Γιώτα Κοβάνη

Ενδείξεις καταθλιπτικής διαταραχής σε παιδιά και εφήβους

Ενδείξεις καταθλιπτικής διαταραχής σε παιδιά και εφήβους

Γιώτα Κοβάνη

Κάθε ηλικία έχει τα δικά της διακριτά χαρακτηριστικά για την αναγνώριση της κατάθλιψης, τα οποία διαφέρουν από των ενηλίκων και τα οποία θα πρέπει να γνωρίζουν οι γονείς ώστε να μπορούν να τα εντοπίσουν και να παρέμβουν όσο το δυνατόν γρηγορότερα.


Τα χαρακτηριστικά που συνιστούν την κλινική εικόνα ενός καταθλιπτικού παιδιού ή εφήβου άργησαν αρκετά να κατανοηθούν και να προσδιοριστούν. Όπως αναφέρεται στους Τσιάντη & Μανωλόπουλο (1988), η πρώτη προσπάθεια που έγινε από το G.A.P. (Group for the Assessment of Psychiatry of the American Psychiatric Association), όρισε την κατάθλιψη «σαν ένα είδος ψυχονευρωτικής πάθησης που εκδηλώνεται με διαταραχές στο φαγητό και τον ύπνο ή υπερδραστηριότητα. Σαν επακόλουθο κάποιας πραγματικής ή συμβολικής απώλειας, η κατάθλιψη μπορεί να εκδηλωθεί με μείωση της αυτοεκτίμησης, ενοχή και δυσθυμία» (σελ. 235).

Σύμφωνα με τους Oster και Montgomery (όπως αναφέρεται στους Κάκουρος & Μανιαδάκη, 2003) η κατάθλιψη επηρεάζει τα παιδιά και τους εφήβους όσον αφορά τη διάθεσή τους, τη συμπεριφορά τους, τις αντιλήψεις τους, τη σκέψη τους και μπορεί να οδηγήσει σε βιολογικές αλλαγές. Πιο συγκεκριμένα, η κλινική εικόνα των παιδιών στην προσχολική και σχολική ηλικία και στην εφηβεία ορίζεται ως εξής:

Κατάθλιψη προσχολικής ηλικίας

Στην προσχολική ηλικία τα παιδιά δεν εκφράζουν εύκολα με το λόγο το αν αισθάνονται θλιμμένα ή στενοχωρημένα. Η ύπαρξη κατάθλιψης μπορεί να γίνει πιο εύκολα αντιληπτή κυρίως όταν το παιδί παρουσιάζει απώλεια ενδιαφέροντος για δραστηριότητες που αρέσουν σε αυτές τις ηλικίες καθώς και μη συμμετοχή στο παιχνίδι με τους συνομήλικούς του. Άλλες ενδείξεις είναι η αδιαφορία, η απάθεια, το κλάμα, οι διαταραχές διατροφής (ανορεξία, άρνηση τροφής), οι διαταραχές ύπνου (αϋπνία, νυχτερινοί εφιάλτες) και τα σωματικά συμπτώματα (κοιλιακοί πόνοι). Πολλά παιδιά επίσης, εκδηλώνουν φοβίες και άγχος αποχωρισμού (Luby, 2010).

