Μια πρωτοποριακή μελέτη εντόπισε έναν βασικό βιοδείκτη στο αίμα νεαρών ατόμων, ο οποίος συνδέεται με την αυξημένη πιθανότητα αυτοτραυματισμού. Η ανακάλυψη αυτή προσφέρει ένα αντικειμενικό εργαλείο για την έγκαιρη ανίχνευση και τη σωτήρια παρέμβαση.
Ο αυτοτραυματισμός, η σκόπιμη αυτοδηλητηρίαση ή αυτοπρόκλητη βλάβη, αποτελεί ένα σοβαρό ζήτημα δημόσιας υγείας που επηρεάζει βαθιά τη νέα γενιά. Εκτιμάται ότι έως και ένας στους έξι εφήβους έχει προβεί σε αυτή τη συμπεριφορά σε κάποια φάση της ζωής του.
Πέρα από το ότι αποτελεί ξεκάθαρη ένδειξη έντονου συναισθηματικού πόνου, ο αυτοτραυματισμός είναι επίσης ο καλύτερα τεκμηριωμένος παράγοντας πρόβλεψης του θανάτου από αυτοκτονία.
Μέχρι πρόσφατα, οι ερευνητές γνώριζαν ελάχιστα για τους βιολογικούς παράγοντες που βρίσκονται στη ρίζα αυτής της συμπεριφοράς. Μία νέα, πρωτοποριακή μελέτη, ωστόσο, έρχεται να ρίξει φως στους βιολογικούς μηχανισμούς που σχετίζονται με τον αυτοτραυματισμό στους νέους.
Η σύνδεση με τη συναισθηματική διαχείριση
Η μελέτη, η οποία διεξήχθη από τον Καθηγητή Rory O’Connor του Πανεπιστημίου της Γλασκώβης και δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Nature Mental Health, αποκαλύπτει ότι οι νέοι με ιστορικό αυτοτραυματισμού παρουσιάζουν μια συγκεκριμένη βιολογική απόκριση του δέρματος στην ηλεκτρική δραστηριότητα.
Ο φυσιολογικός αυτός δείκτης συνδέεται άμεσα με τις δυσκολίες στη δημιουργία και διαχείριση των συναισθημάτων, μια βασική πτυχή που απασχολεί έντονα τους ψυχολόγους. Τα στοιχεία δείχνουν ότι το πρόβλημα αυτό είναι κεντρικό, καθώς οι περισσότεροι άνθρωποι που αυτοτραυματίζονται αναφέρουν ότι το κάνουν για να ανακουφίσουν δυσάρεστα συναισθήματα, όπως ο θυμός, η ένταση, το άγχος ή η κατάθλιψη. Ο αυτοτραυματισμός χρησιμοποιείται δηλαδή ως ένας δυσλειτουργικός μηχανισμός ρύθμισης της δυσφορίας.
Τα ανησυχητικά ποσοστά
Η ανάγκη για κατανόηση των αιτιών είναι επιτακτική, καθώς τα ποσοστά αυτοτραυματισμού αυξάνονται. Σύμφωνα με την Έρευνα Ψυχικής Νοσηρότητας Ενηλίκων του NHS (2023/4) στο Ηνωμένο Βασίλειο, τα ποσοστά έχουν αυξηθεί σημαντικά. Ειδικά στην ομάδα των νέων, το 31,7% των γυναικών και το 15,4% των ανδρών ηλικίας 16 έως 24 ετών ανέφεραν ότι είχαν αυτοτραυματιστεί τουλάχιστον μία φορά.
Ο Καθηγητής O’Connor τονίζει ότι οι παράγοντες που συνδέονται με τον αυτοτραυματισμό είναι πολύπλοκοι, περιλαμβάνοντας πολιτισμικές, κοινωνικές, ψυχολογικές και βιολογικές επιρροές. Ωστόσο, οι βιολογικοί μηχανισμοί παρέμεναν μέχρι τώρα ανεξερεύνητοι.
