PsychologyNow Team

Έρευνα υποδεικνύει υπερδιάγνωση της σχιζοφρένειας

Έρευνα υποδεικνύει υπερδιάγνωση της σχιζοφρένειας

PsychologyNow Team
άντρας κάθεται σε μια καρέκλα σε μια αίθουσα αναμονής

To άγχος και οι ακουστικές ψευδαισθήσεις είναι τα συνηθέστερα συμπτώματα που οδηγούν μη ειδικούς σε λανθασμένη διάγνωση.


Σε μια μικρή μελέτη που διεξήχθη σε ασθενείς που παραπέμφθηκαν στην Κλινική Παρέμβασης στην Πρώιμη Ψύχωση Johns Hopkins (EPIC), οι ερευνητές αναφέρουν ότι περίπου οι μισοί από τους ασθενείς που παραπέμφθηκαν στην κλινική με διάγνωση σχιζοφρένειας, στην πραγματικότητα δεν έπασχαν από την νόσο. Η σχιζοφρένεια είναι μια χρόνια, βαριά, παραλυτική ασθένεια και χαρακτηρίζεται από διαταραχές στη σκέψη, τα συναισθήματα και τη συμπεριφορά. Οι ασθενείς που ανέφεραν πως άκουγαν φωνές ή διακατέχονταν από άγχος ήταν εκείνοι που ήταν πιο πιθανό να είχαν λάβει λανθασμένη διάγνωση.

Σε μια έκθεση της έρευνας στο επιστημονικό περιοδικό Journal of Psychiatric Practice, οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι οι θεραπείες μπορεί να διαφέρουν σε μεγάλο βαθμό για τους ασθενείς που πάσχουν από σχιζοφρένεια, διπολική διαταραχή, μείζονα κατάθλιψη ή άλλα σοβαρά είδη ψυχικών ασθενειών και ότι η λανθασμένη διάγνωση μπορεί να οδηγήσει σε ακατάλληλη θεραπεία ή σε καθυστέρηση χορήγησης της κατάλληλης θεραπείας.

Σύμφωνα με τους ερευνητές, τα ευρήματα δείχνουν ότι πέρα από την αρχική, μια δεύτερη διάγνωση σε μια κλινική που εξειδικεύεται στην σχιζοφρένεια συνιστά συνετή προσπάθεια για την μείωση του ρίσκου της λανθασμένης διάγνωσης και την εξασφάλιση έγκαιρης και κατάλληλης θεραπείας για τον ασθενή.

Η Κρίστα Μπέικερ, L.C.P.C, διευθύντρια του τμήματος σχιζοφρένειας για ενήλικες της ιατρικής μονάδας Johns Hopkins Medicine, αναφέρει ότι εμείς τα τελευταία χρόνια εστιάσαμε στα αναδυόμενα και πρώιμα σημάδια της ψύχωσης, γι’ αυτό η διάγνωση της σχιζοφρένειας είναι σαν μια νέα τάση και αποτελεί πρόβλημα κυρίως για όσους δεν εξειδικεύονται στην σχιζοφρένεια, καθώς τα συμπτώματα μπορεί να είναι περίπλοκα και παραπλανητικά. Τα διαγνωστικά λάθη είναι ζωτικής σημασίας για τους ασθενείς, ειδικά αν η λανθασμένη διάγνωση αφορά μια ψυχική διαταραχή.

Σύμφωνα με το Εθνικό Ινστιτούτο Ψυχικής Υγείας η σχιζοφρένεια εκτιμάται ότι επηρεάζει το 0,5 % του παγκόσμιου πληθυσμού και παρουσιάζεται συχνότερα στους άνδρες. Συνήθως αυτό συμβαίνει αργά στην εφηβεία, στα 20, ενώ στις γυναίκες μπορεί να εμφανιστεί ακόμη και στην αρχή της δεκαετίας των 30. Τα συμπτώματα όπως η διαταραγμένη σκέψη, οι ψευδαισθήσεις, οι παραισθήσεις, τα περιορισμένα συναισθήματα και οι ασυνήθιστες συμπεριφορές μπορούν να παραλύσουν το άτομο και οι θεραπείες με φαρμακευτική αγωγή συχνά δημιουργούν άσχημες παρενέργειες.

