Γιώργος Κουντουράς

Μια γνωριμία με την Γνωστική-Συμπεριφορική Ψυχοθεραπεία (ΓΣΨ)

Μια γνωριμία με την Γνωστική-Συμπεριφορική Ψυχοθεραπεία (ΓΣΨ)

Γιώργος Κουντουράς
δύο γυναίκες συνομιλούν για την Γνωστική-Συμπεριφορική Ψυχοθεραπεία (ΓΣΨ)
Image credit: Amy Hirschi / unsplash.com

Μέσα από την ΓΣΨ, το άτομο αποκτά με τον καιρό περισσότερη γνωστική ευελιξία, αυξάνει τις ικανότητες αυτό-παρατήρησης και ενισχύει την αυτό-αποτελεσματικότητά του. Έτσι, μαθαίνει να ελέγχει περισσότερο τα συναισθήματά του και να απολαμβάνει μια πιο πλήρη και χαρούμενη ζωή.


Την δεκαετία του 1970, ο Δρ. Aaron Beck ο οποίος ξεκίνησε την καριέρα του ως ψυχαναλυτής, δημιούργησε την γνωστική θεραπεία. Δουλεύοντας αρχικά με καταθλιπτικούς ασθενείς, παρατήρησε ότι διακατέχονταν από επίμονες αυτόματες αρνητικές σκέψεις που αφορούσαν τρεις βασικούς άξονες της ζωής τους: τον εαυτό, τον κόσμο και το μέλλον.

Προκειμένου να ανακουφίσει τους ασθενείς του, προσπάθησε να τους βοηθήσει αρχικά να αναγνωρίσουν και έπειτα να αμφισβητήσουν την εγκυρότητα αυτών των σκέψεων ενθαρρύνοντάς τους να τις επαναξιολογήσουν πάνω σε μία πιο ρεαλιστική βάση.

Σταδιακά, οι ασθενείς του άρχισαν να σκέφτονται πιο ρεαλιστικά, να βιώνουν θετικά συναισθήματα και να συμπεριφέρονται με πιο λειτουργικούς τρόπους στην καθημερινότητά τους. Η γνωστική θεραπεία του Beck λοιπόν εστίαζε στον τρόπο με τον οποίο το άτομο επεξεργαζόταν τις νέες πληροφορίες που λάμβανε από το περιβάλλον του, καθώς και στο πώς τις οργάνωνε, τις αποθήκευε και τις συνέδεε με όσα ήδη γνώριζε.

Μέχρι και τα τέλη του 1980, υπήρχε έντονη διαμάχη μεταξύ αυτών που υποστήριζαν την νεοσύστατη γνωστική θεραπεία και των υπέρμαχων της ήδη ευρέως διαδεδομένης συμπεριφορικής σχολής αναφορικά με το ποια προσέγγιση μπορούσε να αντιμετωπίζει καλύτερα τις ψυχολογικές δυσκολίες.

Κάποια ιστορική στιγμή – δεν υπάρχει συμφωνία για τον ακριβή προσδιορισμό της – οι υπέρμαχοι των δύο σχολών αποφάσισαν ότι δεν υπάρχουν «νικητές» και «χαμένοι» τελικά μιας και ο άνθρωπος δεν λειτουργεί βασιζόμενος μόνο σε συμπεριφορικές, μήτε μόνο σε γνωστικές αρχές. Συνεπώς, προέβησαν σε μία σύνθεση των δύο σχολών δημιουργώντας την Γνωστική-Συμπεριφορική Ψυχοθεραπεία (ΓΣΨ).


Διαβάστε σχετικά: Γνωστική- Συμπεριφορική Ψυχοθεραπεία: «Κάνε τη ζωή σου να πετύχει καλύτερα»


Ας φανταστούμε ότι είναι βράδυ και κοιμόμαστε στο κρεβάτι μας. Ξαφνικά, ακούμε έναν θόρυβο στο σπίτι και ξυπνάμε. Αυτό είναι το ερέθισμα. Μπορούμε να υποθέσουμε γρήγορα πώς θα αισθανόμασταν ή θα αντιδρούσαμε σε μία τέτοια κατάσταση. Ίσως σκεφτούμε ότι έχουν γίνει πολλές ληστείες τώρα τελευταία στην περιοχή μας και υποθέσουμε ότι κάτι τέτοιο συμβαίνει και στο σπίτι μας τώρα.

