PsychologyNow Team

Επιτρέπεται οι Ψυχολόγοι να Κλαίνε στη Θεραπεία;

Επιτρέπεται οι Ψυχολόγοι να Κλαίνε στη Θεραπεία;

PsychologyNow Team

Δεν είναι μόνο οι θεραπευόμενοι που δακρύζουν κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Μερικές φορές δακρύζουν και οι ψυχολόγοι.


Ας υποθέσουμε ότι σε μια θεραπευτική συνεδρία, η θεραπευόμενή σας αποκαλύπτει ότι την κακοποίησαν φρικτά ως παιδί. Αρχίζει να κλαίει και τα δάκρυα γεμίζουν και τα δικά σας μάτια.

Είναι αυτό μια κατάλληλη αντίδραση; Πρέπει να καταπολεμήσετε τα δάκρυά σας, να τα κρύψετε ή να τα αφήσετε να κυλήσουν; Και αν κλάψετε, πώς θαεπηρεάσειαυτό τη θεραπευόμενή σας;

Πολλά εκπαιδευτικά προγράμματα δεν έχουν ειδικά μαθήματα για τα δάκρυα στη θεραπεία, είτε κατά την εκπαίδευση είτε κατά τη διάρκεια της εποπτείας. Ως αποτέλεσμα, οι εκπαιδευόμενοι ίσως οδηγηθούν να πιστέψουν ότι οι ψυχολόγοι πρέπει να παραμένουν ισχυροί και ουδέτεροι και ότι τα δάκρυα είναι αντιεπαγγελματικά και υπονομεύουν αυστηρά το καθορισμένο ρόλο του ψυχολόγου.

Ωστόσο, τα δάκρυα είναι μία συνηθισμένη ανταπόκριση για πολλούς ψυχολόγους, δείχνει η μελέτη του 2013 στο επιστημονικό περιοδικό “Psychotherapy” που συντάχθηκε από τους Blume-Marcovici, Stolberg και Khademi του Διεθνές Πανεπιστήμιου Alliant, η οποία διαπίστωσε ότι το 72% των ψυχολόγων και των εκπαιδευομένων είχαν κλάψει κάποια στιγμή μαζί με τους ασθενείς, με το 30% να έχουν δακρύσει τις προηγούμενες τέσσερις εβδομάδες.

Πώς, λοιπόν, θα πρέπει να προσεγγίσετε τη πιθανότητα ότι κάποια στιγμή μπορεί να πιάσετε τον εαυτό σας να δακρύζει κατά τη διάρκεια της συνεδρίας; Τι ρόλο παίζουν τα δάκρυα του ψυχολόγου στη θεραπεία; Εδώ παρατίθενται μερικές επεξηγήσεις.


Διαβάστε σχετικά: Eίναι κακό να κλαίμε; Μύθοι και αλήθειες για το κλάμα


Ένα σημάδι ανθρωπιάς

Κατά τη διάρκεια της δικής μου εκπαίδευσης, το κλάμα του ψυχολόγου με τους θεραπευόμενους δεν είχε καν αναφερθεί, λέει η Ψυχολόγος Nadine Kaslow.

Υπήρχε ένα σιωπηρό μήνυμα ότι δεν πρέπει να το κάνουμε, ότι έδειχνε προβλήματα στα όρια που βάζουμε με το θεραπευόμενο, λέει η Kaslow, Καθηγήτρια Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο της Ιατρικής Σχολής Emory. Οι γυναίκες ψυχολόγοι κυρίως, οδηγήθηκαν να πιστέψουν ότι αν έκλαιγαν, θα έδειχναν ότι δεν ήταν αρκετά δυνατές για να κάνουν αυτή τη δουλειά.

Αυτά τα μηνύματα δεν έχουν αλλάξει πολύ, λέει η Kaslow. Ωστόσο, πιστεύει ότι τα συγκρατημένα δάκρυα, όχι η πλήρης παράδοση στο κλάμα, μπορεί να είναι ένα θετικό και φυσικό στοιχείο σε μια θεραπευτική σχέση.

