banner-desk banner-mob
banner-desk banner-mob
thumb

Δεν είχε πού να σταθεί

- Κοινωνική Ψυχολογία
2 Φεβρουαρίου 2026

Η Π. ήταν μόλις 20 χρόνων όταν ήρθε στη θεραπεία. Μου έλεγε πως δεν μπορούσε να πάρει ανάσα μέσα στο ίδιο της το σπίτι. Όχι γιατί δεν είχε χώρο, αλλά γιατί κάθε δωμάτιο έμοιαζε σαν κελί. Η καραντίνα είχε τελειώσει, τα μέτρα είχαν αρθεί, κι όμως εκείνη δεν έβγαινε. «Σαν να κόλλησε ο χρόνος», είπε μια μέρα. «Σαν να είναι πιο ασφαλές να μη φύγω ποτέ».


Στην αρχή πίστευε πως ήταν απλώς άγχος πανδημίας. Όμως, όσο περνούσαν οι μήνες, γινόταν φανερό πως η Π. δεν είχε εγκλωβιστεί από τον ιό, είχε εγκλωβιστεί σε κάτι παλαιότερο, μια φυλακή αόρατη, που η καραντίνα απλώς ξεσκέπασε.

Σιγά σιγά, μίλησε για τη μητέρα της. Ήταν πάντα στο σπίτι. Δεν έβγαινε εύκολα. Δεν θυμάμαι να την είδα ποτέ να περπατάει χαλαρά στον δρόμο, να ταξιδεύει. Έμοιαζε να φοβάται τον έξω κόσμο. Κι εγώ μεγάλωσα μέσα σε αυτή τη σιωπηλή αγωνία.

Η αποκάλυψη ήρθε αργότερα, από μια οικογενειακή αφήγηση. Ο προπάππους της, γεννημένος το 1929, στάλθηκε μόλις 18 χρόνων, το 1947, στη Μακρόνησο. Εκεί ξέσπασε επιδημία. Οι άντρες πέθαιναν ο ένας μετά τον άλλον. Δεν είχε πού να σταθεί, της είπαν. Έλεγε ότι ακόμη κι όταν πατούσε στο χώμα, ένιωθε πως η γη γλιστρούσε κάτω από τα πόδια του. Επέζησε, αλλά ποτέ δεν βρήκε ξανά σταθερό έδαφος μέσα του.

Αυτός ο τρόμος πέρασε στον γιο του, τον παππού της Π.: έναν άντρα νευρικό, μόνιμα σε εγρήγορση, που έπινε για να ξεχνά. Δεν καθόταν ποτέ ακίνητος, θυμόταν η μητέρα της. Τα πόδια του κουνιούνταν συνέχεια, σαν να έψαχναν γη που δεν υπήρχε.

Και η μητέρα της Π. μεγάλωσε έτσι: φοβισμένη, με έναν πατέρα ανήσυχο, γεμάτο σκιές. Δεν ήξερε από πού ερχόταν αυτός ο φόβος, τον απορρόφησε όμως ολόκληρο. Κι εκείνος πέρασε, χωρίς λέξεις, στην κόρη της.

Όταν η Π. το συνειδητοποίησε στη θεραπεία, είπε: Δεν είμαι μόνο εγώ που κλείνομαι στο σπίτι. Είναι σαν να κουβαλάω το κλείσιμο όλων τους. Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. Σαν να φοβάμαι να σταθώ στον κόσμο, γιατί κάποιος πριν από μένα δεν μπόρεσε ποτέ να σταθεί.

banner-desk banner-mob

Εκείνη τη στιγμή, το δωμάτιο της θεραπείας έπαψε να είναι κελί. Έγινε παράθυρο. Για πρώτη φορά, η Π. άφησε τους ώμους της να χαλαρώσουν, σαν να έβρισκε σιγά σιγά το δικό της έδαφος. Είχε βρει λέξεις για μια σιωπή τριών γενεών.

