PsychologyNow Team

Οι Ερευνητές Βρίσκονται Πολύ Κοντά στην Κατανόηση της Αιτίας της Σχιζοφρένειας

Οι Ερευνητές Βρίσκονται Πολύ Κοντά στην Κατανόηση της Αιτίας της Σχιζοφρένειας

PsychologyNow Team
νευρώνες που στέλνουν σήματα

Οι επιστήμονες ανέφεραν πριν λίγες ημέρες ότι έκαναν ένα σημαντικό βήμα προς την κατανόηση της αιτίας της σχιζοφρένειας, σε μια μελέτη ορόσημο που παρέχει την πρώτη αυστηρά δοκιμασμένη εικόνα της βιολογίας πίσω από κάθε κοινή ψυχιατρική διαταραχή.


Περισσότεροι από δύο εκατομμύρια Αμερικανοί έχουν διαγνωσθεί με σχιζοφρένεια, η οποία χαρακτηρίζεται από παραληρητικές σκέψεις και παραισθήσεις. Τα φάρμακα που διατίθενται για τη θεραπεία αμβλύνουν μόνο ορισμένα από τα συμπτώματά της, χωρίς να αγγίζουν την υποκείμενη αιτία.

Η ανακάλυψη, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Nature, δεν θα οδηγήσει σύντομα σε νέες θεραπείες, λένε οι ειδικοί, ούτε σε μία ευρέως διαθέσιμη εξέταση για την ατομική επικινδυνότητα.

Όμως τα αποτελέσματα παρέχουν στους ερευνητές, το πρώτο βιολογικό στοιχείο πάνω σε μία αρχαία διαταραχή, της οποίας η αιτία έχει προκαλέσει αναστάτωση στη σύγχρονη επιστήμη για πολλές γενιές. Η διαπίστωση αυτή βοηθά επίσης να εξηγηθούν και κάποια άλλα μυστήρια, συμπεριλαμβανομένων του λόγου έναρξης της διαταραχής στην εφηβεία ή στην ενηλικίωση των νέων.

«Έκαναν μια εκπληκτική δουλειά», δήλωσε ο David B. Goldstein, καθηγητής Γενετικής στο Πανεπιστήμιο Columbia ο οποίος έχει επικρίνει προηγούμενα έργα μεγάλης κλίμακας πάνω στη γενετική των ψυχικών διαταραχών. «Η μελέτη αυτή μας δίνει μια βάση, κάτι που μπορούμε να εργαστούμε και είναι αυτό που ψάχναμε μέχρι τώρα, για πολύ, πολύ καιρό».

Οι ερευνητές ένωσαν τα βήματα, μέσα από τα οποία τα γονίδια ενδέχεται να αυξήσουν τον κίνδυνο ενός ατόμου να αναπτύξει σχιζοφρένεια. Βρήκαν λοιπόν, ότι ο κίνδυνος αυτός είναι συνδεδεμένος με μια φυσική διαδικασία που ονομάζεται συναπτικό κλάδεμα, στην οποία ο εγκέφαλος κόβει αδύναμες ή περιττές συνδέσεις ανάμεσα στους νευρώνες καθώς ωριμάζει.

Κατά τη διάρκεια της εφηβείας και την πρώιμη ενήλικη ζωή, η δραστηριότητα αυτή λαμβάνει χώρα κυρίως στο τμήμα του εγκεφάλου που βρίσκεται το κέντρο σκέψης και του σχεδιασμού των δεξιοτήτων, που είναι γνωστό ως προμετωπιαίος φλοιός. Οι άνθρωποι που έχουν γονίδια που επιταχύνουν ή εντείνουν το εν λόγω κλάδεμα, διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο ανάπτυξης σχιζοφρένειας από εκείνους που δεν έχουν, υποστηρίζει η νέα μελέτη.

Μερικοί ερευνητές είχαν την υποψία ότι το κλάδεμα πρέπει με κάποιο τρόπο να πηγαίνει στραβά στους ανθρώπους με σχιζοφρένεια, διότι οι προηγούμενες μελέτες έδειξαν ότι οι περιοχές του προμετωπιαίου φλοιού τους, έτειναν να έχουν ελαττωμένο αριθμό νευρωνικών συνδέσεων, σε σύγκριση με εκείνων των ανθρώπων που ήταν ανεπηρέαστοι από την ασθένεια. Η νέα μελέτη δεν υποστηρίζει μόνο ακράδαντα ότι αυτό συμβαίνει, αλλά και περιγράφει πώς και γιατί το κλάδεμα πηγαίνει στραβά, προσδιορίζοντας ταυτόχρονα τα γονίδια που είναι υπεύθυνα: Τα άτομα με σχιζοφρένεια έχουν μια παραλλαγή του γονιδίου που διευκολύνει προφανώς το επιθετικό «μαρκάρισμα» των συνδέσεων για κλάδεμα, με αποτέλεσμα την επιτάχυνση της διαδικασίας.