Αυτή είναι η σκέψη. Λόγω αυτής της σκέψης, ίσως νιώσουμε φοβισμένοι ή θυμωμένοι και αντιδράσουμε με κάποιον τρόπο (π.χ. καλούμε την αστυνομία, παλεύουμε με τον δράστη ή… παριστάνουμε ότι κοιμόμαστε). Αυτή είναι η συμπεριφορική αντίδραση. Ωστόσο, μια εναλλακτική σκέψη θα μπορούσε να είναι ότι εκείνη την ώρα γύρισε το παιδί μας από την βραδινή του έξοδο, έκανε φασαρία όταν μπήκε στο σπίτι και μάς ξύπνησε.

Ή ότι ήρθε ο σύντροφός μας στο σπίτι πιο νωρίς από το αναμενόμενο για να μας κάνει έκπληξη επειδή του είχαμε πει μέσα στη μέρα ότι δεν αισθανόμασταν καλά. Κάνοντας λοιπόν τρεις διαφορετικές σκέψεις για την ίδια κατάσταση, καταλαβαίνουμε ότι και η αντίδρασή μας θα ήταν διαφορετική σε κάθε περίπτωση.

Σύμφωνα με την ΓΣΨ, ο τρόπος που σκεφτόμαστε για μία κατάσταση, καθορίζει το πώς αισθανόμαστε και τελικά αντιδρούμε σε αυτήν. Στην πραγματική ζωή φυσικά, οι καθημερινές καταστάσεις που αντιμετωπίζουμε είναι πιο πολύπλοκες.

Για παράδειγμα, τυχαίνει να αγχωνόμαστε για μια παρουσίαση στο πανεπιστήμιο ή για μία νέα γνωριμία που επίκειται με ένα ελκυστικό/έξυπνο/επιτυχημένο άτομο ή για το ότι δεν θα μπορέσουμε να τηρήσουμε την προθεσμία που μας έχει δώσει ο εργοδότης μας, επειδή σκεφτόμαστε ότι σε καμία από αυτές τις καταστάσεις δεν θα αποδώσουμε καλά με συνέπεια να κάνουμε δυσοίωνες προβλέψεις για την εξέλιξη τους.

Επειδή λοιπόν πιστεύουμε ότι δεν θα τα καταφέρουμε, συμπεριφερόμαστε και δρούμε με τέτοιον τρόπο που επιβεβαιώνει τις δυσοίωνες προβλέψεις μας, ενισχύοντας ακόμα παραπάνω τις αρνητικές πεποιθήσεις για τον εαυτό με αποτέλεσμα να αισθανόμαστε περισσότερο άγχος.    

Οι σκέψεις μας όμως επηρεάζονται από πολλούς παράγοντες – οι πιο βασικοί έχουν να κάνουν με την ανατροφή από τους πρώτους φροντιστές, την εκπαίδευση και τις παρελθούσες εμπειρίες μας. Ένα σημαντικό βήμα για να αμφισβητήσουμε λοιπόν τις αρνητικές σκέψεις που συνήθως μάς προκαλούν δυσάρεστες συναισθηματικές ή/και συμπεριφορικές αντιδράσεις, είναι να αναρωτηθούμε από που προέρχονται.

Με άλλα λόγια, γιατί σκεφτόμαστε με τον τρόπο που σκεφτόμαστε; Είναι σκέψεις που απλά εμφανίζονται από το πουθενά στο μυαλό μας ή μπορεί να σχετίζονται με βαθύτερες πεποιθήσεις σχετικές με τον εαυτό μας; Πόσο ρεαλιστικές είναι; Ποιο θα ήταν το χειρότερο που θα μπορούσε να συμβεί αν επαληθευόντουσαν με κάποιον τρόπο; Και τέλος, πιστεύουμε ότι μπορούμε να αντέξουμε μια πιθανή επαλήθευσή τους;

Ο πρώτος στόχος στην ΓΣΨ είναι η αναγνώριση των αυτόματων αρνητικών σκέψεων/εικόνων/φαντασιώσεων που εκλύονται από διάφορα εξωτερικά ή εσωτερικά γεγονότα (π.χ. συμμετοχή σε μία κοινωνική εκδήλωση, επιβίβαση σε αεροπλάνο, λήξη μιας σχέσης, διεκδίκηση καλύτερης εργασιακής θέσης κτλ.) και αντανακλούν το νόημα που δίνουμε από αυτό που συμβαίνει γύρω μας ή μέσα μας.