Η Μακρόνησος και το συλλογικό τραύμα

Η Μακρόνησος ήταν το σκληρότερο σύμβολο του Εμφυλίου και της μετεμφυλιακής Ελλάδας. Από το 1947, νέοι άντρες —πολλοί μόλις 18 χρόνων— στάλθηκαν εκεί για «αναμόρφωση». Στην πραγματικότητα, επρόκειτο για εξορία, βασανιστήρια και επιβίωση σε απάνθρωπες συνθήκες. Οι κρατούμενοι στοιβάζονταν σε αντίσκηνα πάνω στα βράχια, χωρίς πόσιμο νερό, χωρίς ιατρική φροντίδα. Ο ήλιος έκαιγε αλύπητα, οι πληγές μολύνονταν, τα κορμιά γέμιζαν έλκη. Και το χειρότερο: ξεσπούσαν επιδημίες γαστρεντερίτιδας και δυσεντερίας. Μέσα σε λίγες μέρες, η διάρροια και οι πυρετοί αφυδάτωναν και σκότωναν γερά σώματα, έφηβους και νέους άντρες, που κατέρρεαν μπροστά στα μάτια των συντρόφων τους. Οι θάνατοι ήταν τόσοι, που οι ίδιοι οι συγκρατούμενοι έπρεπε να σκάβουν λάκκους στη σκληρή πέτρα για να τους θάψουν. Δεν υπήρχε πένθος. Δεν υπήρχε χρόνος να θρηνήσεις. Μόνο η διαταγή: «Συνεχίστε». Έτσι, ο θάνατος γινόταν σιωπή, κι η σιωπή μνήμη χαραγμένη βαθιά στο σώμα. Η Μακρόνησος δεν ήταν ένα ατομικό τραύμα. Ήταν συλλογικό. Ήταν το αποκορύφωμα ενός εμφύλιου πολέμου που αδελφοποίησε και την ίδια στιγμή χώρισε οικογένειες. Ολόκληρες κοινότητες βρέθηκαν διχασμένες: ποιος «ήταν με ποιους», ποιος στάλθηκε εξορία, ποιος γύρισε σακατεμένος ή ποιος δεν γύρισε ποτέ. Αυτός ο Εμφύλιος, που δεν συζητήθηκε ποτέ ανοιχτά, έγινε ένα εθνικό τραύμα που κουβαλήθηκε σαν σκιά. Οι εξορίες, τα στρατόπεδα, οι χαμένες ζωές έγιναν «μυστικά της οικογένειας»∙ μυστικά που δεν έπαψαν να μιλούν, ακόμα κι αν κανείς δεν τα έλεγε φωναχτά. Τα παιδιά και τα εγγόνια αυτών των ανθρώπων μεγάλωσαν με βλέμματα καχύποπτα, με γονείς που ξυπνούσαν ιδρωμένοι από εφιάλτες, με μητέρες που σιωπούσαν μπροστά στο τραπέζι όταν κάποιος ρωτούσε «τι έγινε τότε». Έμαθαν πως έξω παραμονεύει κίνδυνος, πως ο κόσμος μπορεί να καταρρεύσει ξαφνικά, πως ακόμα και ο ίδιος σου ο αδελφός μπορεί να γίνει εχθρός.


Το απόσπασμα είναι από το βιβλίο Αυτό σταματάει εδώ της Σουζάνα Παπαφάγου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διόπτρα στο dioptra.gr και σε όλα τα συνεργαζόμενα βιβλιοπωλεία.

ΓΡΑΨΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΟΥ

Παρακολούθηση σχολίων
Ειδοποίηση για
0 Σχόλια
Νεότερο
Το πιο παλιό Περισσότεροι ψήφοι
Inline Feedbacks
Δείτε όλα τα σχόλια
Αποστολή αιτήματος
Στείλε στον ειδικό οτιδήποτε θέλεις να τον ρωτήσεις.