PsychologyNow Team

Έρευνα και ψυχανάλυση: Μια αμφιλεγόμενη και σύνθετη σχέση

Έρευνα και ψυχανάλυση: Μια αμφιλεγόμενη και σύνθετη σχέση

PsychologyNow Team
ψυχαναλυτής που ανοίγει το κεφάλι του θεραπευόμενου με εργαλεία και ψάχνει να βρει κάτι

Η σύνδεση της εμπειρικής έρευνας με την κλινική πρακτική στον ψυχαναλυτικό χώρο, ως μια προσέγγιση κατά την οποία η ψυχαναλυτική διαδικασία και τα αποτελέσματά της αντικειμενοποιούνται, εξακολουθεί να είναι αμφιλεγόμενη. Υπάρχει μεγάλη ανάγκη εκτεταμένης έρευνας, προκειμένου να αποτιμάται η αποτελεσματικότητα των θεραπευτικών μεθόδων, καθώς οι ψυχαναλυτικές θεραπευτικές προσεγγίσεις κρίνονται συχνά ακατάλληλες και δεν αποτελούν επιλογή για την αντιμετώπιση αρκετών ψυχιατρικών και συναισθηματικών διαταραχών, κυρίως λόγω της έλλειψης στοιχείων αναφορικά με την αποτελεσματικότητά τους.


Η έρευνα στους ψυχαναλυτικούς χώρους

Η σύνδεση της εμπειρικής έρευνας με την κλινική πρακτική στον ψυχαναλυτικό χώρο εξακολουθεί να είναι αμφιλεγόμενη έως και σήμερα. Παρόλ’ αυτά η ψυχαναλυτική κοινότητα βρίσκεται μπροστά σε μια πιεστική ανάγκη να αυξήσει την έρευνα σε όλες τις πλευρές της κλινικής ψυχαναλυτικής θεωρίας και τεχνικής και των εφαρμογών τους. Βέβαια είναι σημαντικό να αναγνωρίσει κανείς, ότι όσο απαραίτητο μπορεί να είναι αυτό, άλλο τόσο δύσκολο είναι μεθοδολογικά. Οι ενστάσεις απέναντι στην εμπειρική έρευνα απορρέουν από μια θεμελιώδη δυσπιστία απέναντι στα συναφή εργαλεία και στις διάφορες εμπειρικο-στατιστικές μεθοδολογίες, που ως κοινή αφετηρία έχουν το ζητούμενο της αντικειμενοποίησης, όχι μόνο στην καταληκτική φάση της θεωρητικής ολοκλήρωσης, αλλά κυρίως ως βασική προϋπόθεση της ίδιας της έρευνας.

Είναι γεγονός από το άλλο μέρος, ότι η έρευνα στην ψυχανάλυση δεν μπορεί παρά να διεξάγεται στο επιστημολογικό και θεωρητικό περιβάλλον που η ίδια εγκαθιδρύει, στοχεύοντας κατεξοχήν –στον αντίποδα κάθε αντικειμενοποίησης– στην υποκειμενοποίηση μέσα από τη διυποκειμενικότητα. Η έρευνα συνεπώς στην ψυχανάλυση δεν πραγματοποιείται με τον ίδιο τρόπο που μπορεί να γίνεται σε άλλες κλινικού τύπου παρεμβάσεις. Όπως αναφέρουν άλλωστε οι Busch & Milrod, η αποτελεσματικότητα των ψυχαναλυτικών παρεμβάσεων βασίζεται στην κλινική παράδοση και στην υποκειμενική εμπειρία. Το χάσμα που υπάρχει ανάμεσα στην εμπειρική έρευνα και στην κλινική πρακτική στον ψυχαναλυτικό χώρο καθρεφτίζει ίσως τη συνθετότητα που χαρακτηρίζει και γενικότερα τη σχέση της θεωρίας με την κλινική πρακτική.

