PsychologyNow Team

Η Διαταραγμένη Διατροφική Συμπεριφορά σε Αθλητές: Γνωρίζουμε τις πραγματικές διαστάσεις που λαμβάνει;

Η Διαταραγμένη Διατροφική Συμπεριφορά σε Αθλητές: Γνωρίζουμε τις πραγματικές διαστάσεις που λαμβάνει;

PsychologyNow Team
γυναίκα επιχειρεί άλμα επί κοντώ

Κατά τις τρεις τελευταίες δεκαετίες υπάρχει ένα αυξανόμενο ενδιαφέρον σχετικά με τη διαταραγμένη διατροφική συμπεριφορά στο πλαίσιο του αθλητισμού. Ενώ είναι γεγονός πως η ενασχόληση με τον αθλητισμό έχει πληθώρα από σωματικά και ψυχολογικά οφέλη, φαίνεται πως οι αθλητικοί ψυχολόγοι καλούνται πολύ συχνά να αντιμετωπίσουν κλινικά περιστατικά.


Σύμφωνα με το DSM-5 (APA, 2013), oι διαταραχές σίτισης και πρόσληψης τροφής (feeding and eating disorders) χαρακτηρίζονται από μία επίμονη ενόχληση αναφορικά με τη πρόσληψη τροφής ή τις συμπεριφορές που σχετίζονται με αυτή, που έχει ως αποτέλεσμα την αποκλίνουσα κατανάλωση τροφής, η οποία βλάπτει τη σωματική υγεία και τη ψυχοκοινωνική λειτουργία του ατόμου.

Ο όρος «διαταραγμένη διατροφική συμπεριφορά» (disordered eating) αναφέρεται σε μία υποκλινική μορφή και βασίζεται στην υπόθεση ενός συνεχούς μεταξύ υγιών και παθολογικών διατροφικών συμπεριφορών (Sundgot-Borgen & Torstveit, 2010). Η διαταραγμένη διατροφική συμπεριφορά μπορεί να περιλαμβάνει συμπτώματα όπως επίμονη ενασχόληση με το σωματικό βάρος και την εικόνα του σώματος, τάσεις υποσιτισμού, νηστεία, επεισόδια υπερφαγίας, προκλητούς εμετούς, λήψη διουρητικών, λήψη καθαρτικών, χρήση χαπιών διαίτης και άλλα (Torstveit, Rosenvinge, & Sundgot-Borgen, 2008).

Κατά τις τρεις τελευταίες δεκαετίες υπάρχει ένα αυξανόμενο ενδιαφέρον σχετικά με τη διαταραγμένη διατροφική συμπεριφορά στο πλαίσιο του αθλητισμού. Ενώ είναι γεγονός πως η ενασχόληση με τον αθλητισμό έχει πληθώρα από σωματικά και ψυχολογικά οφέλη, φαίνεται πως οι αθλητικοί ψυχολόγοι καλούνται πολύ συχνά να αντιμετωπίσουν κλινικά περιστατικά. Ο κύριος όγκος της βιβλιογραφίας δείχνει ότι η διαταραγμένη διατροφική συμπεριφορά είναι έκδηλη σε αθλητικούς πληθυσμούς επηρεάζοντας τη σωματική και ψυχική τους υγεία, καθώς και την απόδοσή τους (Papathomas & Lavallee, 2006, 2010).

Μελέτες δείχνουν ότι οι αθλητές που συμμετέχουν σε αθλήματα που δίνουν έμφαση στο λιγνό σωματότυπο και στο χαμηλό βάρος, όπως τα αγωνίσματα γυμναστικής, τα αθλήματα αντοχής και τα αθλήματα κατηγορίας κιλών, βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο (Torstveit και συν., 2008). Οι πιέσεις που ασκούνται στους αθλητές για να διατηρούν χαμηλό βάρος προκειμένου να πετύχουν καλύτερη απόδοση λειτουργούν ως ένας σημαντικός μοχλός πίεσης (Dosil, 2008). Επίσης, έχει βρεθεί ότι οι γυναίκες αθλήτριες διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο σε σχέση με τους άνδρες αθλητές και πως το αγωνιστικό επίπεδο αποτελεί έναν ακόμη παράγοντα κινδύνου, με τους αθλητές στα υψηλότερα αγωνιστικά επίπεδα να βρίσκονται σε υψηλότερο ρίσκο (Nowicka, Eli, Ng, Apitzsch, &Sundgot-Borgen, 2013).

Υποστηρίζεται επίσης ότι οι αθλητές μπορεί να επηρεαστούν από τους προπονητές και τους συναθλητές τους (Coppola, Ward, & Freysinger, 2014). Πιο συγκεκριμένα, οι προπονητές θεωρούνται πρόσωπα-κλειδιά και μπορούν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στην έγκαιρη διάγνωση διαταραχών πρόσληψης τροφής και της διαταραγμένης διατροφικής συμπεριφοράς. Η αναγνώριση των συμπτωμάτων μπορεί να έχει σημαντικό ρόλο στη πρόληψη ή και στη θεραπεία τους σε αρχικό στάδιο.

