Γιώργος Κουντουράς

Ξαναμαθαίνοντας τον εαυτό μέσα από την ψυχοθεραπεία

Ξαναμαθαίνοντας τον εαυτό μέσα από την ψυχοθεραπεία

Γιώργος Κουντουράς
γυναίκα που κοιτάζεται σε καθρέφτες αφού έχει βγει από την ψυχοθεραπεία

Στην ζωή, οι αναπόφευκτες δυσκολίες που ανακύπτουν συχνά, δεν αντανακλούν τις μειονεξίες των ανθρώπων, αλλά μια εσωτερική ανάγκη για επαναπροσδιορισμό της δράσης τους που συντελεί σε κάποια αλλαγή. Η ψυχοθεραπεία προωθεί την γνώση και η γνώση με την σειρά της προωθεί την αλλαγή.


Το πεδίο εφαρμογής της ψυχοθεραπείας είναι αρκετά ευρύ και δεν αφορά μόνο την αντιμετώπιση των ψυχικών διαταραχών. Ζητήματα ψυχολογικής ή/και σωματικής φύσεως όπως είναι το αίσθημα της «ανικανοποίησης» από την ζωή, η γενική έλλειψη χαρούμενης διάθεσης, το συναισθηματικό/σωματοποιημένο άγχος, οι ασθένειες που προκαλούν έκπτωση της σωματικής λειτουργικότητας και περιπλέκονται από ψυχολογικούς παράγοντες, οι καταστρεπτικές και μη ικανοποιητικές κοινωνικές και διαπροσωπικές σχέσεις, καθώς και οι αρνητικές στάσεις απέναντι στον εαυτό και/ή τους άλλους, εντάσσονται στο πλαίσιο άσκησης της ψυχοθεραπείας και αντιμετωπίζονται με σημαντική επιτυχία.

Ωστόσο, η αναζήτηση ψυχοθεραπευτικής βοήθειας, δεν εξαρτάται μόνο από το είδος, την διάρκεια ή την ένταση ενός ζητήματος, αλλά και από τις κοινωνικές-πολιτισμικές αντιλήψεις αναφορικά με την παροχή και λήψη ψυχολογικής βοήθειας, καθώς και από το μοντέλο παρέμβασης που προτείνεται λαμβάνοντας υπόψη την φύση του ζητήματος.

Η Γνωστική-Αναλυτική Ψυχοθεραπεία (ΓΑΨ) δεν είναι ένα μοντέλο παρέμβασης που προτείνεται μόνο για την αντιμετώπιση των ψυχικών διαταραχών που ανήκουν σε συγκεκριμένες διαγνωστικές κατηγορίες, αλλά αφορά μια πλειάδα ψυχοκοινωνικών ζητημάτων που συνήθως επηρεάζουν το άτομο σε προσωπικό, κοινωνικό και επαγγελματικό επίπεδο. Τα ζητήματα αυτά που θα ωθήσουν αρχικά ένα άτομο να αναζητήσει ψυχοθεραπευτική βοήθεια παρουσιάζονται με την μορφή σωματικών συμπτωμάτων (π.χ. ζαλάδες, πονοκέφαλοι, μυαλγίες, αίσθημα παλμών) και αρνητικής διάθεσης (π.χ. μελαγχολία, εκρήξεις θυμού, χαμηλή αυτοπεποίθηση) και η προσέγγισή τους απαιτεί πολυεπίπεδη κατανόηση – την αναγνώριση δηλαδή των διαπλεκόμενων βιολογικών, κοινωνικών και ψυχολογικών παραγόντων που συνυφαίνονται με το εν λόγω ζήτημα.

Στο μοντέλο παρέμβασης της ΓΑΨ όμως, ο/η θεραπευτής/ρια προσεγγίζει ένα ζήτημα ψυχολογικής φύσεως με τον τρόπο που αυτό παρουσιάζεται στο άτομο που αναζητά θεραπεία και όχι έτσι όπως πιθανόν μπορεί να περιγράφεται σε ένα διαγνωστικό εγχειρίδιο. Συνεπώς, η έμφαση δίνεται στο πως αυτά τα συμπτώματα συνδέονται με την προσωπική ιστορία του ατόμου, την αίσθηση του εαυτού του σε σχέση με τον κόσμο και τους άλλους, το πλαίσιο όπου αναδύονται και το ρεπερτόριο των επιλογών που χρησιμοποιούνται για την ανακούφισή του από αυτά.