Από τη μία πλευρά οι ερευνητές επιδιώκουν να αναδείξουν την αιτιώδη σχέση ανάμεσα στους τρόπους παρέμβασης και στη βελτίωση που επέρχεται, εφαρμόζοντας διάφορες μεθόδους αξιολόγησης. Από το άλλο μέρος, οι κλινικοί δεν ενδιαφέρονται τόσο να προσδιορίσουν το συστατικό εκείνο που φέρνει την αλλαγή, όσο το να επιτευχθεί η αλλαγή.

Υπάρχει λοιπόν διαφορετική στοχοθεσία στους δύο αυτούς χώρους, η οποία δυσχεραίνει τη μεταξύ τους σχέση. Επιπρόσθετα, η ψυχοθεραπεία είναι μια πολύπλοκη δι-υποκειμενική επικοινωνία στην οποία υπεισέρχονται και αλληλεπιδρούν πλείστοι όσοι παράγοντες, ενώ οποιοσδήποτε από αυτούς μπορεί να επηρεάσει σημαντικά την έκβαση της θεραπείας. Η έλλειψη έρευνας στους ψυχαναλυτικούς χώρους, οδηγεί πολλούς, ακόμα και γνωστούς ψυχαναλυτές, να παραμένουν εκτός των κεντρικών επιστημονικών συζητήσεων που πραγματοποιούνται σε ένα μεγάλο εύρος της διεθνούς βιβλιογραφίας αναφορικά με την ψυχική υγεία.

Επιπλέον, οι ψυχαναλυτικές θεραπευτικές προσεγγίσεις κρίνονται συχνά ακατάλληλες και δεν αποτελούν επιλογή για την αντιμετώπιση αρκετών ψυχιατρικών και συναισθηματικών διαταραχών, κυρίως λόγω της έλλειψης στοιχείων αναφορικά με την αποτελεσματικότητά τους. Είναι λοιπόν πολύ σημαντικό να μελετηθεί με προσοχή η αποτελεσματικότητα των ψυχαναλυτικών θεραπευτικών προσεγγίσεων, με τρόπο που να είναι αποδεκτός και κατανοητός και από κλινικούς, αλλά και από επιστήμονες εκτός του ψυχαναλυτικού χώρου, προκειμένου να αλλάξει αυτή η εικόνα.

Η Anna Freud, όπως και πολλοί άλλοι διακεκριμένοι ψυχαναλυτές, όπως o Spitz, o Bowlby, η Mahler, o Winnicott κ.ά., ήταν ένθερμοι υποστηρικτές της έρευνας και συγκεκριμένα της μεθόδου της παρατήρησης. Η Anna Freud θεωρούσε ότι είναι απαραίτητη η έρευνα προκειμένου να προχωρήσει η ψυχανάλυση, καθώς θα συμβάλει στην αξιολόγηση θεωρητικών σκεπτικών και την ανάδειξη νέων.

Αναφορικά με τις επιδράσεις τ ης έρευνας στην κλινική πρακτική παραπέμπουμε επίσης στα κατά Safran & Muran «έμμεσα κλινικά αποτελέσματα της έρευνας» – clinical by-product of research. Είναι γεγονός βέβαια, ότι η μεγαλύτερη ανάπτυξη στην ψυχαναλυτική θεωρία και στην τεχνική δεν έχει προέλθει από εμπειρική έρευνα αλλά μέσα από την εμπνευσμένη αναλυτική εργασία σπουδαίων κλινικών και θεωρητικών όπως η Klein, ο Winnicott, ο Bion, η Jacobson κ.ά.

Παρόλ’ αυτά η εμπειρική έρευνα είναι απαραίτητη, προκειμένου η ψυχαναλυτική κλινική θεωρία να ισχυροποιηθεί με τρόπο ευρύτερα επιστημονικά αποδεκτό αλλά και να αναπτυχθεί περαιτέρω, μέσα από την αξιολόγηση και την επικύρωση των όσων αυτή πρεσβεύει. Στην ίδια κατεύθυνση και ο Perron, αναγνωρίζει τη μεγάλη ανάγκη εκτεταμένης έρευνας, προκειμένου να αποτιμάται η αποτελεσματικότητα των θεραπευτικών μεθόδων. Ο ίδιος όμως θέτει και το ζήτημα της καταλληλότητας της ερευνητικής μεθόδου, καθώς θεωρεί ότι πολύ συχνά πολλές από τις εν λόγω έρευνες καταλήγουν αναπόδραστα σε εσφαλμένα συμπεράσματα.