Πολλοί από εμάς τους ψυχολόγους που είμαστε ευαίσθητοι, συμπονετικοί και ερχόμαστε σε επαφή με τα συναισθήματα μας, βουρκώνουμε ή δακρύζουμε κατά περίπτωση με έναν ασθενή, λέει. Και αυτό είναι μια φυσιολογική ανθρώπινη και διαπροσωπική αντίδραση.

Ενώ όλοι οι ψυχολόγοι εργάζονται με συναισθηματικά ζητήματα, μερικοί είναι πιο επιρρεπείς να ακούν συγκινητικές ιστορίες. Μεταξύ αυτών είναι η Sarah E. Dunn, η οποία ασχολείται με αφρικανοαμερικανές γυναίκες που είναι θύματα ενδοοικογενειακής βίας.

Η Dunn λέει ότι οι εκπαιδευόμενοι της μερικές φορές βουρκώνουν από το συναισθηματικά ισχυρό ιστορικό που μοιράζονται οι πελάτες τους, κάτι που βιώνεται σχεδόν σαν φαντασιωσικός, αντιπροσωπευτικός τραυματισμός. Η ανησυχία τους για τα δάκρυα, έχει κάνει αρκετούς από τους εκπαιδευόμενους της να έρθουν σε επαφή μαζί της.

Νιώθουν πανικό και αναρωτιούνται: Μήπως να φύγουν από το δωμάτιο; Να πάνε στην τουαλέτα και να συνέλθουν; Ή μήπως είναι καλό να το δείξουν στους ασθενείς τους; λέει η Dunn. Με την πάροδο των ετών, συνειδητοποίησε ότι οι ασθενείς νιώθουν άνετα να ανοιχτούν λίγο περισσότερο, όταν βλέπουν το ψυχολόγο ως άνθρωπο, που εκφράζει τα συναισθήματά του.

Τι πιστεύουν οι θεραπευόμενοι;

Ελάχιστες είναι οι έρευνες που ρωτούν τους θεραπευόμενους τι σκέφτονται για τα δάκρυα των ψυχολόγων.

Σε μια μελέτη του 2015 στο επιστημονικό περιοδικό Psychotherapy, οι ερευνητές Treat, Kelly και Waller, ρώτησαν 188 ασθενείς με διατροφικές διαταραχές και διαπίστωσαν ότι περίπου το 57% είχε περιστατικά όπου οι ψυχολόγοι δάκρυσαν κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Οι περισσότεροι από αυτούς τους ασθενείς είδαν τα δάκρυα του ψυχολόγου τους με μία θετική προσέγγιση αλλά αυτό δεν ήταν αυτονόητο: εξαρτιόταν από το πώς έβλεπαν τον ψυχολόγο τους, διαπίστωσαν οι ερευνητές.

Εάν οι ασθενείς έβλεπαν τους ψυχολόγους τους να διαθέτουν μία «θετική συμπεριφορά» (κάτι που ορίζεται από τους ερευνητές ως σημάδια ένδειξης ευτυχίας, σταθερότητας ή συνοχής), είχαν περισσότερες πιθανότητες να δούν τα δάκρυα θετικά και να θέλουν να συνεχίσουν τη θεραπεία. Αλλά αν ένιωθαν ότι οι ψυχολόγοι τους είχαν μια «αρνητική συμπεριφορά» (που χαρακτηρίζεται από άγχος, ανία ή θυμό), ένιωθαν λιγότερο θετικά για τα δάκρυα και τη θεραπεία τους.

Το είδος των δακρύων είχε σημασία επίσης. Οι περισσότεροι περιέγραψαν τους ψυχολόγους τους σα να ήταν έτοιμοι να βουρκώσουν. Ορισμένοι περιέγραψαν τους ψυχολόγους να κλαίνε ανοιχτά, αλλά να εξακολουθούν να συνεχίζουν τη συνεδρία. Λιγότερο συχνές ήταν οι περιπτώσεις όπου τα δάκρυα των ψυχολόγων προκάλεσαν τη διακοπή ή τη λήξη μιας συνεδρίας. Οι περιπτώσεις όπου οι ψυχολόγοι έκλαψαν έντονα, βαθμολογήθηκαν αρνητικά από τους ασθενείς.