Οι αγχογόνες και συχνά απρόκλητες αλλαγές στην διάθεση, οι ανεπιθύμητες συμπεριφορές και τα σωματικά συμπτώματα, γίνονται βιωμένα με τέτοιο τρόπο ώστε το άτομο να πιστεύει τις περισσότερες φορές ότι του συμβαίνει κάτι που είναι πέρα από τον έλεγχο και/ή την κατανόησή του. Ο εντοπισμός τόσο των εξωτερικών όσο και των εσωτερικών διεργασιών που συνοδεύουν αυτές τις ψυχοσυναισθηματικές ή/και σωματικές εκδηλώσεις με την βοήθεια του θεραπευτή ΓΑΨ και οι οποίες επηρεάζουν πολλές φορές την συχνότητα και την ένταση της εμφάνισής τους, συμβάλλει στην ενίσχυση της αυτοπαρατήρησης του ατόμου η οποία μπορεί να λειτουργήσει σε πρώτη φάση θεραπευτικά.

Ο ΓΑΨ θεραπευτής λοιπόν, παρακινεί το άτομο να κρατά ημερολόγιο στο οποίο θα καταγράφει καθημερινά την διάθεσή του, τα περιστατικά εμφάνισης ανεπιθύμητων συμπεριφορών ή άλλων ψυχολογικών – σωματικών συμπτωμάτων συμπεριλαμβανομένων των σκέψεων και των συναισθημάτων που συνδέονται με αυτά, με σκοπό να απαντηθούν τρία βασικά ερωτήματα:

  • Πως οι διαδικασίες αμοιβαίων ρόλων επηρεάζουν την εμφάνιση των συμπτωμάτων; Κάθε διαντίδραση μεταξύ δύο ανθρώπων εμπεριέχει δύο ζευγαρωμένες διαδικασίες αμοιβαίων ρόλων. Κάθε μέλος της σχέσης πιέζει το άλλο να δράσει αμοιβαία με όση περισσότερη ακρίβεια γίνεται. Συνεπώς, αν νιώθουμε ότι οι άλλοι μας εγκαταλείπουν και αισθανόμαστε ότι υπάρχει ένα «κενό», πιέζουμε τους άλλους να αντιδράσουν αμοιβαία. Το σύμπτωμα που θα αναπλήρωνε αυτό το «κενό», θα μπορούσε να είναι ένα επεισόδιο υπερφαγίας για παράδειγμα.
  • Κατά πόσο μπορεί ένα σύμπτωμα να γίνει κατανοητό ως μια εναλλακτική εκδήλωση κάποιων «απαγορευμένων» σκέψεων και συναισθημάτων; Για παράδειγμα, ο ενοχικός θυμός ενός ατόμου απέναντι στην κριτική και την κυριαρχία που εισπράττει από τους άλλους, μπορεί να αντικατασταθεί και να εκδηλωθεί τελικά ως καταθλιπτική διάθεση και συγκαταβατική συμμόρφωση με τις επιθυμίες των άλλων.
  • Κατά πόσο ένα σύμπτωμα υπάρχει για να «βοηθήσει» το άτομο να διατηρήσει τον έλεγχο στις διαπροσωπικές του σχέσεις ή για να του χρησιμεύσει ως μέθοδος αυτοτιμωρίας προκειμένου να ανακουφιστεί από τις ενοχές του; Για παράδειγμα, το άτομο που αισθάνεται ενοχές γιατί αποτυγχάνει στην επίτευξη των στόχων που έχει θέσει, μπορεί να «τιμωρήσει» τον εαυτό του ή να ανακουφιστεί από τις ενοχές του, υποφέροντας από έναν δυνατό πονοκέφαλο. Επίσης, σε άλλη περίπτωση, μπορεί να υιοθετεί συνεχώς τον «ρόλο του ασθενή» με σκοπό να τον φροντίζουν και να τον προσέχουν οι άλλοι.