Ο Kernberg, ένας από τους πιο ένθερμους υποστηρικτές της ανάπτυξης της έρευνας στους ψυχαναλυτικούς χώρους, πρότεινε πρόσφατα κάποιες οδηγίες, για τη «διάσωση της ψυχανάλυσης από την αυτοκτονία», όπως ο ίδιος λέει, λόγω της υπεροψίας με την οποία η ίδια δια των εκπροσώπων της δείχνει να κινείται, διατεινόμενη ότι κατέχει τη μοναδικότητα ως προς την πρόσβαση στην ύστατη αλήθεια. Μία από τις λύσεις κατά τον Kernberg είναι η συνεχιζόμενη έρευνα. Προτείνει λοιπόν την εδραίωση της ψυχανάλυσης, ως επιστήμης που επιζητά τον διαρκή έλεγχο των θεωριών, την αντιπαράθεση αυτών των θεωριών με άλλες εναλλακτικές, αλλά και τη διερεύνηση των σχέσεών της με συναφείς επιστήμες. Αναφερόμενος στην αντίδραση που παρατηρείται στους χώρους της ψυχανάλυσης απέναντι στην έρευνα, ο Otto Kernberg εξηγεί ότι η εισαγωγή νέας γνώσης και νέων τρόπων αντιμετώπισης της πραγματικότητας, τείνει να διεγείρει απέλπιδες απαιτήσεις για την υποτιθέμενη γνησιότητα του παρελθόντος, συγκρίνοντας αυτή την αντίδραση με καταστάσεις που μπορεί να αντιμετωπίζει ένας θεραπευτής με σοβαρά διαταραγμένους ασθενείς με χρόνιες χαρακτηρολογικές διαταραχές και αυτοκτονικές τάσεις.

Οι τομείς στους οποίους επικεντρώνεται η έρευνα στους ψυχαναλυτικούς χώρους

Η έρευνα στους ψυχαναλυτικούς χώρους ως επί το πλείστον επικεντρώνεται:

  1. Στην εφαρμογή ψυχαναλυτικών παρεμβάσεων σε συγκεκριμένους πληθυσμούς.
  2. Στην ανάπτυξη εγχειριδίων που καθιστούν αξιόπιστη την αξιολόγηση των παρεμβάσεων και την εκπαίδευση επαγγελματιών.
  3. Στη χρησιμότητα της έρευνας ως εργαλείου για την αποσαφήνιση και τη βελτίωση της θεραπευτικής στάσης των θεραπευτών. Αρκετοί κλινικοί και ερευνητές έχουν προχωρήσει ήδη στη δημιουργία εγχειριδίων για διάφορες ψυχαναλυτικές παρεμβάσεις και στη συστηματική μελέτη της έκβασής τους. Υπάρχουν όμως και άλλοι, οι οποίοι είναι αντίθετοι απέναντι στη συγκεκριμενοποίηση που προϋποθέτει η δημιουργία εγχειριδίων, θεωρώντας ότι με αυτόν τον τρόπο περιορίζεται και μετατρέπεται σε άκαμπτη η ψυχαναλυτική προσέγγιση.

Μια κριτική που ασκείται συχνά βασίζεται στην παραδοχή, ότι η τεχνική από μόνη της δεν είναι αρκετή, καθώς οι ανθρώπινες σχέσεις μετράνε εξίσου. Επιπλέον υποστηρίζεται ότι όταν προσπαθούμε να βάζουμε ταμπέλες στις τεχνικές που χρησιμοποιούμε, τότε επιβραδύνουμε την εξέλιξη της ψυχανάλυσης, τόσο σε κλινικό επίπεδο όσο και σε θεωρητικό.

