξαν ότι τα άτομα που έχουν την τάση να συγκρίνονται με τους άλλους, διακρίνονται από την ικανότητα να ακούνε και να επεξεργάζονται τις γνώμες των άλλων σε γνωστικό επίπεδο καταφέρνοντας με αυτόν τον τρόπο να εστιάζουν την προσοχή τους σε θέματα που τους αφορούν και να ενσωματώνουν νέα στοιχεία στις υπάρχουσες πεποιθήσεις τους (γνωστική αναδόμηση). Γιατί συμβαίνει αυτό όμως; Υπάρχουν δύο άτυπες κατηγορίες ανθρώπων που τείνουν περισσότερο να συγκρίνονται κοινωνικά με τους άλλους: α) άνθρωποι που συγκρίνονται με βάση τις ικανότητές τους και β) άνθρωποι που συγκρίνονται με βάση τις απόψεις τους. Αυτοί που επιθυμούν να προσδιορίσουν την αξία των ικανοτήτων τους μέσω της σύγκρισης, καταλήγουν σε ανεπαρκή συναισθήματα όχι μόνο επειδή θεωρούν ότι δεν είναι τόσο ικανοί όσο οι άλλοι, αλλά διότι είναι γενικά δύσκολο να βελτιώσουν τις ικανότητές τους ώστε να εξισωθούν με αυτές των άλλων. Αντίθετα, τα άτομα που συγκρίνουν τις απόψεις τους με αυτές των άλλων ανθρώπων, μπορούν πιο εύκολα να αλλάξουν την ανεπιθύμητη δική τους άποψη με αυτήν που θεωρούν καταλληλότερη και που προέρχεται από τους άλλους.

Η σύγκριση στα κοινωνικά δίκτυα είναι η «ντοπαρισμένη εκδοχή» της κοινωνικής σύγκρισης που παρατηρείται στην καθημερινότητα. Και αυτό γιατί οι πληροφορίες που προσλαμβάνει το άτομο αναφορικά με άλλους χρήστες είναι απείρως περισσότερες σε σχέση με αυτές που προσλαμβάνει σε επίπεδο καθημερινότητας. Επίσης, το προφίλ των χρηστών με τους οποίους συγκρίνεται συνήθως το άτομο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (ΜΚΔ) αντικατοπτρίζει τις περισσότερες φορές μια εξιδανικευμένη και αψεγάδιαστη αναπαράσταση της ζωής τους στον ψηφιακό κόσμο. Στα κοινωνικά δίκτυα όλοι προβάλουμε συνήθως τις πιο όμορφες, ευχάριστες και χαρούμενες στιγμές μας. Έρευνες (π.χ. Smith & Christakis, 2008) που έχουν μελετήσει το φαινόμενο της κοινωνικής σύγκρισης στα ΜΚΔ, διαπίστωσαν ότι τα επιρρεπή στην σύγκριση άτομα τείνουν να συγκρίνονται με προσωπικότητες που ασκούν σημαντική επιρροή η οποία συνήθως οφείλεται στην επαγγελματική τους θέση, την οικονομική τους κατάσταση ή/και την εξωτερική τους εμφάνιση. Αυτό συμβαίνει παρά το γεγονός ότι βλέπουν μόνο μια διογκωμένη εικόνα της ιδανικής ζωής αυτών των διασημοτήτων χωρίς να έχουν πρόσβαση σε άλλες πτυχές της.

Ζηλεύουμε τον κορυφαίο αθλητή που ζει στην πιο εντυπωσιακή έπαυλη, κυκλοφορεί διαρκώς με τις πιο ελκυστικές γυναίκες, οδηγεί τα πιο ακριβά και γρήγορα αυτοκίνητα, είναι καλεσμένος σε διάσημα γκαλά και επιτελεί και… φιλανθρωπικό έργο. Παρόλο που όλα τα φώτα της δημοσιότητας είναι στραμμένα πάνω του, θα μάθουμε μόνο απειροελάχιστα πράγματα για άλλες πτυχές της ζωής του (π.χ. πως συμπεριφέρεται στους συνανθρώπους του, πως σκέφτεται για θέματα που απασχολούν τον κόσμο, αν αφιερώνει χρόνο στο παιδί του, αν είναι συνεπής στις φορολογικές του υποχρεώσεις, ή αν έχει…. οικολογική συνείδηση κτλ.). Αλλά τι μας ενδιαφέρουν αυτά, σωστά; Εμείς θέλουμε να βλέπουμε πάντα το πιο όμορφο, το πιο ακριβό, το πιο σπάνιο και το πιο λαμπερό. Ας φανταστούμε τώρα έναν επιστήμονα που μένει μαζί με την γυναίκα του και τα παιδιά του στο διαμέρισμά τους, πληρώνει τους λογαριασμούς του και δουλεύει σε ένα ερευνητικό κέντρο προσπαθώντας να βρει θεραπεία για τον καρκίνο. Ποιός θα προτιμούσατε να είστε; Ο κορυφαίος αθλητής ή ο επιστήμονας; Ποιος είναι πιο επιτυχημένος; Ποια επιτυχία θέλουμε στην ζωή μας; Με ποιον από τους δύο συγκρινόμαστε;