Στην ΓΑΨ, η ψυχοθεραπευτική διαδικασία εξελίσσεται και πηγαίνει πέρα από την απλή παρατήρηση των συμπτωμάτων και των καταστάσεων που τα πυροδοτούν. Με την βοήθεια του ΓΑΨ θεραπευτή, το άτομο καταφέρνει να διευρύνει την κατανόησή του αναφορικά με τα σχήματα που οργανώνουν την αντίληψη μιας κατάστασης και της δράσης του ως προς αυτήν.

Για να καταστεί αυτό εφικτό, ο ΓΑΨ θεραπευτής έχει ως στόχο να διαφωτίσει κάποιες πτυχές της ζωής του ατόμου που απαντούν στα ακόλουθα ερωτήματα: Ποιός είμαι;, Τι θέλω να κάνω;, Με ποιόν τρόπο να το κάνω;.

  • Το πρώτο ερώτημα αναφέρεται στα σενάρια της ταυτότητας του εαυτού με βάση τα οποία οργανώνουμε τους γενικούς στόχους της ζωής μας, ιεραρχούμε τις αξίες μας και αυτοπροσδιοζόμαστε ως άτομα.
  • Το δεύτερο ερώτημα έχει να κάνει με τα στρατηγικά σενάρια με βάση τα οποία επιλέγουμε την καριέρα μας, τους φυλετικούς μας ρόλους, τις πολιτικές μας θέσεις κτλ.
  • Τέλος, το τρίτο ερώτημα αφορά τα τακτικά σενάρια – καθημερινές δράσεις και συμπεριφορές χαμηλότερης κλίμακας οι οποίες «υπηρετούν» σενάρια υψηλότερης τάξης όπως είναι τα στρατηγικά.

Στην ΓΑΨ λοιπόν, ο θεραπευτής προσπαθεί να διαφωτίσει τα τακτικά σενάρια με σκοπό την πρόσβαση στα στρατηγικά σενάρια και στα σενάρια ταυτότητας εαυτού (τα οποία μπορεί και να βρίσκονται σε ασυνείδητο επίπεδο). Με αυτόν τον τρόπο, η ψυχοθεραπεία είναι μια διαδικασία μάθησης και ανακάλυψης του εαυτού, αφού αποσκοπεί στον εντοπισμό και την αναθεώρηση (εφόσον το επιθυμεί το άτομο) των μαθημένων σχημάτων σκέψης και δράσης. Πως όμως η ασυμφωνία μεταξύ των παραπάνω σεναρίων και της πραγματικότητας που βιώνουμε μας ωθεί στο να αναζητήσουμε βοήθεια;

Όταν διαπιστώνουμε ότι υπάρχει ασυμφωνία μεταξύ της πραγματικότητας και αυτού που επιθυμούμε, βιώνουμε ποικίλα αρνητικά συναισθήματα όπως είναι η λύπη, ο θυμός, και το άγχος τα οποία μας οδηγούν τις περισσότερες φορές σε δράση. Τα αρνητικά συναισθήματα μας παρακινούν να δράσουμε με σκοπό να γεφυρώσουμε το χάσμα αυτής της ασυμφωνίας και να επαναφέρουμε την τάξη ανάμεσα σε αυτό που θέλουμε και σε αυτό που βιώνουμε.

Ωστόσο, μια αποτυχία επίλυσης της ασυμφωνίας μεταξύ προσωπικής επιθυμίας και πραγματικότητας, δεν αρκεί για να προκαλέσει σημαντικές ψυχοσυναισθηματικές δυσκολίες στο άτομο. Η συχνότητα εμφάνισης μιας ασυμφωνίας και το επίπεδο σεναρίου στο οποίο αυτή εκδηλώνεται οδηγούν τις περισσότερες φορές σε καταστάσεις όπως είναι το άγχος και η κατάθλιψη. Για παράδειγμα, η αδυναμία μου να ελέγξω την ζωή μου είναι πηγή πολύ πιο έντονων αρνητικών συναισθημάτων από την αδυναμία μου να διαχειριστώ μια φιλική σχέση ή την αδυναμία μου να επισκευάσω τον Η/Υ μου. Επίσης, η συχνή αποτυχία επίλυσης αυτής της ασυμφωνίας μπορεί να οδηγήσει αναπόδραστα στο να καταστούν μόνιμες τέτοιου είδους αρνητικές συναισθηματικές καταστάσεις.