Κατάθλιψη σχολικής ηλικίας

Σε αυτή την ηλικία τα παιδιά μπορούν να εκφράσουν τα συναισθήματά τους, αλλά όχι ότι έχουν κατάθλιψη. Αναφέρουν ότι νιώθουν πλήξη και φαίνονται λυπημένα και δυστυχισμένα. Βασικό σύμπτωμα είναι η μείωση στη σχολική επίδοση, που εκδηλώνεται με επιβράδυνση της κρίσης, δυσκολία στη συγκέντρωση και τη προσοχή, φτωχή φαντασία και προβλήματα μνήμης. Τα καταθλιπτικά παιδιά τείνουν να απομονώνονται και να αποφεύγουν τα ομαδικά παιχνίδια. Επίσης, κουράζονται εύκολα και δυσκολεύονται να φέρουν εις πέρας καθήκοντα που τους αναθέτονται. Τα ψυχοσωματικά συμπτώματα όπως ενούρηση, κεφαλαλγία, κοιλιακά άλγη, διαταραχές ύπνου και διατροφής είναι πολύ συχνά. Κάποιες φορές μπορεί να εκφράσουν ιδέες αυτοκτονίας, αλλά οι απόπειρες είναι πιο σπάνιες απ’ ότι στην εφηβεία, οι οποίες κάποιες φορές δεν αναγνωρίζονται και χαρακτηρίζονται ως ατυχήματα. Ακόμη, είναι αρκετά ευερέθιστα και δεν μπορούν να αντέξουν ακόμα και μικρές ματαιώσεις, αναπτύσσοντας το συναίσθημα της ενοχής. Τέλος, μπορεί να υπάρξουν εναλλαγές στη διάθεση, με το βαθύ καταθλιπτικό συναίσθημα να μετατρέπεται σχετικά γρήγορα σε διέγερση ευφορικού τύπου (Παπάνης, 2008)

Κατάθλιψη εφηβικής ηλικίας

Συχνά οι έφηβοι παραπέμπονται για θεραπεία λόγω κάποιου προβλήματος συμπεριφοράς, ενώ η σύνοδη κατάθλιψη ανιχνεύεται στην πορεία. Ωστόσο, σε σχέση με τα παιδιά προσχολικής και σχολικής ηλικίας έχουν περισσότερες πιθανότητες να μιλήσουν για τα συναισθήματα λύπης ή δυσφορίας που βιώνουν. H κατάθλιψη εκδηλώνεται διαφορετικά στα δύο φύλα κατά τη διάρκεια της εφηβείας: τα κορίτσια αποσύρονται, ενώ τα αγόρια εμφανίζουν παραβατική ή αντικοινωνική συμπεριφορά (Verboom, Sijtsema, Verhulst, Penninx & Ormel, 2014).

Οι καταθλιπτικοί έφηβοι παρουσιάζουν τα παρακάτω χαρακτηριστικά:

  1. Καταθλιπτικό συναίσθημα (ευερεθιστότητα)
  2. Ανηδονία
  3. Αίσθημα κούρασης ή απώλεια της ενεργητικότητας
  4. Απώλεια αυτοπεποίθησης ή αυτοσεβασμού
  5. Μειωμένη δυνατότητα συγκέντρωσης
  6. Υπερβολική αυτομομφή ή έντονες και ακατάλληλες ενοχές
  7. Επανειλημμένες σκέψεις θανάτου, αυτοκτονικό ιδεασμό ή απόπειρα αυτοκτονίας
  8. Ψυχοκινητική επιβράδυνση ή ανησυχία
  9. Σημαντική απώλεια ή απόκτηση βάρους
  10. Αϋπνία ή υπερυπνία

Πρέπει να πληρούνται πέντε από τα παραπάνω συμπτώματα, (υποχρεωτικά συμπεριλαμβάνεται το 1 ή το 2), η διάρκειά τους να είναι περισσότερη από δύο εβδομάδες και να σηματοδοτούν μια αλλαγή από την προηγούμενη λειτουργικότητα του ατόμου.

  • Τα συμπτώματα δεν οφείλονται σε χρήση ουσιών ή φαρμάκων ή σε γνωστή ασθένεια (π.χ. υποθυρεοειδισμός).
  • Αν υπάρχει απώλεια αγαπημένου προσώπου, πρέπει να επιμένουν περισσότερο από δύο μήνες (Παπάνης, 2008).

Τα διαγνωστικά κριτήρια για την κατάθλιψη στηρίζονται σε διεθνώς αποδεκτά συστήματα ταξινόμησης. Αυτά είναι η αναθεωρημένη πέμπτη έκδοση του Διαγνωστικού και Στατιστικού Εγχειριδίου των Ψυχικών Διαταραχών, DSM-5 (Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders) που προτείνεται από την Αμερικανική Ψυχιατρική Εταιρία και η αναθεωρημένη δέκατη έκδοση της Διεθνούς Ταξινόμησης των Νόσων, ICD-10 (International Classification of Diseases and Related Health Problems) που προτείνεται από τον Π.Ο.Υ. Αν και το DSM και ICD είναι αρκετά διαφορετικά το ένα από το άλλο, καθώς κυριάρχησε η περιγραφική φαινομενολογική προσέγγιση για τη διάγνωση των ψυχικών διαταραχών, έχουν γίνει πολύ παρόμοια, εν μέρει λόγω των συμφωνιών συνεργασίας μεταξύ των δύο οργανισμών (APA, 2009).

