Ο όρος «ναρκισσισμός» έχει εισχωρήσει στον δημόσιο λόγο, στις ετικέτες των σχέσεων, στην καθημερινή μας ερμηνεία του άλλου. Χρησιμοποιείται με ευκολία: για τον σύντροφο που δεν συμμορφώθηκε, τον γονιό που δεν αγκάλιασε, τον προϊστάμενο που δεν άκουσε, τον φίλο που απομακρύνθηκε. Συχνά όμως η χρήση αυτή, αν και εύστοχη στο συναίσθημα, δεν αποτυπώνει την ψυχική πολυπλοκότητα που χαρακτηρίζει τον ναρκισσιστικό τρόπο οργάνωσης.
Στην ψυχαναλυτική θεωρία, ο ναρκισσισμός δεν περιγράφει μια απλή ιδιοτροπία χαρακτήρα ούτε μόνο ένα παθολογικό σχήμα. Είναι μια δομική, ψυχική οικονομία. Μια εσωτερική κατασκευή που αναπτύσσεται όταν η αυθεντικότητα ενός παιδιού –τα συναισθήματά του, οι παρορμήσεις του, οι αδυναμίες του– δεν συναντά αποδοχή ή δεν βρίσκει επαρκή αναγνώριση. Όταν, αντί να συναντά την αναγνώριση και την αντανάκλαση των συναισθημάτων του –να το βλέπουν, να το ακούν και να το καταλαβαίνουν–, το παιδί έρχεται αντιμέτωπο με απαιτήσεις, παγωμένα βλέμματα ή αδιαφορία, τότε μαθαίνει να δείχνει προς τα έξω έναν εαυτό προβλέψιμο, αποδεκτό, βολικό για τους άλλους.
Αυτό που στην ενήλικη ζωή εμφανίζεται ως υπεροψία, αυτάρκεια ή αδιαφορία, συχνά προκύπτει ως απόπειρα αυτοπροστασίας από έναν βαθύ, απειλητικό ψυχικό κλονισμό: την αίσθηση πως, αν με δουν όπως είμαι, δεν θα με αντέξουν. Γι’ αυτό και η παραμικρή αμφισβήτηση –ακόμα και καλοπροαίρετη– βιώνεται όχι ως ερέθισμα για σκέψη, αλλά ως προσωπική επίθεση που διαλύει τον ψυχικό σκελετό.
Ας ξεκαθαρίσουμε την παρανόηση εξαρχής: Δεν είναι ναρκισσισμός η φροντίδα του εαυτού. Δεν είναι ναρκισσισμός η επιθυμία για διάκριση ούτε η αγάπη για την αυτονομία. Ο ναρκισσιστικός τρόπος ύπαρξης δεν αφορά αυτό που φαίνεται απέξω, αλλά αυτό από το οποίο εξαρτάται η εσωτερική συνοχή του προσώπου. Αν εκείνη βασίζεται εξ ολοκλήρου στην αναγνώριση και την επιβεβαίωση από τους άλλους, αν δεν αντέχονται το σφάλμα, η αδυναμία ή η έλλειψη, τότε μιλάμε για έναν ψυχισμό εύθραυστο, που οργανώνεται αμυντικά γύρω από την αποφυγή κάθε πληγής.
Οι εκφάνσεις του ναρκισσισμού είναι ποικίλες. Δεν υπάρχουν μόνο οι φανεροί, επιδεικτικοί τύποι. Υπάρχουν και πιο ήσυχες εκδοχές – πρόσωπα που δεν διεκδικούν τη λάμψη, αλλά απαιτούν ιδιαίτερη αντιμετώπιση μέσω της υποχώρησης ή του ψυχικού δράματος. Υπάρχει ο ναρκισσισμός της αυτοθυσίας, της σιωπηλής υπεροχής, της ανάγκης να είναι κάποιος πάντα ο «ενάρετος». Όλες όμως οι μορφές έχουν κάτι κοινό: η αξία δεν βιώνεται ως εσωτερικό δεδομένο, αλλά ως εξαρτημένη μεταβλητή. Το ποιος είμαι εξαρτάται από το πώς με βλέπεις.