Οι αυτόματες αρνητικές σκέψεις προκύπτουν χωρίς προσπάθεια (αν και θέλει προσπάθεια να τις εντοπίσουμε), είναι συνήθως στερεότυπες (αν και μεταβάλλονται κάποιες φορές με το γεγονός) και έχουν κεντρική σημασία στην ΓΣΨ γιατί επηρεάζουν τη διάθεσή μας. Παρόλο που εκλαμβάνονται ως αληθινές, ειδικά όταν το συναίσθημα είναι έντονο, το άτομο με εξάσκηση και την καθοδήγηση του θεραπευτή μαθαίνει να τις αναγνωρίζει με ολοένα και αυξανόμενη ευκολία κάθε φορά.

Στην ΓΣΨ, οι σκέψεις είναι απλά κάποιες απόψεις και όχι αδιαμφισβήτητα γεγονότα. Συνεπώς, οφείλουμε να ελέγχουμε την εγκυρότητά τους. Αν σκεφτώ για παράδειγμα ότι δεν αξίζω γιατί απέτυχα να αποδώσω έτσι όπως ήθελα μετά από μία συνέντευξη για δουλειά, τότε σαφώς θα νιώσω μεγάλη απογοήτευση και θλίψη.


Διαβάστε σχετικά: Η θεραπευτική σχέση στη Γνωστική Συμπεριφορική Θεραπεία

 


Ωστόσο, η συγκεκριμένη διαπίστωση κρύβει κάποιες γνωστικές στρεβλώσεις αφού κρίνω την αξία του εαυτού μου μόνο από ένα μεμονωμένο γεγονός χωρίς να συνεκτιμώ παράλληλα την πιθανότητα ύπαρξης κάποιας σχετικής θετικής εμπειρίας από το πρόσφατο παρελθόν μου.

 

Μέσα από τον σωκρατικό διάλογο λοιπόν, ο γνωστικό-συμπεριφορικός θεραπευτής βοηθά το άτομο να σκεφτεί σε μεγαλύτερο βάθος τις έννοιες της αποτυχίας και της επιτυχίας, καθώς και το πως σχετίζονται με την αξία του εαυτού και του δείχνει πώς η παραγνώριση του θετικού και η υπεργενίκευση μπορούν να οδηγήσουν σε τέτοιου είδους σκέψεις οι οποίες επηρεάζουν με την σειρά τους το συναίσθημα (απογοήτευση, θλίψη) και τη συμπεριφορά του (αποφυγή).

Κατά τη διάρκεια της θεραπείας, αφού το άτομο μάθει να αναγνωρίζει και να αμφισβητεί τις αυτόματες αρνητικές σκέψεις, υπό την καθοδήγηση του θεραπευτή εκπαιδεύεται και στον εντοπισμό κάποιων ασυνείδητων και πάγιων πεποιθήσεων που αποτελούν την βάση της σκέψης του και αντικατοπτρίζουν τον τρόπο που βλέπει τον εαυτό του, τους άλλους και γενικότερα τον κόσμο.

Οι πυρηνικές πεποιθήσεις (π.χ. είμαι κακός, δεν εμπιστεύομαι τους άλλους, ο κόσμος είναι εχθρικός κτλ.) εκδηλώνονται ως απόλυτες και υπεργενικευμένες θέσεις και προκύπτουν μετά από προσεκτική και συστηματική παρατήρηση των τυπικών σκέψεων και συμπεριφορών του ατόμου σε διάφορες καταστάσεις. Τέτοιου είδους πεποιθήσεις διαμορφώνονται κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας, αν και στην πορεία της ζωής μας μπορεί να τροποποιηθούν υπό την παρουσία ειδικών συνθηκών (π.χ. τραυματική εμπειρία).

Ο συνδετικός κρίκος που μας επιτρέπει να οδηγηθούμε σταδιακά από τις αυτόματες αρνητικές σκέψεις στις πυρηνικές πεποιθήσεις βρίσκεται σε ένα άλλο γνωσιακό στοιχείο – τις ενδιάμεσες πεποιθήσεις. Αυτές αποτελούν τις υποκειμενικές παραδοχές, κανόνες και στάσεις ζωής που αναπτύσσουμε καθώς μεγαλώνουμε για να υποστηρίξουμε/διαχειριστούμε τις πυρηνικές μας πεποιθήσεις.