Είδαμε ότι η κοινωνική σύγκριση είναι εγγεγραμμένη στον γενετικό μας κώδικα και ακόμα και να μην είμαστε επιρρεπείς σε αυτήν, σίγουρα υπήρξαν στιγμές στην ζωή μας που συγκρίναμε τον εαυτό μας με κάποιον άλλο – είτε αυτός ήταν διάσημος είτε κάποιος που γνωρίσαμε μόνο για λίγα λεπτά. Δεν μπορούμε λοιπόν να σταματήσουμε να συγκρινόμαστε με τους άλλους. Αυτό που μπορούμε να κάνουμε όμως είναι να αλλάξουμε την βάση αυτής της σύγκρισης. Να χρησιμοποιήσουμε δηλαδή ένα διαφορετικό σύστημα μέτρησης της αξίας του εαυτού. Αν για μένα η επιτυχία σημαίνει το να βγάζω όσα πιο πολλά χρήματα μπορώ χρησιμοποιώντας κάθε μέσο ή το να αποκτήσω τεράστια φήμη πάση θυσία, τότε είναι αρκετά πιθανό να δυστυχήσω για το υπόλοιπο της ζωής μου. Γιατί συγκρίνοντας τον εαυτό μου με άτομα που ανταποκρίνονται σε αυτόν τον ρόλο-πρότυπο, εγώ θα είμαι ανεπαρκής. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι για να σταματήσω να νιώθω ανεπαρκής, μπορεί να υιοθετήσω έναν τρόπο δράσης που θεωρώ ότι θα με οδηγήσει σε αυτήν την επιτυχία.

Για παράδειγμα, ίσως αρχίσω να εκμεταλλεύομαι κάποιους ανθρώπους με σκοπό να έχω χρηματικό όφελος από αυτούς, ή μπορεί να σταματήσω να αφιερώνω χρόνο στην οικογένεια και τους φίλους μου γιατί προέχει η επαγγελματική μου δραστηριότητα. Από την άλλη μεριά, αν το σύστημα μέτρησης της επιτυχίας μου ήταν το να ασκήσω μια θετική επίδραση στις ζωές των συνανθρώπων μου ή το να περνάω ποιοτικό χρόνο με την οικογένειά μου, τότε η σύγκριση με άτομα που τα έχουν καταφέρει καλά θα με κινητοποιούσε με έναν διαφορετικό και πιο δημιουργικό τρόπο. Αυτό γιατί η επιτυχία εδώ δεν ορίζεται ως κάτι απόλυτο – έχει διαβαθμίσεις. Δεν χρειάζεται να είμαι ο επιστήμονας που ψάχνει την θεραπεία του καρκίνου για να έχω θετική επίδραση στις ζωές των συνανθρώπων μου. Μπορώ να ασκώ θετική επίδραση σε αυτούς με το να τους παρέχω στήριξη όταν χρειάζονται την βοήθειά μου, με το να διαθέτω χρόνο για να τους ακούσω, ή με το να υπερασπίζομαι τα δικαιώματά τους. Συνεπώς, η επίδραση που θα έχει η κοινωνική σύγκριση στο άτομο εξαρτάται από το «μετρικό σύστημα» που χρησιμοποιεί για να προσδιορίσει την αξία του εαυτού.

Η κοινωνία διαμορφώνει αξίες και κατασκευάζει πρότυπα «επιτυχίας». Δεν υπάρχει όμως τίποτα το απόλυτο σε όλα αυτά. Αυτό που μας κάνει διαφορετικούς και μοναδικούς είναι η διαφορετικότητα μεταξύ των συστημάτων μέτρησης που χρησιμοποιούμε για να ορίσουμε τί είναι σημαντικό και τί όχι στην ζωή. Δεν θα σταματήσουμε να συγκρινόμαστε με τους άλλους, αλλά θα ήταν χρήσιμο, πριν το κάνουμε την επόμενη φορά, να σκεφτούμε σοβαρά τα εσωτερικά κίνητρα και τις βαθιά προσωπικές επιθυμίες που έχουμε από την ζωή. Ίσως έτσι μπορέσουμε να αναπτύξουμε το δικό μας σύστημα μέτρησης της επιτυχίας όχι σύμφωνα με τις επιταγές της κοινωνίας, αλλά με γνώμονα το πόση χαρά και νόημα δίνει στην ζωή μας.  


Βιβλιογραφία

  • Alderson, A. S., and Katz-Gerro, T. (2016). Compared to whom? Inequality, social comparison, and happiness in the United States. Soc. Forces 95, 25–54. doi: 10.1093/sf/sow042
  • Burleson, K., Leach, C. W., and Harrington, D. M. (2005). Upward social comparison and self-concept: inspiration and inferiority among art students in an advanced programme. Br. J. Soc. Psychol. 44, 109–123. doi:10.1348/014466604X23509
  • Buunk, B. P., Ybema, J. F., Gibbons, F. X., and Ipenburg, M. (2001). The affective consequences of social comparison as related to professional burnout and social comparison orientation. Eur. J. Soc. Psychol. 31, 337–351. doi: 10.1002/ejsp.41
  • Festinger, L. (1954). A theory of social comparison processes. Human Relations, 7, 117–140. doi:10.1177/001872675400700202 [Google Scholar].
  • Rosenberg, J., & Egbert, N. (2011). Online impression management: Personality traits and concerns for secondary goals as predictors of self-presentation tactics on Facebook. Journal of Computer-Mediated Communication, 17, 1–18. doi:10.1111/j.1083-6101.2011.01560.x
  • Yang, C. C. (2016). Instagram use, loneliness, and social comparison orientation: interact and browse on social media, but don’t compare. Cyberpsychol. Behav. Soc. Netw. 19, 703–708. doi: 10.1089/cyber.2016.0201.
Κάντε like στην σελίδα μας στο Facebook 
Ακολουθήστε μας στο Twitter 

Εγγραφείτε για να λαμβάνετε το newsletter μας!

Βρείτε μας στα...