Η εσωτερική αυτή εξάρτηση οδηγεί σε σχέσεις ασύμμετρες. Το άτομο με ναρκισσιστικά στοιχεία δυσκολεύεται να συναντήσει τον άλλον ως ολόκληρο πρόσωπο. Τον βλέπει ως καθρέφτη, ως μέσο, ως επιβεβαίωση. Δεν υπάρχει χώρος για την αμοιβαιότητα. Η συναισθηματική εγγύτητα του προκαλεί άγχος. Η ανάγκη του άλλου βιώνεται συχνά ως απειλή και όχι ως δυνατότητα για εγγύτητα.
Στην ψυχοθεραπεία, τα πρόσωπα με ναρκισσιστική οργάνωση εμφανίζονται συχνά χωρίς συνειδητό αίτημα για αλλαγή, και μόνο όταν κάτι καταρρέει: μια σχέση, μια σταδιοδρομία, μια εικόνα. Η απώλεια, η ματαίωση ή η απόρριψη ραγίζουν το περίβλημα και αφήνουν να αποκαλυφθεί κάτι πιο ωμό: η αίσθηση ότι λείπουν τα ψυχικά θεμέλια πάνω στα οποία μπορεί να στηριχτεί ο άνθρωπος. Εκεί ξεκινά, αν το αντέξει, η εργασία του ψυχισμού. Εκεί αρχίζει να αρθρώνεται το ερώτημα: «Ποιος είμαι πίσω από αυτό που δείχνω;»
Τι δεν είναι ναρκισσισμός;
Όταν ένας όρος εισχωρεί στη δημόσια σφαίρα, αποκτά βαρύτητα – αλλά συχνά αρχίζει να υστερεί σε ακρίβεια. Έτσι συμβαίνει και με τον ναρκισσισμό. Εύκολα μετατρέπεται σε ψυχολογική ετικέτα για κάθε συμπεριφορά που δεν μας ικανοποιεί: φιλοδοξία, αυτάρκεια, προστασία ορίων, επιμέλεια στην εμφάνιση. Όμως η ψυχική πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη.
Η υγιής αυτοπεποίθηση είναι μια σταθερή αίσθηση αξίας που δεν διαταράσσεται εύκολα από την κριτική ή την απόρριψη. Το να γνωρίζει κάποιος τις ικανότητές του, να αναγνωρίζει τη συμβολή του, να έχει άποψη χωρίς να ακυρώνει τη φωνή του άλλου, είναι ένδειξη σταθερής εσωτερικής δομής. Η υγιής αυτοπεποίθηση συνυπάρχει με την ενσυναίσθηση. Μπορεί να δει τον άλλον, να τον σεβαστεί, να σταθεί δίπλα του χωρίς να χρειάζεται να τον μικρύνει. Δεν συνδέεται με ανάγκη επιβολής ούτε με εξάρτηση από τον εξωτερικό θαυμασμό. Αν υπάρξει σύγκρουση, το άτομο έχει την ικανότητα να αναγνωρίσει την ευθύνη του, να αντέξει τον πόνο χωρίς να εκδικηθεί, να ζητήσει συγγνώμη χωρίς να διαλυθεί.
Στον ναρκισσισμό, αντιθέτως, η φαινομενική σιγουριά λειτουργεί αμυντικά. Η ενσυναίσθηση –όταν υπάρχει– είναι επιφανειακή ή απόμακρη. Ο άλλος δεν γίνεται αντιληπτός ως ολόκληρος ψυχισμός, αλλά ως μέσο ή εμπόδιο. Αν υπάρξει πληγή, το άτομο δεν το παραδέχεται, αμύνεται, επιτίθεται, κατηγορεί, διαστρεβλώνει. Η ψυχική επαφή, αντί να εμπλουτίζει τον εαυτό, βιώνεται ως απειλή για την ισορροπία του. Γι’ αυτό και η αλήθεια του άλλου δύσκολα αντέχεται. Η σχέση δεν είναι τόπος συνάντησης, αλλά καθρέφτης που πρέπει να δείξει το επιθυμητό είδωλο.