Μερικοί επιστήμονες προειδοποίησαν ότι η ιστορία της βιολογικής ψυχιατρικής στέκεται προστατευτικά ενάντια στην πρόωρη αισιοδοξία. «Το έργο αυτό είναι εξαιρετικά πειστικό», είπε ο Δρ Samuel Barondes, καθηγητής ψυχιατρικής στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια, στο Σαν Φρανσίσκο, «αλλά κάθε βήμα προς τα εμπρός, δεν είναι μόνο σπάνιο και ασυνήθιστο, αλλά είναι ένα βήμα προς ένα ταξίδι χιλιάδων μιλίων» σε βελτιωμένες θεραπείες.

Η μελέτη, παρέχει μια επίδειξη της βιοϊατρικής έρευνας στο υψηλότερο επίπεδο. Η ερευνητική ομάδα ξεκίνησε εστιάζοντας σε μια τοποθεσία στο ανθρώπινο γονιδίωμα, το MHC, το οποίο σε προηγούμενες γενετικές μελέτες σχετιζόταν πιο έντονα με τη σχιζοφρένεια. Σε ένα ραβδόγραμμα - που παρομοιάστηκε με ένα οικόπεδο στο Μανχάταν επειδή μοιάζει με ένα σύμπλεγμα από ουρανοξύστες - το MHC ορθώνεται απειλητικά υψηλότερα από όλα τα υπόλοιπα.

«Το MHC είναι ο Πύργος της Ελευθερίας» του οικοπέδου στο Μανχάταν, δήλωσε ο Eric S. Lander, ο διευθυντής του Ινστιτούτο Broad. «Το ερώτημα ήταν, τι υπάρχει εκεί μέσα;»

Η περιοχή μέσα στο γονιδίωμα είναι ένας άκρως σκοτεινός λαβύρινθος και είναι γνωστό ότι περιέχει γονίδια που διευκολύνουν την ανοσοαπόκριση του σώματος, για παράδειγμα, με το μαρκάρισμα εχθρικών βακτηρίων που πρέπει να καταστραφούν. Αυτή η ιδιότητα είχε δώσει αφορμή για εικασίες ότι η σχιζοφρένεια μπορεί να είναι ένα είδος αυτοάνοσης πάθησης, κατά την οποία το σώμα επιτίθεται στα δικά του κύτταρα.

Αλλά η ερευνητική ομάδα βρήκε κάτι διαφορετικό.

Χρησιμοποιώντας προηγμένες στατιστικές μεθόδους, η ομάδα διαπίστωσε ότι η θέση MHC περιείχε τέσσερις κοινές παραλλαγές ενός γονιδίου που ονομάζεται C4 και ότι οι εν λόγω παραλλαγές παράγουν δύο είδη πρωτεϊνών, τη C4-A και τη C4-B.

Η ομάδα ανέλυσε τα γονιδιώματα περισσότερων από 64.000 ανθρώπων και διαπίστωσαν ότι τα άτομα με σχιζοφρένεια, είχαν περισσότερες πιθανότητες να έχουν τις υπερδραστήριες μορφές C4-Α από την ομάδα ελέγχου. «Το C4-Α φαίνεται να είναι το γονίδιο επικινδυνότητας για τη σχιζοφρένεια», είπε ο Δρ McCarroll, «αλλά έπρεπε να είμαστε σίγουροι».

Οι ερευνητές στράφηκαν προς την Beth Stevens, επίκουρη καθηγήτρια νευρολογίας στο Νοσοκομείο Παίδων της Βοστώνης και του Χάρβαρντ, η οποία ήταν η συγγραφέας της μελέτης του 2007 που έδειχνε ότι τα προϊόντα των γονιδίων MHC είχαν εμπλακεί στο συναπτικό κλάδεμα στην κανονική ανάπτυξη των εγκεφάλων. Αλλά πόσο σημαντική ακριβώς ήταν αυτή η πρωτεΐνη C4;

Τελικά αποδείχθηκε, πολύ σημαντική: το εργαστήριο του Stevens βρήκε ότι ποντίκια που είχαν ανατραφεί χωρίς τα γονίδια που παράγουν την πρωτεΐνη C4, έδειξαν σαφή σημάδια εσφαλμένου κλαδέματος των συνάψεών τους.

