Η ασθένεια είναι ο βασιλικότερος δρόμος για το υποσυνείδητο

Η ασθένεια είναι ο βασιλικότερος δρόμος για το υποσυνείδητο

ασπρόμαυρη φωτογραφία ενός άντρα που κάθεται σε ένα παγκάκι και ασθενεί που είναι ο βασιλικότερος δρόμος για το υποσυνείδητο

Ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας λειτουργεί πολλές φορές σαν τη σταγόνα που ξεχειλίζει το ποτήρι και φέρνει με ορμή στην επιφάνεια όσα συναισθήματα ήταν καλά κρυμμένα στο υποσυνείδητο.


Πολλοί άνθρωποι ζουν επιλέγοντας να μην εκφράζουν τα δύσκολα συναισθήματα που βιώνουν στην καθημερινότητα και στην αλληλεπίδραση τους με τους άλλους. Ό,τι τους πληγώνει, τους πονάει και τους θυμώνει το καταχωνιάζουν βαθιά μέσα τους και υποβάλλονται στη σιωπή. Ως εκ τούτου επιλέγουν να μη δημιουργούν εξωτερικές συγκρούσεις στην οικογένεια, στον εργασιακό χώρο, στις φιλίες, κ.λπ., παρά να βιώνουν αυτές τις συγκρούσεις εσωτερικά.

Όσο κανείς είναι νέος και υγιής ενδεχομένως να αντέχει αυτή την ανισορροπία του «μέσα» με το «έξω», σίγουρα όμως, όταν σε μεγαλύτερη ηλικία βρεθεί αντιμέτωπος με μια σοβαρή αρρώστια δυσκολεύεται να ελέγξει τα απωθημένα συναισθήματα. Ειδικότερα, ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας λειτουργεί πολλές φορές σαν τη σταγόνα που ξεχειλίζει το ποτήρι και φέρνει με ορμή στην επιφάνεια όσα συναισθήματα ήταν καλά κρυμμένα στο υποσυνείδητο. Αυτό συνέβη και στην Πηνελόπη, τη μητέρα της Ελένης, η οποία μου αφηγήθηκε την ιστορία της στο γραφείο μου.

Η Πηνελόπη λοιπόν γεννήθηκε σε ένα ημιορεινό χωριό και όλη της τη ζωή κινήθηκε μεταξύ πατρικού, πλατείας και αργότερα του καφενείου του άντρα της. Εκεί στον μικρόκοσμό της ένιωθε πάντα στο κέντρο των εξελίξεων, αλλά και μια ανυπότακτη επιθυμία να δραπετεύσει από τα στενά όρια του τόπου της. Ο σπόρος είχε φυτευτεί από τότε που ήταν πολύ μικρή, μαθήτρια του δημοτικού, διαβάζοντας την εφημερίδα στον πατέρα της, επειδή εκείνος δεν ήξερε γράμματα.


Διαβάστε σχετικά: Δεν μιλάω στους γονείς μου


Ο κόσμος που μεταφέρει η εφημερίδα της φαίνεται απέραντος και τη γοητεύει: Όποιος ζει στον μικρόκοσμό του δεν μπορεί να αντιληφθεί τον κόσμο, έλεγε και για εκείνη η εφημερίδα ήταν η πόρτα να ταξιδεύει σε αυτόν. Νοερά νιώθει πολίτης του κόσμου και συνάμα καταφέρνει να γίνεται συμμέτοχος των πολιτικών, οικονομικών και άλλων ζυμώσεων που συντελούνται στο χώρο του καφενείου, πάντα με το διακριτικό ρόλο που πρέπει να έχει μια γυναίκα εκείνης της εποχής.

Η Πηνελόπη «φεύγει», μένοντας όμως στα στενά όρια της μικρής της κοινότητας, ενός τόπου που σημάδεψε τη ζωή της, μια και εκεί γεννήθηκε, παντρεύτηκε, εργάστηκε στο καφενείο και γέννησε τα δύο παιδιά της, εκ των οποίων το ένα το χάνει από ατύχημα σε νεαρή ηλικία.

Της απέμεινε μια κόρη, η Ελένη, η οποία μεγαλωμένη με τον ίδιο σπόρο, να γνωρίσει τον κόσμο, διαλέγει τον δρόμο της ξενιτιάς φεύγοντας στην Αμερική. Βοηθήσανε και οι συγκυρίες, αφού μόλις τελείωσε το πανεπιστήμιο γνώρισε τον Γιώργο, ο οποίος ήδη είχε μια πρόταση για μια σπουδαία θέση σε ένα αμερικάνικο πανεπιστήμιο.

Έφυγε μαζί του χωρίς δεύτερη σκέψη, ακολουθώντας την επιθυμία να «γνωρίσει» τον κόσμο. Και η μητέρα τής έδωσε την ευχή της να φύγει, χάρηκε πολύ σαν να πραγματοποιούσε το δικό της ανεκπλήρωτο όνειρο, παράλληλα όμως μια εσωτερική της φωνή έλεγε «μη φεύγεις, μη με εγκαταλείπεις».

Κύλησαν τα χρόνια, η Ελένη ρίζωσε στην Αμερική, ο άντρας της είναι πλέον ένας σπουδαίος επιστήμονας, έχουν δύο παιδιά κι έρχεται στην Ελλάδα μόνο για διακοπές και για να δει τη μητέρα της. Φέτος όμως, είχε μια παράξενη διαίσθηση, είχε από τη μία ένα γλυκό συναίσθημα νοσταλγίας για την πατρίδα και τη μητέρα της, αλλά παράλληλα και μια περίεργη ανησυχία.