Μία αφορμή που οδήγησε στην διεξαγωγή αυτής της νέας έρευνας ήταν ανεπίσημα στοιχεία που υπήρχαν σε διάφορα τμήματα της κλινικής Μπέικερ, όπου είχε εντοπιστεί ένας σημαντικός αριθμός ασθενών με λανθασμένη διάγνωση. Αυτοί οι ασθενείς συνήθως έπασχαν από άλλες ψυχικές διαταραχές, όπως κατάθλιψη.

Για να διαπιστωθεί εάν υπήρχαν αδιάψευστα αποδεικτικά στοιχεία υπέρ μιας τέτοιας τάσης, οι ερευνητές εξέτασαν τους φακέλους 78 ασθενών που είχαν παραπεμφθεί στην EPIC, την εξειδικευμένη κλινική του ιατρικού κέντρου Johns Hopkins Bayview Medical Center, από το Φεβρουάριο 2011 μέχρι τον Ιούλιο 2017. Οι ασθενείς ήταν κατά μέσο όρο 19 ετών και περίπου το 69% ήταν άνδρες. Το 74 % ήταν λευκοί, το 12% Αφροαμερικανοί και το 14% ήταν άλλης εθνικότητας. Οι ασθενείς είχαν παραπεμφθεί στην κλινική από γενικούς ψυχιάτρους, ψυχιατρικά κέντρα για εξωτερικούς ασθενείς, ιατρούς πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, νοσηλευτές, νευρολόγους ή ψυχολόγους.

Η εξέταση κάθε περιστατικού από την κλινική διαρκούσε τρεις με τέσσερις ώρες και περιλάμβανε συνεντεύξεις με τον ασθενή και την οικογένειά του, ιατρικές εξετάσεις, ερωτηματολόγια, ιατρικό και ψυχοκοινωνικό ιστορικό.

Από τους ασθενείς που παραπέμφθηκαν στην κλινική, οι 54 ήρθαν με προκαθορισμένη διάγνωση της διαταραχής του φάσματος της σχιζοφρένειας. Από αυτούς 26 έλαβαν επιβεβαίωση της διάγνωσης της διαταραχής του φάσματος της σχιζοφρένειας μετά από την εξέταση που πραγματοποίησε η ομάδα της EPIC, η οποία απαρτίζεται από κλινικούς γιατρούς και ψυχιάτρους με άδεια ασκήσεως επαγγέλματος. Το 51% από τα 54 περιστατικά διαγνώστηκε εκ νέου από το προσωπικό της κλινικής με αγχώδη ή συναισθηματική διαταραχή. Τα συμπτώματα της αγχώδους διαταραχής ήταν εμφανή στους 14 από τους ασθενείς που είχαν λάβει λανθασμένη διάγνωση.

Άλλο ένα από τα συνηθέστερα συμπτώματα που οι ερευνητές πιστεύουν ότι ενδέχεται να οδήγησε σε λανθασμένη διάγνωση της σχιζοφρένειας είναι οι ακουστικές ψευδαισθήσεις, καθώς σχεδόν όλοι οι ασθενείς που είχαν λάβει λάθος διάγνωση ανέφεραν ότι άκουγαν φωνές.

Ο Ράσελ Λ. Μάργκολις, M.D, καθηγητής ψυχιατρικής και επιστημών της συμπεριφοράς και κλινικός διευθυντής του Κέντρου Σχιζοφρένειας Johns Hopkins της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Johns Hopkins, αναφέρει ότι οι ακουστικές ψευδαισθήσεις είναι ένα σύμπτωμα πολλών διαφορετικών παθήσεων και μερικές φορές είναι απλώς ένα παροδικό φαινόμενο με μικρή σημασία. Ενίοτε όταν κάποιος ισχυρίζεται ότι «ακούει φωνές» αυτό ενδέχεται να είναι μια γενική δήλωση αναστάτωσης παρά πραγματικό βίωμα ακουστικών ψευδαισθήσεων. Η ουσία είναι ότι οι ακουστικές ψευδαισθήσεις μεμονωμένα δεν συνεπάγονται διάγνωση σχιζοφρένειας.