Στο σύνολό τους o Stevens δήλωσε σε συνέντευξή του ότι «τα στοιχεία υποδηλώνουν έντονα ότι υπερβολική παραγωγή της C4-Α οδηγεί σε εσφαλμένο κλάδεμα κατά τη διάρκεια αυτής της κρίσιμης φάσης της ανάπτυξης».

Πιο συγκεκριμένα, οι συγγραφείς κατέληξαν, ότι η υπερβολική παραγωγή C4-Α μπορεί να σημαίνει υπερβολικό κλάδεμα - το οποίο θα μπορούσε να εξηγήσει όχι μόνο τα λεπτότερα προμετωπιαία στρώματα στη σχιζοφρένεια, αλλά και το λόγο που η διαταραχή παρουσιάζεται πιο συχνά στα εφηβικά χρόνια των ανθρώπων ή γύρω στα είκοσι. «Το εύρημα αυτό συνδέει όλες αυτές τις τελείες, όλες αυτές τις αποσυνδεδεμένες παρατηρήσεις σχετικά με τη σχιζοφρένεια και τις κάνει να βγάζουν νόημα», δήλωσαν οι ερευνητές.

Αρκεί η ενοχοποίηση ενός γονιδίου για την εμφάνιση σχιζοφρένειας;

Η μεταφορά μίας παραλλαγής του γονιδίου που διευκολύνει το επιθετικό κλάδεμα, δεν είναι καθόλου ικανό για να προκαλέσει από μόνο του σχιζοφρένεια και υπάρχουν πάρα πολλοί άλλοι παράγοντες που παίζουν ρόλο. Έχοντας μια τέτοια παραλλαγή, ο McCarroll εκτιμά ότι θα αυξηθεί ο κίνδυνος ενός ατόμου κατά περίπου 25% πάνω από το 1% του βασικού επιπέδου της σχιζοφρένειας - η οποία είναι, σε 1,25%. Αυτό δεν είναι αρκετό για να δικαιολογήσει τη διεξαγωγή ερευνών στο γενικό πληθυσμό, ακόμη και αν η περαιτέρω έρευνα επιβεβαιώνει τα νέα ευρήματα και διασαφηνίζει τους ρόλους των άλλων συνδεδεμένων γονιδίων.

Ωστόσο, η εξίσωση αλλάζει όταν πρόκειται για νέους ανθρώπους που βρίσκονται σε πολύ υψηλό κίνδυνο να αναπτύξουν τη διαταραχή, επειδή παρουσιάζουν τα πρώτα σημάδια της διαταραχής, όπως μία ξαφνική υποχώρηση στην πνευματική οξύτητα και τη μνήμη ή ακόμα και εσωτερικές «φωνές» που φαίνονται παραδόξως πραγματικές. Αυτή η δυσοίωνη περίοδος μπορεί να διαρκέσει ένα χρόνο ή περισσότερο και συχνά δεν οδηγεί σε πλήρη άνθηση της σχιζοφρένειας. Οι ερευνητές ελπίζουν ότι το γενετικό προφίλ ενός ατόμου που βρίσκεται σε υψηλό κίνδυνο, θα οδηγήσει στην ανακάλυψη βιοδεικτών που θα μπορούσαν να αποσαφηνίσουν την πρόγνωση σε αυτούς τους ανθρώπους.

Η ανάπτυξη ενός φαρμάκου που επιβραδύνει ή διαμορφώνει το κλάδεμα, δημιουργεί μία άλλου είδους πρόκληση. Εάν η νέα μελέτη δείχνει κάτι, αυτό είναι ότι το κλάδεμα συνάψεων είναι μια λεπτή, χρονική διαδικασία και ότι εξακολουθεί να είναι ελάχιστα κατανοητή. Η ομάδα δεν γνωρίζει ακόμη, για παράδειγμα, γιατί η C4-Α οδηγεί σε ένα διαφορετικό ρυθμό ή και είδος κλαδέματος από την C4-B. Κάθε φάρμακο που θα προσπαθούσε να ανακατευτεί με το σύστημα αυτό θα ήταν μια επικίνδυνη πρόταση, συμφώνησαν οι συγγραφείς και οι εξωτερικοί εμπειρογνώμονες.

«Είμαστε όλοι πολύ ενθουσιασμένοι και περήφανοι για το έργο αυτό», είπε ο Δρ Lander. «Αλλά δεν είμαι έτοιμος να πανηγυρίσω, μέχρι να έχουμε κάτι που μπορεί να βοηθήσει τους ασθενείς».


Πηγή: nytimes.com

Πηγή έρευνας: Nature

Απόδοση – Επιμέλεια: Ομάδα psychologynow

Κάντε like στην σελίδα μας στο Facebook 
Ακολουθήστε μας στο Twitter 

Εγγραφείτε για να λαμβάνετε το newsletter μας!

Βρείτε μας στα...