Επί παραδείγματι, αν η πυρηνική μου πεποίθηση είναι ότι ο κόσμος είναι εχθρικός τότε μια πιθανή ενδιάμεση πεποίθηση που ενδεχομένως έχω είναι η ακόλουθη: «αν επιτρέψω σε οποιονδήποτε να με πλησιάσει, τότε θα με πληγώσει ή/και θα με εκμεταλλευτεί». Σε ένα άλλο παράδειγμα, αν έχω την πυρηνική πεποίθηση ότι δεν αξίζω να αγαπηθώ, τότε ίσως αναπτύξω την ενδιάμεση πεποίθηση ότι «αν προσπαθώ πάντα να ικανοποιώ τους άλλους, τότε θα με ανέχονται, αλλά αν διεκδικήσω τις δικές μου ανάγκες, θα με απορρίψουν».

Αυτή η ενδιάμεση πεποίθηση, μου προσφέρει από την μία έναν κανόνα για το πώς να ζήσω τη ζωή μου ώστε να ξεπεράσω κάποιες από τις «συνέπειες» της πυρηνικής μου πεποίθησης, αλλά από την άλλη αποτελεί μια εύθραυστη ανακωχή, γιατί αν αποτύχω να ικανοποιήσω κάποιον, τότε θα έχω πρόβλημα. Κάθε φορά που παραβιάζεται μια ενδιάμεση πεποίθηση, αυξάνονται οι αυτόματες αρνητικές σκέψεις και τα δυσάρεστα συναισθήματα.

Οι ενδιάμεσες πεποιθήσεις λοιπόν είναι άκαμπτες, δημιουργούν απαιτήσεις που είναι δύσκολο να ικανοποιήσουμε και δεν κάνουν παραχωρήσεις σε περιστάσεις ή ατομικές ανάγκες (π.χ. «πρέπει πάντα να δίνω το 110%»). Μέσα από συγκεκριμένες ΓΣΨ τεχνικές και εξετάζοντας τα κοινά θέματα των αυτόματων αρνητικών σκέψεων, το άτομο μπορεί με την συνδρομή του θεραπευτή να διατυπώσει μια νέα ενδιάμεση πεποίθηση η οποία θα είναι πιο ευέλικτη και ρεαλιστική από την προηγούμενη.

Για παράδειγμα, αν η υπάρχουσα ενδιάμεση πεποίθησή μου είναι ότι «αν κάποιος μου ασκήσει κριτική, σημαίνει ότι έχω αποτύχει», μια νέα θα μπορούσε να είναι η εξής: «αν κάποιος μου ασκήσει κριτική, μπορεί να το αξίζω ή όχι. Αν έχω κάνει κάτι που να αξίζει κριτική, αυτό δεν είναι αποτυχία – αποτελεί κομμάτι του να είσαι άνθρωπος και δεν υπάρχει τίποτα αρνητικό σε αυτό».

Η τροποποίηση των πυρηνικών πεποιθήσεων είναι ένα από τα τελικά στάδια της θεραπείας και ως εκ τούτου ενέχει και τις περισσότερες δυσκολίες. Η λήψη πρόσθετων πληροφοριών τόσο από τις τρέχουσες καταστάσεις που αντιμετωπίζει το άτομο, όσο και από την παιδική του ηλικία (π.χ. εξετάζοντας την αλληλεπίδρασή του με τους σημαντικούς άλλους), βοηθά σε πρώτη φάση τον θεραπευτή να εντοπίσει την προέλευση και την συμβολή που έχει η πυρηνική πεποίθηση στις παρούσες δυσκολίες του ατόμου.

Στην συνέχεια, ο θεραπευόμενος με την κατάλληλη παρότρυνση και καθοδήγηση από τον θεραπευτή, ξεκινά να παρακολουθεί τον τρόπο λειτουργίας της πυρηνικής του πεποίθησης στο παρόν – αν δηλαδή συνεχίζει να είναι βοηθητική ή αν περιορίζει την ζωή του.  Μέσα από συγκεκριμένες ΓΣΨ τεχνικές, (όπως η αναδόμηση των πρώιμων πυρηνικών πεποιθήσεων, το παίξιμο ρόλων και τα συμπεριφορικά πειράματα), επιτυγχάνεται η συγκρότηση νέων πυρηνικών πεποιθήσεων με βάση μία πιο ρεαλιστική, θετική και λειτουργική ιδέα για τον εαυτό.