Η «γέφυρα» του εγκεφάλου και η ηλεκτροδερμική δραστηριότητα (EDA)
Η έρευνα υποδηλώνει ότι τα συστήματα του εγκεφάλου που εμπλέκονται στη δημιουργία συναισθημάτων συνδέονται στενά με αυτά που είναι υπεύθυνα για τη διαχείρισή τους.
Βασικός ρόλος αποδίδεται στο μεταιχμιακό σύστημα του εγκεφάλου. Αυτό το σύστημα, που περιλαμβάνει την αμυγδαλή, είναι ζωτικής σημασίας για τη συναισθηματική επεξεργασία, τη ρύθμιση της διάθεσης και την επεξεργασία του φόβου. Η μελέτη των βιοφυσιολογικών μηχανισμών που σχετίζονται με τη συναισθηματική διέγερση μπορεί να είναι το κλειδί για τη βελτίωση των θεραπειών για όσους διατρέχουν κίνδυνο.
Για να διερευνήσει τη σχέση, η ομάδα του Καθηγητή O’Connor μελέτησε την ηλεκτροδερμική δραστηριότητα (EDA). Η EDA μετρά τις αλλαγές στην ικανότητα του δέρματος να άγει ηλεκτρισμό. Όταν το άτομο βιώνει έντονο στρες, φόβο ή διέγερση (μέσω του συμπαθητικού νευρικού συστήματος), η αγωγιμότητα του δέρματος αλλάζει. Αυτή η δραστηριότητα συνδέεται στενά με την αυτοματοποιημένη συναισθηματική επεξεργασία.
Τα ευρήματα και οι επιπτώσεις
Η πειραματική μελέτη μέτρησε την EDA σε τρεις ομάδες νέων (16-25 ετών): αυτούς χωρίς ιστορικό αυτοτραυματισμού, αυτούς με σκέψεις αυτοτραυματισμού, και αυτούς που είχαν πράξει αυτοτραυματισμό.
Οι ερευνητές ανακάλυψαν ότι οι νέοι που είχαν εμπλακεί σε αυτοτραυματισμό έδειξαν ισχυρότερες σωματικές αντιδράσεις (μετρημένες μέσω EDA) όταν αντιμετώπιζαν τόσο ουδέτερες όσο και στρεσογόνες δοκιμασίες.
Τι σημαίνει αυτό;
Αυτό το εύρημα υποδηλώνει ότι οι νέοι με ιστορικό αυτοτραυματισμού μπορεί να βιώνουν τη συναισθηματική διέγερση διαφορετικά και εντονότερα, γεγονός που καθιστά δυσκολότερη τη ρύθμιση των συναισθημάτων τους.
Ο Καθηγητής O’Connor υπογραμμίζει: Τα ευρήματά μας υποδηλώνουν ότι ο τρόπος με τον οποίο οι νέοι επεξεργάζονται τα συναισθήματα μπορεί να είναι το κλειδί για την κατανόηση του αυτοτραυματισμού. Τα αποτελέσματα δείχνουν επίσης ότι εξατομικευμένες παρεμβάσεις που επικεντρώνονται σε στρατηγικές ρύθμισης των συναισθημάτων θα μπορούσαν να είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικές.
Συνοψίζοντας, η έρευνα προσφέρει κλινικές γνώσεις που μπορούν να βοηθήσουν στον προσδιορισμό των νέων που διατρέχουν τον μεγαλύτερο κίνδυνο. Η μελέτη αυτή θέτει ισχυρές βάσεις για μελλοντική έρευνα σε νέες θεραπείες, βελτιώνοντας δυνητικά τα αποτελέσματα για τους νέους που αντιμετωπίζουν προβλήματα με την ψυχική τους υγεία.
Έρευνα: Karen Wetherall et al, Emotion processing and electrodermal activity in young people who self-harm, Nature Mental Health (2025). DOI: 10.1038/s44220-025-00520-5
Απόδοση – Επιμέλεια: PsychologyNow.gr








