PsychologyNow Team

Αναθεωρώντας την έννοια «ψυχική ασθένεια»

Αναθεωρώντας την έννοια «ψυχική ασθένεια»

PsychologyNow Team

Πώς αποφασίζουμε ποια συναισθήματα, σκέψεις και συμπεριφορές είναι φυσιολογικές, μη φυσιολογικές ή παθολογικές; 


Αυτό είναι ουσιαστικά κάτι που μια επιλεγμένη ομάδα ψυχιάτρων αποφασίζει κάθε φορά που αναθεωρείται το Διαγνωστικό και Στατιστικό Εγχειρίδιο Ψυχικών Διαταραχών (Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders), το οποίο θεωρείται «Βίβλος» για επαγγελματίες ψυχικής υγείας παγκοσμίως.  

Τέτοιες ερωτήσεις όμως δεν μπορούν να απαντηθούν μόνο από την επιστημονική κοινότητα. Και αυτό διαφάνηκε ιδιαίτερα τη στιγμή που η ομοφυλοφιλία σταμάτησε να θεωρείται ψυχική νόσος το 1973. Αυτή η απόφαση δεν βασιζόταν σε νέα επιστημονικά στοιχεία αλλά στην πίεση που είχε ασκηθεί από ακτιβιστές. Περιπτώσεις όπως το παράδειγμα που αναφέρθηκε παραπάνω, δείχνουν τους περιορισμούς της ψυχιατρικής και οι φιλόσοφοι και οι κοινωνιολόγοι θα μπορούσαν να φανούν αρκετά χρήσιμοι. 

Το DSM δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά από την Αμερικανική Ψυχιατρική Εταιρεία το 1952 για να δημιουργήσει μια κοινή γλώσσα και τυποποιημένα κριτήρια για τον τρόπο ταξινόμησης των ψυχικών διαταραχών. Τώρα χρησιμοποιείται σε όλο τον κόσμο από τους κλινικούς ιατρούς, τους ερευνητές, τις ασφαλιστικές και φαρμακευτικές εταιρείες, το νομικό σύστημα, τους ρυθμιστές υγείας και τους υπεύθυνους για τη χάραξη πολιτικής. 

Στην πέμπτη του έκδοση, οι αναθεωρήσεις έχουν σταδιακά επεκτείνει τον αριθμό των ψυχικών διαταραχών, αλλά και παράλληλα εξαλείψει ορισμένες κατηγορίες καθώς έχουν κατανοηθεί καλύτερα. Η αλλαγή αυτή από την άλλη πλευρά, ίσως οφείλεται και στην μεταβολή των αξιών. Με την πάροδο του χρόνου όλες αυτές οι τροποποιήσεις στο διαγνωστικό αυτό εργαλείο έχουν εγείρει διαμάχες. Αυτές τις μέρες, οι επικριτές του DSM ισχυρίζονται ότι «θεραπεύει» τη φυσιολογική συμπεριφορά όπως είναι η εχθρότητα, η εξωστρέφεια και η εσωστρέφεια.Τώρα, η εκδήλωση τριών ξεσπασμάτων θυμού σε εβδομαδιαία βάση, όπως για παράδειγμα η αρνητικότητα, η ευερεθιστότητα και η οργή, θα ερμηνευθεί ως κριτήριο διάγνωσης για αποσυνδετική διαταραχή. Για να γίνει διάγνωση είναι απαραίτητο το παιδί να πάσχει από κάτι και μάλιστα από κάτι παθολογικό. Από την άλλη θα μπορούσε κάποιος να αναρωτηθεί γιατί να ετικετοποιηθεί το παιδί και όχι οι γονείς. 

Για παράδειγμα, γιατί δεν υπάρχει μια διάγνωση που λέγεται «ανικανότητα να πειθαρχήσουμε την παιδική διαταραχή»; 

Ποιο είναι το «πρόβλημα» λοιπόν και ποιος θα κρίνει ποιος είναι αυτός που «υποφέρει»; Αυτές είναι κρίσιμες εκτιμήσεις που φέρουν μαζί τους τις πολιτιστικές προκαταλήψεις και υποθέσεις των ατόμων που κάνουν αυτές τις κρίσεις. Αν δεν εξετάσουμε σωστά τις κρίσεις αξιολόγησης, κινδυνεύουμε να καταλήξουμε σε συμπεράσματα που εισάγουν διακρίσεις ή είναι επιβλαβείς.  

Για παράδειγμα, η υστερία ήταν μία ψυχική διαταραχή που υποτίθεται ότι επηρέαζε μόνο τις γυναίκες και περιλάμβανε ένα ευρύ φάσμα «συμπτωμάτων» όπως συναισθηματικές εκρήξεις, παραισθήσεις, πάρα πολύ ή πολύ λίγη σεξουαλική όρεξη, ευερεθιστότητα και γενικά την εμπλοκή σε ίντριγκες . Παρ’ όλο που η υστερία έχει εξαφανιστεί από την επίσημη ψυχιατρική διάγνωση, υπάρχουν στοιχεία που υπάρχουν σε άλλες ψυχιατρικές διαγνώσεις, κυρίως στην προεμμηνορροϊκή δυσφορική διαταραχή (PMDD). 

Χαρακτηρισμένη συνήθως ως πιο σοβαρή μορφή προ-εμμηνορροϊκού στρες, το PMDD έχει ενοχοποιηθεί ότι η επισήμανση που προσέδωσε σαν διανοητική διαταραχή, αποτελεί φυσιολογική αντίδραση στο είδος των αγχωτικών περιστάσεων οι οποίες και επηρεάζουν δυσανάλογα τις γυναίκες σε μια σύγχρονη κοινωνία που δεν έχει ακόμη επιτύχει την ισότητα των φύλων. 