Συχνά κάποια εγχειρίδια έχουν χαρακτηριστεί ως άκαμπτα ή κατηγορούνται ότι παρεμβαίνουν στην ψυχαναλυτική διαδικασία. Υπάρχει όμως σήμερα και ένας μεγάλος αριθμός εγχειριδίων για ψυχαναλυτικού τύπου παρεμβάσεις, που παρουσιάζουν μια μεγάλη ελευθερία και ευελιξία, τόσο ως προς την κλινική εκτίμηση όσο και ως προς τις προτεινόμενες θεραπευτικές τεχνικές, προκειμένου αυτές να προσαρμόζονται όσο το δυνατόν καλύτερα στον κάθε ασθενή.

Πολλοί είναι επίσης εκείνοι που υποστηρίζουν, ότι η ανάπτυξη της ψυχαναλυτικής σκέψης χρειάζεται να στηρίζεται στη συνεργασία με τη σύγχρονη έρευνα αναφορικά με την ανάπτυξη (γνωστική και συναισθηματική). Πολύ σημαντική θεωρείται επίσης η συνέχιση και διεύρυνση του διεπιστημονικού διαλόγου με τις νευροεπιστήμες την κοινωνιολογία, την ανθρωπολογία, τη φιλοσοφία, την ψυχιατρική, την κοινωνική ψυχολογία, αλλά και την έρευνα με στόχο την αξιολόγηση του κλινικού έργου.

Προτείνεται δε, η μεταξύ τους επικοινωνία να είναι αμφίδρομη, συμβάλλοντας η μία στην περαιτέρω ανάπτυξη της άλλης. Από το άλλο μέρος, υποστηρίζεται επίσης και η ανάγκη διαμόρφωσης μιας κουλτούρας απαρτίωσης (integration) και σύνθεσης με στοιχεία από άλλα ψυχοθεραπευτικά ρεύματα προς όφελος του πάσχοντος υποκειμένου.

Βέβαια, χρειάζεται εδώ να αναφερθεί, ότι συχνά η προσπάθεια να ανοίξει και να αναπτυχθεί ένας συστηματικός διάλογος με άλλα ψυχοθεραπευτικά ρεύματα, τόσο εντός του ψυχαναλυτικού χώρου όσο και έξω από αυτόν, γίνεται αντιληπτή ως αντι-ψυχαναλυτική στάση που νοθεύει την ίδια την ουσία του ψυχαναλυτικού διαβήματος και «κινήματος».

Η ψυχανάλυση βρίσκεται μόλις στο ξεκίνημα της έρευνας αναδεικνύοντας μέχρι στιγμής ένα μικρό μόνο μέρος της όλης συνθετότητας που χαρακτηρίζει το συγκεκριμένο ζήτημα. Μέχρι το 2002, η επίσημη έκδοση της Επιτροπής Έρευνας της Διεθνούς Ψυχαναλυτικής Ένωσης, κατέγραφε 70 συστηματικά ερευνητικά προγράμματα ανά τον κόσμο, αναφορικά με την αποτελεσματικότητα της ψυχαναλυτικής θεραπείας. Παρά τις αντιστάσεις όμως, τα τελευταία 20 χρόνια η Διεθνής Ψυχαναλυτική Ένωση και η Αμερικανική Ψυχαναλυτική Εταιρεία καταβάλλουν προσπάθειες για να αναστραφεί αυτή η τάση.

Τις τελευταίες δεκαετίες μάλιστα έχει σημειωθεί μεγάλη πρόοδος σε ό,τι αφορά και στη χρηματοδότηση της έρευνας στους ψυχαναλυτικούς χώρους. Παρόλ’ αυτά η έρευνα, αναφορικά με την αποτελεσματικότητα της ψυχανάλυσης και των ψυχοδυναμικών θεραπειών γενικότερα, είναι ακόμα πολύ περιορισμένη.

Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο των Α. Ναυρίδη, Δ. Αναγνωστόπουλου που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Ψυχιατρική σε αυτό το σύνδεσμο.

Κάντε like στην σελίδα μας στο Facebook 
Ακολουθήστε μας στο Twitter 

Εγγραφείτε για να λαμβάνετε το newsletter μας!

Βρείτε μας στα...