Θα ερχόταν μόνη της, έτσι κι αλλιώς τελευταία μόνη της νιώθει, με μια λαχτάρα να ξανασυναντήσει τη μητέρα της, να μαγειρέψουν μαζί, να διαβάσουν την εφημερίδα και να συζητήσουν για τη μαγεία του κόσμου, όπως τότε που ήταν μικρή.

Την ημέρα όμως που προσγειώθηκε στο αεροδρόμιο έμαθε πως η μητέρα της είναι στο νοσοκομείο, με σπασμένο ισχίο. Εκεί την περίμεναν πολλές εκπλήξεις. Κατ’ αρχάς, το σύστημα υγείας της χώρας της φάνηκε «απαρχαιωμένο και μίζερο», όπως λέει η ίδια χαρακτηριστικά. Ωστόσο, δεν ήταν αυτή η μεγαλύτερή της έκπληξη, αλλά οι κρίσεις που παθαίνει η μητέρα της.

Η κυρία Πηνελόπη, που δεν είχε παραπονεθεί ποτέ, ακόμη και όταν έχασε το ένα της παιδί και της έφυγε το άλλο, υπό την επήρεια του πόνου και του μετεγχειρητικού στρες χάνει κάθε έλεγχο και φωνάζει, ουρλιάζει. Η Ελένη τρομάζει, δεν αναγνωρίζει το πρόσωπο της μητέρας της, μιας αξιοπρεπούς γυναίκας, η οποία ήταν πάντα συγκρατημένη και λογική και τώρα τη βλέπει να μετατρέπεται σε μια θυμωμένη γυναίκα που μαίνεται εναντίον όλων με πολύ ένταση και επιθετικότητα.

Το στρες κι ο πόνος όμως είναι σαν να απελευθερώνει την Πηνελόπη και να ξεμπλοκάρει τις υποσυνείδητες σκέψεις της. Ενώ η Ελένη δεν έχει φύγει στιγμή από το προσκέφαλό της, η μητέρα της φωνάζει «γιατί με παράτησες και έφυγες». Δεν το χωρά ο νους της πως αυτό το «με παράτησες» δεν αφορά το τώρα, αλλά το τότε, την απόφασή της να πάει στην Αμερική.

Η Ελένη καθώς μου τα αφηγείται στην πρώτη συνάντηση είναι σαστισμένη, δεν μπορεί να αναγνωρίσει το πρόσωπο της μαμάς της και είναι μεταξύ θυμού, ενοχών και στεναχώριας. Από την άλλη όμως η ασθένεια και ο πόνος της δίνει μια ευκαιρία να σχετιστεί πιο βαθιά με τη μητέρα της, να τη γνωρίσει καλύτερα και μέσα από αυτό να πάρει πληροφορίες και για τον εαυτό της.


Διαβάστε σχετικά: Γιατί πολλοί άνθρωποι χρειάζεται να βάλουν όρια στους γονείς τους


Στην αλλόκοτη αντίδραση της μητέρας της είδε και δικά της χαρακτηριστικά, τον εαυτό της να μην αντιδρά στα κακώς κείμενα της δικής της σχέσης με τον σύντροφό της, στην νοσταλγία της πατρίδας και στο αναπάντητο ακόμη ερώτημα, τι κάνω εγώ στην Αμερική;. Γυρνώντας πίσω στο χρόνο μου λέει: μεγαλώσα με το όνειρο να φύγω κάποια στιγμή από το μικρό χωριό και με την πρώτη ευκαιρία ανέβηκα πάνω στο όνειρο και πέταξα, δίχως όμως να ξέρω προς τα που και γιατί, έτσι απλά επειδή μέσα μου είχε μπει ο σπόρος του φευγιού.

Η Ελένη έμαθε μέσα σε αυτές τις λίγες συνεδρίες να «ακούει» διαφορετικά τις εκρήξεις της μητέρας της και να αντικρύσει στα λόγια του πόνου κάποιες κρυμμένες αλήθειες που βρήκαν τον τρόπο να βγούνε στο φως. Οι νέες αλήθειες, με τις οποίες έρχεται αντιμέτωπη, της φωτίζουν ένα νέο δρόμο κατανόησης και για τη δική της ύπαρξη, τις δικές της επιλογές, τα δικά της θαμμένα συναισθήματα.

Έχω κουραστεί να μη μιλάω, σκέφτομαι εδώ και πολύ καιρό να χωρίσω, η σχέση μου με τον Γιώργο έχει πάψει εδώ και χρόνια να είναι συντροφική, μου είπε στην τελευταία συνάντησή μας και δεσμεύτηκε να τα λέμε μέσω Skype. Ήθελε μόνο να προλάβει πριν φύγει για την Αμερική, να περάσει κάποιες μέρες στο πατρικό της, να φροντίσει τη μαμά της και να ταξιδέψουν μαζί αυτή τη φορά στον εσωτερικό τους κόσμο…

Κάντε like στην σελίδα μας στο Facebook 
Ακολουθήστε μας στο Twitter 

Εγγραφείτε για να λαμβάνετε το newsletter μας!

Βρείτε μας στα...