Σε άλλες περιπτώσεις, η μη εμπλοκή του ατόμου στην διαδικασία επίλυσης αυτής της ασυμφωνίας, έχει ως απότοκο την απομάκρυνση από τους στόχους της ζωής του. Συνεπώς, η εμπειρία του ατόμου περιορίζεται και οι δυνατότητες μιας κατάστασης δεν αξιοποιούνται σε όλο τους το εύρος. Στο άγχος και την κατάθλιψη για παράδειγμα (δύο καταστάσεις που συχνά συνυπάρχουν), τα αυστηρά κριτήρια αυτοεκτίμησης, τα μη ρεαλιστικά υψηλά κριτήρια για την αποδοχή του εαυτού ή η ενοχική διάθεση μετά από κάποια επιτυχία προξενούν έντονα αρνητικά συναισθήματα που συνδέονται με ανώτερης τάξης σενάρια και επηρεάζουν καταλυτικά την αίσθηση του εαυτού. Πολλές φορές όμως, η έκφραση αυτών των αρνητικών συναισθημάτων δεν συνάδει με τις υπάρχουσες κοινωνικές επιταγές και ως εκ τούτου το άτομο καταπιέζεται και τα συναισθήματά του σωματοποιούνται.

Στην ζωή, οι αναπόφευκτες δυσκολίες που ανακύπτουν συχνά, δεν αντανακλούν τις μειονεξίες των ανθρώπων, αλλά μια εσωτερική ανάγκη για επαναπροσδιορισμό της δράσης τους που συντελεί σε κάποια αλλαγή. Η ψυχοθεραπεία προωθεί την γνώση και η γνώση με την σειρά της προωθεί την αλλαγή. Επιθυμούμε να είμαστε χαρούμενοι, ευτυχισμένοι και να βιώνουμε πάντα ό,τι πιο θετικό έχει να μας προσφέρει η ζωή. Τα θετικά συναισθήματα εξ ορισμού όμως δεν μας οδηγούν σε κάποια δράση προς την κατεύθυνση της αλλαγής.

Γιατί άλλωστε να αλλάξουμε κάτι επιθυμητό; Μήπως όμως η επιθυμία να βιώνουμε μόνο θετικά συναισθήματα οδηγεί σε μια μάταιη προσπάθεια διατήρησής τους η οποία καταλήγει να είναι ψυχοπιεστική; Θα ξέραμε τι πάει να πει χαρά, αν δεν βιώναμε πρώτα την λύπη; Δεν είναι τυχαίο ότι τις περισσότερες φορές βιώνουμε τα πιο έντονα θετικά συναισθήματα μετά από μια δύσκολη κατάσταση που πυροδοτεί αρχικά αρνητικά συναισθήματα. Μια εξεταστική διαδικασία μπορεί να προκαλέσει άγχος και πίεση, αλλά η χαρά και η ικανοποίηση με την επιτυχία βιώνονται έντονα μετά το τέλος της. Η ανατροφή ενός παιδιού ενέχει όχι μόνο πρακτικές αλλά και σημαντικές ψυχοσυναισθηματικές δυσκολίες (άγχος, απογοητεύσεις, θυμό, αβεβαιότητα), αλλά οι στιγμές ευτυχίας που βιώνουν οι γονείς περιγράφονται από πολλούς ως μοναδικές και αναντικατάστατες. Η δέσμευση στην ψυχοθεραπεία έχει τις δικές τις δύσκολες και επώδυνες στιγμές, οι οποίες αποκτούν το δικό τους προσωπικό νόημα για τον άνθρωπο που μαθαίνει να χαίρεται με κάθε νέα αλλαγή και εξέλιξη στην ζωή του.


Βιβλιογραφία

  • Ryle, A., & Kerr, I. B. (2008). Introducing Cognitive Analytic Therapy: Principles and Practice. Introducing Cognitive Analytic Therapy: Principles and Practice. https://doi.org/10.1002/9780470713587
Κάντε like στην σελίδα μας στο Facebook 
Ακολουθήστε μας στο Twitter 

Εγγραφείτε για να λαμβάνετε το newsletter μας!

Βρείτε μας στα...