Ωστόσο, οι στάσεις και ο τρόπος συμπεριφοράς του προπονητή σχετικά με το βάρος των αθλητών του θεωρείται ότι μπορεί να πυροδοτήσει τέτοια περιστατικά (Jones, Glintmeyer, & McKenzie, 2005). Παραδείγματα τέτοιων συμπεριφορών αποτελούν τα αρνητικά σχόλια σχετικά με το βάρος των αθλητών, η συστηματική παρακολούθηση του βάρους από τους προπονητές και η παρακίνηση για απώλεια βάρους κάτω από το φυσιολογικό (Engel και συν., 2003; Kerr και συν., 2006).

Άραγε είμαστε σε θέση πλέον, τώρα που το ερευνητικό ενδιαφέρον έχει βοηθήσει στο να δούμε πιο ξεκάθαρα τι συμβαίνει στα «άδυτα» των προπονητικών κέντρων, να βοηθήσουμε αθλητές και προπονητές και να αναδείξουμε τον κίνδυνο που ελλοχεύει; Γίνεται αντιληπτό πως η ύπαρξη ποιοτικών σχέσεων αθλητών-προπονητών δε θα πρέπει να παραγνωρίζεται, αλλά θα πρέπει να καταβάλλονται προσπάθειες προκειμένου να υπάρχουν δίαυλοι επικοινωνίας ανάμεσά τους. Προκύπτει ξεκάθαρα η ανάγκη για τη θέσπιση επιμορφωτικών προγραμμάτων, μέσω των οποίων οι προπονητές θα μπορούν να διευρύνουν τις γνώσεις τους γύρω από το θέμα αυτών των διαταραχών και να έρθουν σε επαφή με ειδικό επιστημονικό προσωπικό, προκειμένου να είναι σε θέση να διαχειρίζονται επιτυχώς τέτοια περιστατικά. Κρίνεται σημαντική η αποσύνδεση της απώλειας βάρους με την αύξηση της απόδοσης καθώς κάτι τέτοιο δε προκύπτει από σχετικές έρευνες.

Επίσης η ύπαρξη του «ιδεώδους» γυναικείου σωματικού αθλητικού προτύπου χρειάζεται να ξεπεραστεί προκειμένου να υιοθετηθούν πιο υγιείς διατροφικές συμπεριφορές, ειδικά σε αθλήματα «υψηλού κινδύνου». Οι προπονητές  θα πρέπει να αναπτύξουν μία περισσότερο «ολιστική» προσέγγιση στον τρόπο που αντιμετωπίζουν τους αθλητές τους, καθώς φαίνεται από τη σχετική βιβλιογραφία πως αντιλαμβάνονται το ρόλο τους πρωταρχικά ως του ατόμου που θα βοηθήσει στα θέματα σωματικής προετοιμασίας του αθλητή και λιγότερο αυτού που θα επικοινωνεί τις υγιείς –σωματικά και ψυχολογικά- συμπεριφορές.


Συγγραφέας: Σκούρα Γλυκερία
Ψυχολόγος – Αθλητική Ψυχολόγος MSc.
Υποψήφια Διδάκτωρ ΣΕΦΑΑ, Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών

Βιβλιογραφία:

  • American Psychiatric Association. (2013). Diagnostic and statistical manual of mental disorders (5th ed.). Washington, DC: Author. 
  • Coppola, A. M., Ward, R. M., &Freysinger, V. J. (2014). Coaches’ Communication of Sport Body Image: Experiences of Female Athletes. Journal of Applied Sport  Psychology, 26 (1), 1–16.
  • Engel, S. G., Johnson, C., Powers, P. S., Crosby, R. D., Wonderlich, S. A., Wittrock, D. A., et al. (2003). Predictors of disordered eating in a sample of elite division I college athletes. Eating Behaviors, 4, 333-343.
  • Jones, R. L., Glintmeyer, N., & McKenzie, A. (2005). Slim bodies, eating disorders and the coach-athlete relationship: a tale of identity creation and disruption. International Review for the Sociology of Sport, 40, 377-391.
  • Nowicka, P., Eli, K., Ng, J., Apitzsch, E., & Sundgot-Borgen, J. (2013). Moving from Knowledge to Action: A Qualitative Study of Elite Coaches’ Capacity for Early  Intervention in Cases of Eating Disorders.International Journal of Sports Science & Coaching, 8(2), 343–356.
  • Papathomas, A., & Lavallee, D. (2006). A life history analysis of a male athlete with an eating disorder. Journal of Loss and Trauma, 11, 143-179.
  • Papathomas, A., & Lavallee, D. (2010). Athlete experiences of disordered eating in sport. Qualitative Research in Sport and Exercise, 2, 354-370.
  • Sundgot-Borgen, J. & Torstveit, M.K. (2010). Aspects of Disordered Eating Continuum in Elite High-Intensity Sports.Scandinavian Journal of Medicine & Science in Sports, 20(2), 112-121.
  • Torstveit, M.K., Rosenvinge, J.H., &Sundgot-Borgen (2008). Prevalence of Eating Disorders and the Predictive Power of Risk Models in Female Elite Athletes: A Controlled Study. Scandinavian Journal of Medicine & Science in Sports, 18, 108-118.
Κάντε like στην σελίδα μας στο Facebook 
Ακολουθήστε μας στο Twitter 

Εγγραφείτε για να λαμβάνετε το newsletter μας!

Βρείτε μας στα...