Το κλάμα των ψυχολόγων δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι καθολικά μια θετική ή ουδέτερη εκδήλωση, εξαρτάται από το πώς οι ασθενείς βλέπουν τον ψυχολόγο ως ένα άτομο, κατέληξαν στο συμπέρασμα οι ερευνητές.

Σε μια αδημοσίευτη ακόμη διατριβή, η φοιτήτρια του Πανεπιστήμιο του Ανατολικού Λονδίνου Alice Watson ερεύνησε την ανταπόκριση των ασθενών στα δάκρυα των ψυχολόγων. Η έμπνευσή της να μελετήσει το συγκεκριμένο θέμα προήλθε μετά το γεγονός που είχε βιώσει η ίδια βλέποντας τους ψυχολόγους να κλαίνε όταν ήταν θεραπευόμενη.

Η ίδια είχε δύο πολύ διαφορετικές αντιδράσεις: το ένα περιστατικό της δημιούργησε συναίσθημα εγγύτητας για το ψυχολόγο, ενώ το άλλο είχε το αντίθετο αποτέλεσμα και σηματοδότησε το τέλος μιας ήδη προβληματικής θεραπευτικής σχέσης.

Για το ερευνητικό της έργο, η Watson πήρε συνέντευξη από οκτώ άτομα, ηλικίας 25-56 ετών, οι οποίοι ανέφεραν ότι είδαν τους ψυχολόγους τους να κλαίνε κατά τη διάρκεια μιας συνεδρίας. Η ποιοτική μελέτη εξέτασε τί λειτούργησε και τί όχι, διαπιστώνοντας ότι οι προσδοκίες των ασθενών για τη θεραπεία και τους ψυχολόγους, έκαναν τη διαφορά στις αντιλήψεις τους.

Κάποιοι αντέδρασαν αρνητικά, βλέποντας τα δάκρυα των ψυχολόγων, μειωτικά για τον ίδιο το ψυχολόγο και μια δυσάρεστη σύγχυση των ρόλων και των ορίων. Άλλοι βρήκαν τα δάκρυα των ψυχολόγων τους να είναι μια ευπρόσδεκτη επιβεβαίωση του πόνου τους.

Είτε τους έβλεπαν θετικά ή αρνητικά, λέει η Watson, όλοι οι συμμετέχοντες ανέφεραν ότι τα δάκρυα του ψυχολόγου ήταν μια μεγάλη στιγμή που είχε σημασία και πως επηρέασε τη κατεύθυνση των πραγμάτων στη σχέση.

Τι πρέπει να πείτε αν κλάψετε;

Θα πρέπει να δίνετε σημασία στη στιγμή που δακρύζετε μπροστά στο θεραπευόμενο; Ή να συνεχίσετε σαν να μην έχει συμβεί τίποτα; Η Kaslow λέει ότι εξαρτάται από την κατάσταση και τη σχέση. Μερικές φορές είναι καλύτερα να μην πούμε τίποτα.

Τα δάκρυα και των δύο προσώπων (ψυχολόγος και θεραπευόμενος) σε μία δύσκολη στροφή της θεραπείας, μπορεί να μη χρειάζεται απαραίτητα να ανοιχθούν, αναφέρει. Αλλά αν η αντίδραση του θεραπευόμενου είναι να προσπαθήσει να φροντίσει το ψυχολόγο αυτό είναι κάτι που πρέπει να ανοιχθεί.