Κάνοντας υποθέσεις σχετικά με το ποιοι άλλοι λόγοι θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε τόσες λανθασμένες διαγνώσεις, οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι αυτό μπορεί να οφείλεται στην υπερβολικά απλοποιημένη εφαρμογή των κριτηρίων που παρουσιάζονται στο Διαγνωστικό και Στατιστικό Εγχειρίδιο Ψυχικών Διαταραχών (DSM), έναν πρότυπο οδηγό διάγνωσης των ψυχικών διαταραχών.

Ο καθηγητής Μάργκολις, ο οποίος αποκαλεί το πρόβλημα «ψυχιατρική της λίστας ελέγχου», υποστηρίζει ότι τα ιατρικά ηλεκτρονικά συστήματα καταγραφής, τα οποία συνήθως χρησιμοποιούν διαγνωστικές λίστες, αυξάνουν την πιθανότητα τέτοιου είδους σφάλματος.

Σύμφωνα με τον Μάργκολις, το μεγάλο ηθικό δίδαγμα της έρευνάς μας είναι ότι η παροχή προσεκτικών υπηρεσιών συμβουλευτικής από ειδικούς είναι σημαντική και πιθανόν αναξιοποίητη στην ψυχιατρική. Όπως ένας κλινικός γιατρός πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας θα παρέπεμπε έναν ασθενή που πιθανόν πάσχει από καρκίνο σε έναν ογκολόγο ή έναν ασθενή που πιθανόν πάσχει από καρδιοπάθεια σε έναν καρδιολόγο, είναι σημαντικό οι γιατροί γενικής ιατρικής που ασχολούνται με θέματα ψυχικής υγείας να λαμβάνουν μια δεύτερη γνώμη από μια εξειδικευμένη ψυχιατρική κλινική όπως η δική μας, για ασθενείς με πολύπλοκες ή βαριές παθήσεις. Αυτό μπορεί να ελαχιστοποιήσει την πιθανότητα να παρερμηνευθεί ή να μην ληφθεί υπόψη κάποιο σύμπτωμα.

Ο Μάργκολις τόνισε ότι η μελέτη ήταν περιορισμένη σε ασθενείς που αξιολογήθηκαν από μια κλινική. Παρ’ όλα αυτά, τον ενθάρρυνε η προθυμία τόσων πολλών ασθενών, των οικογενειών τους και των κλινικών γιατρών τους να ζητήσουν μια δεύτερη γνώμη από την κλινική Johns Hopkins. Εάν περαιτέρω έρευνα επιβεβαιώσει τα ευρήματα τους, αυτό θα υποστηρίξει την πεποίθηση της ομάδας του Johns Hopkins ότι η υπερδιάγνωση ενδέχεται να είναι ένα εθνικό πρόβλημα, καθώς βλέπουν ασθενείς από όλη την χώρα που ταξιδεύουν στο Johns Hopkins για να λάβουν μια δεύτερη γνώμη. Στο μέλλον ελπίζουν να εξετάσουν την εμπειρία και άλλων κλινικών εξειδικευμένης συμβουλευτικής.

Η έρευνα χρηματοδοτήθηκε εν μέρει από το Φιλανθρωπικό Ταμείο ABCD.


Πηγή: Specialized Consultation for Suspected Recent-onset Schizophrenia Diagnostic Clarity and the Distorting Impact of Anxiety and Reported Auditory Hallucinations. 
Απόδοση: Αναστάσιος Γρατσάκης
Επιμέλεια: Πετρίνα Αχυριάτη, Μεταφράστρια, MA in Translation

Κάντε like στην σελίδα μας στο Facebook 
Ακολουθήστε μας στο Twitter 

Σχετικά Άρθρα

Εγγραφείτε για να λαμβάνετε το newsletter μας!

Βρείτε μας στα...