Διαβάστε σχετικά: Ποιο είδος Ψυχοθεραπείας μου ταιριάζει;


Ερευνητικά δεδομένα έχουν δείξει κατ’ επανάληψη την αποτελεσματικότητα της ΓΣΨ σε ένα μεγάλο εύρος ψυχικών διαταραχών. Πλήθος ερευνών (λ.χ., Hofmann & Smits, 2008˙ Tolin, 2010˙ DiGiulio, 2010˙ Warwick και συνεργάτες, 2017) έχουν δείξει ότι αποτελεί την πρώτη γραμμή παρέμβασης στις περισσότερες αγχώδεις διαταραχές και την κατάθλιψη με σημαντικά μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα σε σχέση με την φαρμακοθεραπεία και άλλες μορφές ψυχοθεραπείας.

Άλλες έρευνες (λ.χ., Dixon και συνεργάτες, 2010˙ Burns και συνεργάτες 2014˙ Valmaggia & Smit, 2014) έχουν δείξει ότι είναι αποτελεσματική ακόμα και σε μείζονες ψυχιατρικές διαταραχές που βρίσκονται σε φάση ύφεσης, όπως είναι οι ψυχώσεις και η διπολική διαταραχή.

Συμπερασματικά, η ΓΣΨ αποτελεί μια ερευνητικά τεκμηριωμένη σύνθεση της θεραπείας της συμπεριφοράς, της θεωρίας της κοινωνικής μάθησης και της γνωστικής ψυχολογίας. Από την οπτική της ΓΣΨ, η ψυχολογική ευημερία είναι αποτέλεσμα ενός μεγάλου φάσματος συμπεριφορών που έχουν να κάνουν με την ικανότητα επίλυσης προβλημάτων, το αμοιβαίο και ικανοποιητικό «σχετίζεσθαι» και την προσαρμοστική αντίδραση απέναντι σε καταστάσεις της καθημερινής ζωής.

Μέσα από την ΓΣΨ, το άτομο αποκτά με τον καιρό περισσότερη γνωστική ευελιξία, αυξάνει τις ικανότητες αυτό-παρατήρησης και ενισχύει την αυτό-αποτελεσματικότητά του. Έτσι, μαθαίνει να ελέγχει περισσότερο τα συναισθήματά του και να απολαμβάνει μια πιο πλήρη και χαρούμενη ζωή. Όπως έλεγε άλλωστε και ο C. Swindoll, η ζωή είναι κατά 10% ό,τι μας συμβαίνει και κατά 90% πώς αντιδράμε σε αυτό.


Βιβλιογραφία

  • Burns, A. M. N., Erickson, D. H., & Brenner, C. A. (2014). Cognitive-behavioral therapy for medication-resistant psychosis:  A meta-analytic review. Psychiatric Services 65(7), 874–880. https://doi.org/10.1176/appi.ps.201300213
  • Di Giulio, G. (2010). Therapist, client factors, and efficacy in cognitive behavioral therapy: A meta-analytic exploration of factors that contribute to positive outcome. Ottawa: University of Ottawa.
  • Dixon, L. B., Dickerson, F., Bellack, A. S., Bennett, M., Dickinson, D., Goldberg, R.  W., Lehman, A., Tenhula, W. N., Calmes, C., Pasillas, R. M., Peer, J., & Kreyenbuhl, J. (2009).  The 2009 Schizophrenia PORT psychosocial treatment recommendations and summary statements. Schizophrenia Bulletin, 36(1), 48–70. https://doi.org/10.1093/schbul/sbp115
  • Hofmann, S. G., & Smits, J. A. J. (2008). Cognitive-behavioral therapy for adult anxiety disorders: A meta-analysis of randomized placebo-controlled trials. The Journal of Clinical Psychiatry, 69, 621–632.
  • Tolin, D. F. (2010). Is cognitive-behavioral therapy more effective than other therapies? A meta-analytic review. Clinical Psychology Review, 30, 710–720.
  • Warwick, H., Reardon, T., Cooper, P., Murayama, K., Reynolds, S., Wilson, C., et al. (2017). Complete recovery from anxiety disorders following cognitive behavior therapy in children and adolescents: A meta-analysis. Clinical Psychology Review, 52,77–91. http://dx.doi.org/10.1016/j.cpr.2016.12.002
Κάντε like στην σελίδα μας στο Facebook 
Ακολουθήστε μας στο Twitter 

Εγγραφείτε για να λαμβάνετε το newsletter μας!

Βρείτε μας στα...