Δεν είναι ναρκισσισμός η επιθυμία για αναγνώριση. Όλοι οι άνθρωποι θέλουν να φαίνονται, να ακούγονται, να υπολογίζονται, να νιώθουν πως έχουν αξία. Αυτή η ανάγκη δεν είναι παθολογική. Γίνεται προβληματική μόνο όταν είναι ο μοναδικός τρόπος να νιώσει κάποιος ότι υπάρχει. Όταν χωρίς τον άλλον δεν ξέρει ποιος είναι.
Δεν είναι ναρκισσισμός η εσωστρέφεια. Ο άνθρωπος που επιλέγει να μη μοιράζεται εύκολα, που χρειάζεται χρόνο μόνος του, που δεν αντλεί ενέργεια από την κοινωνική έκθεση, δεν πάσχει από ναρκισσισμό. Ο ναρκισσιστικός ψυχισμός μπορεί να εμφανίζεται εξωστρεφής ή εσωστρεφής – το ζητούμενο είναι πάντα η λειτουργία πίσω από τη συμπεριφορά. Η απομόνωση που προσφέρει γαλήνη είναι άλλο πράγμα από την απομόνωση που προκύπτει από τον φόβο της απόρριψης.
Δεν είναι ναρκισσισμός η προσωπική φιλοδοξία. Το να στοχεύει κανείς στην εξέλιξη, στη δημιουργία, στη διάκριση, είναι συχνά έκφραση μιας εσωτερικής ζωτικότητας. Όταν όμως η επίδοση γίνεται υποκατάστατο της αξίας, όταν η επιτυχία είναι το μόνο ανεκτό σενάριο και η αποτυχία βιώνεται ως κατάρρευση, τότε ενεργοποιούνται ναρκισσιστικοί μηχανισμοί.
Δεν είναι ναρκισσισμός η ανάγκη για οριοθέτηση. Πολλοί άνθρωποι που προσπαθούν να θέσουν όρια –να πουν όχι, να αποχωρήσουν από κάτι που τους φθείρει, να προστατεύσουν τον εαυτό τους– κατηγορούνται για ναρκισσισμό. Η σύγχυση γεννιέται όταν η επιθυμία για ελευθερία εκλαμβάνεται ως εγωκεντρισμός. Μα το όριο δεν είναι απόρριψη. Είναι πρόσκληση για σχέση με ειλικρίνεια.
Στην ψυχοθεραπεία συναντάμε συχνά ανθρώπους που φοβούνται να διεκδικήσουν τον εαυτό τους μήπως χαρακτηριστούν «ναρκισσιστές». Κι έτσι, επιλέγουν να σιωπήσουν. Όμως, η σιωπή που προκύπτει από φόβο δεν είναι ταπεινότητα – είναι κενό. Και αυτό το κενό, αν επαναληφθεί αρκετά, γίνεται ένα είδος αφανούς ναρκισσισμού: το πρόσωπο που μαθαίνει να υπάρχει μόνο μέσα από τον άλλον.
Δεν χρειάζεται λοιπόν να απαρνηθούμε τη φροντίδα του εαυτού για να γλιτώσουμε τον ναρκισσισμό. Χρειάζεται να αναγνωρίσουμε τις συνθήκες υπό τις οποίες η φροντίδα γίνεται φυλακή, η επιτυχία γίνεται απόδειξη επιβίωσης, η σχέση γίνεται καθρέφτης.
Ο ναρκισσισμός δεν είναι αυτό που φαίνεται. Είναι η αιτία που βρίσκεται πίσω από τις πράξεις μας – και κυρίως το τι φοβόμαστε αν δεν κάνουμε αυτές τις πράξεις.
Το απόσπασμα είναι από το βιβλίο Το άγγιγμα του νάρκισσου της Άσπας Πασπάλη που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διόπτρα.