Αν κλάψει μόνο ο ψυχολόγος, αλλά όχι ο ασθενής, η Kaslow συνιστά να ειπωθεί κάτι όπως: Νομίζω ότι μπορεί να κλαίω γιατί...  ή Ποια ήταν η αντίδρασή σας, όταν με είδατε να κλαίω; Αυτό θα μπορούσε να τεθεί αμέσως ή αργότερα στη συνεδρία ή ακόμα και στην επόμενη συνεδρία.


Διαβάστε σχετικά: Γιατί ο θεραπευτής σας δεν μπορεί να είναι και φίλος σας


Πότε τα δάκρυα είναι ακατάλληλα

Το κλάμα μπορεί να κάνει την εμφάνισή του με πολλούς τρόπους: από μάτια που βουρκώνουν, σε ένα απαλό δάκρυ στο ένα μάγουλο και μέχρι το δυνατό θρήνο. Οι ψυχολόγοι συνήθως μετανιώνουν περισσότερο για το πιο έντονο κλάμα ή τα συχνά δάκρυα ή τα δάκρυα που σχετίζονται με τη δική τους κατάσταση, λέει η Blume-Marcovici.

Άλλη μία σημαντική σημείωση που θα πρέπει να προσέξετε: να κλαίτε κάθε φορά που θα βλέπετε κάποιον με ένα συγκεκριμένο πρόβλημα.

Αν αρχίσετε να κλαίτε, όταν ένας θεραπευόμενος ανοίγει ένα συγκεκριμένο θέμα, δείχνει πραγματικά ότι δεν έχετε δουλέψει με αυτό το θέμα εσείς οι ίδιοι, λέει η Kaslow. Αν συμβεί αυτό, θα πρέπει να λάβετε ατομική θεραπευτική βοήθεια και θα πρέπει να το συζητήσετε με τον προϊστάμενό ή τον επόπτη σας.

Τα κοινά γεγονότα που προκαλούν δάκρυα στον ψυχολόγο είναι η θλίψη και η απώλεια ή το τραύμα, λέει η Blume-Marcovici. Οι ψυχολόγοι που έχουν υποστεί το τελευταίο καιρό απώλειες ή έχουν βιώσει έντονο στρες στη ζωή τους, μπορεί να επιστρέψουν στην εργασία τους πολύ πιο σύντομα από όσο θα έπρεπε και στη συνέχεια μπορεί να κλαίνε όταν παρέχουν συμβουλές στους θεραπευόμενους που είχαν παρόμοιες εμπειρίες.

Οι ψυχολόγοι χρειάζεται να γνωρίζουν πώς αξιολογούν τη δική τους προθυμία να επιστρέψουν στην εργασία τους, λέει.

Φυσικά, μπορεί να είναι δύσκολο να γνωρίζουμε ακριβώς πότε - ή - αν ο ψυχολόγος θα δακρύσει. Αλλά οι ψυχολόγοι πρέπει να είναι ενήμεροι ότι αυτή η πολύ ανθρώπινη αντίδραση μπορεί να προκύψει και να γνωρίζουν τι πρέπει να κάνουν αν αυτό συμβεί, αντί να ακολουθήσουν λάθος κατεύθυνση κατά τη διάρκεια μιας συνεδρίας. Στην ιδανική περίπτωση, λένε οι Kaslow και Blume-Marcovici, η ενσωμάτωση ειδικών μαθημάτων στα εκπαιδευτικά προγράμματα ψυχολογίας,  θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην παροχή αυτών των απαντήσεων.

 

the therapy network logo

 

Επισκεφθείτε το TherapyNetwork.eu και παρακολουθήστε επιμορφωτικές συνεδρίες με τους πιο γνωστούς θεραπευτές να διδάσκουν την τέχνη της ψυχοθεραπείας.

 


Πηγή: American Psychological Association
Πηγή έρευνας: Psychotherapy
Απόδοση – Επιμέλεια: PsychologyNow.gr

Κάντε like στην σελίδα μας στο Facebook 
Ακολουθήστε μας στο Twitter 

Εγγραφείτε για να λαμβάνετε το newsletter μας!

Βρείτε μας στα...