Με αυτόν τον τρόπο, η ψυχιατρική διάγνωση θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ένας τρόπος να ξεπεραστούν οι δείκτες κοινωνικών αδικιών. 

Ομοίως, η θλίψη και οι αλλαγές στον ύπνο, το φαγητό και ούτω καθ’ εξής μπορεί να είναι φυσιολογικές και κατανοητές αντιδράσεις στην απώλεια (π.χ. στην περίπτωση πένθους), όχι απαραίτητα δείκτες ψυχικής ασθένειας. Στην πραγματικότητα, συμπεριφορές όπως αυτές μπορούν να λειτουργήσουν ως ένα θετικό σημάδι ότι κάτι δεν πάει καλά, και αυτό θα μπορούσε να λειτουργήσει ως καταλύτης για την αλλαγή της κατάστασης προς το καλύτερο. 

Όμως το DSM επικεντρώνεται μόνο σε αυτά τα «συμπτώματα» και δεν λαμβάνει υπόψη το περιβάλλον του ατόμου. Αυτό από μόνο του είναι άξιο κριτικής. 

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η διαδικασία ταξινόμησης ψυχικών ασθενειών πρέπει να περιλαμβάνει εμπειρογνώμονες για τους οποίους η αξιολόγηση των ηθικών αξιών είναι το αντικείμενό τους, όπως οι φιλόσοφοι. Οι βιοηθολόγοι και οι φιλόσοφοι της ψυχιατρικής εκπαιδεύονται για να αναδείξουν τις κρίσεις αξίας και να τις αναλύσουν σε βάθος. 

Ο τρόπος με τον οποίο κατατάσσουμε τις ψυχικές ασθένειες έχει επίσης ευρείες συνέπειες για τους ανθρώπους που διαγνώστηκαν και για την κοινωνία - κάτι που οι κοινωνιολόγοι θα ήταν σε θέση να εξετάσουν. 

Θα μπορούσαμε να αξιοποιήσουμε αυτούς τους εμπειρογνώμονες, αιτώντας κάθε αναθεώρηση του DSM να περνάει από μια αξιολόγηση δεοντολογίας από μια ανεξάρτητη ομάδα αποτελούμενη από φιλοσόφους, κοινωνιολόγους και ηθικιστές. Οι φιλόσοφοι θα μπορούσαν να εντοπίσουν και να συζητήσουν τα ζητήματα αξίας, οι κοινωνιολόγοι θα μπορούσαν να παρουσιάσουν τις πιθανές κοινωνικές συνέπειες των προτεινόμενων αλλαγών και οι ηθικιστές θα μπορούσαν να κάνουν τις σύνθετες αναλύσεις βλάβης / οφέλους και δεοντολογικούς συμβιβασμούς που αναπόφευκτα εμπλέκονται.

Η επιτροπή αξιολόγησης πρέπει επίσης να «δείχνει και τα δόντια της», οπότε θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να ασκεί βέτο ή να τροποποιεί μια κατηγορία. 

Αυτό μπορεί να ακούγεται σαν μια προκλητική πρόταση, αλλά είναι παρόμοια με τη διαδικασία που έχουμε ήδη για τις επιστημονικές μελέτες. Ακριβώς όπως αυτές οι μελέτες πρέπει να αποκτήσουν την έγκριση ηθικής πριν προχωρήσουν προκειμένου να μετριάσουν τη ζημιά στους συμμετέχοντες και την κοινότητα, έχοντας μια ομάδα δεοντολογικής αναθεώρησης θα είναι ένα επιπλέον βήμα «ελέγχων και ισορροπιών» για το DSM. 

Ενώ όσοι ασχολούνται με τη δημιουργία του DSM προέρχονται από ποικίλα υπόβαθρα – κυρίως από ψυχιάτρους, ψυχολόγους, κοινωνικούς λειτουργούς και κλινικούς γιατρούς - κανένας δεν ήταν πρωτίστως ηθικιστής ή φιλόσοφος. 

Και ενώ ορισμένοι ψυχίατροι θα μπορούσαν να έχουν την κατάρτιση και την εμπειρία που τους επιτρέπει να εξετάσουν τις εκτιμήσεις αξίας, θα ήταν παράλογο να περιμένουμε κάτι τέτοιο, όπως θα ήταν παράλογο να περιμένουμε από τους ηθικιστές και τους φιλοσόφους να είναι σε θέση να αξιολογήσουν τις επιστημονικές κρίσεις. 

Η λύση που προτείνεται, βασίζεται στην ιδέα ότι η ψυχιατρική διάγνωση θα πρέπει να εξυπηρετεί έναν ηθικό σκοπό - την ανακούφιση ορισμένων μορφών πάθησης και ασθενειών. 

Υπό το φως αυτού του ηθικού σκοπού, πρέπει να καταβληθεί κάθε δυνατή προσπάθεια για να εκτιμηθούν οι ηθικές αξίες που μπορεί να επηρεάζουν την κρίση μας για την «ασθένεια» και το πώς θα πρέπει να αντιμετωπίζεται. Η ίδρυση μιας ομάδας δεοντολογικής αναθεώρησης για το DSM μπορεί να συμβάλει σημαντικά στην επίτευξη αυτού του στόχου. 


Μετάφραση: Χρυσοβέργη Σωτηρία, Φοιτήτρια του τμήματος Ψυχολογίας
Πηγή: theguardian.com

Κάντε like στην σελίδα μας στο Facebook 
Ακολουθήστε μας στο Twitter 

Εγγραφείτε για να λαμβάνετε το newsletter μας!

Βρείτε μας στα...