Οι παραπάνω παραπομπές για την κλινική εικόνα των παιδιών και των εφήβων είναι σύμφωνα με το DSM-IV, καθώς το DSM-5 κυκλοφόρησε πιο πρόσφατα  (18 Μαΐου 2013) δημιουργώντας ανησυχίες και διαμάχες με βασικό άξονα προβληματισμού το κατά πόσο υπάρχουν επαρκείς εξελίξεις στην παθοφυσιολογική, φαινομενολογική και θεραπευτική προσέγγιση των ψυχικών διαταραχών, ώστε να δικαιολογείται ένα αναθεωρημένο DSM. Στο ICD–10, για τη διάγνωση της κατάθλιψης απαιτούνται τέσσερα από τα δέκα συμπτώματα (τουλάχιστον δύο από τα τρία πρώτα και τουλάχιστον δύο από τα υπόλοιπα). Σύμφωνα με το ICD-10 για τη διάγνωση του καταθλιπτικού επεισοδίου τα συμπτώματα πρέπει να διαρκούν τουλάχιστον 2 εβδομάδες, να μην μπορούν να αποδοθούν στη χρήση ψυχοδραστικών ουσιών ή σε άλλη οργανική ψυχική διαταραχή και να μην έχει εμφανίσει το άτομο υπομανιακό ή μανιακό επεισόδιο (Michael, 2009).

Η κατάθλιψη στην εφηβεία μοιάζει αρκετά με εκείνη τωνπαιδιών ή των ενηλίκων. Τα σύγχρονα ψυχιατρικά ταξινομητικά συστήματα DSM-IV καιICD-10, την τοποθετούν πιο κοντά στην κλινική εικόνα των ενηλίκων επισημαίνονταςκάποιες διαφορές. Η βασική διαφορά από τη κατάθλιψη ενηλίκων είναι ότι ο έφηβος παρουσιάζει κυρίως ευερεθιστότητα αντί του καταθλιπτικού συναισθήματος. Γκρινιάζει συνεχώς με συνέπεια να δημιουργούνται προβλήματα στις σχέσεις με τους συνομήλικούς του και μέσα στην οικογένεια. Αποφεύγει δραστηριότητες που συνήθως του προσφέρουν ευχαρίστηση καθώς και αυτές που απαιτούν ενέργεια και εγρήγορση. Ως έκφραση της ψυχοκινητικής του επιβράδυνσης παραπονιέται εύκολα και φαίνεται να αδιαφορεί για το τι συμβαίνει γύρω του. Πίσω από σωματικά ενοχλήματα (πονοκέφαλοι, κοιλιακοί πόνοι) που μπορεί να αναφέρει, βρίσκονται ουσιαστικά τα αισθήματα μιζέριας, δυστυχίας και θλίψης. Η χαμηλή αυτοεκτίμηση οδηγεί σε επικριτικά  σχόλια για τον εαυτό τους, τύπου «είμαι ανίκανος και αντιπαθητικός». Τέλος, χαρακτηριστικό της κατάθλιψης στην εφηβεία είναι η ξαφνική μείωση των σχολικών επιδόσεων (Λαζαράτου & Αναγνωστόπουλος, 2001).

Σύμφωνα όμως με το νέο πλέον ταξινομικό σύστημα, DSM-5, αν και  δεν υπάρχει διαφοροποίηση στα βασικά συμπτώματα (καταθλιπτικό συναίσθημα και ανηδονία) ούτε και στη χρονική περίοδο που απαιτείται (2 εβδομάδες) για τη διάγνωση, υπάρχουν κάποιες αλλαγές, όπως η εξαίρεση του κριτηρίου του πένθους και αρκετές νέες καταθλιπτικές διαταραχές, συμπεριλαμβανομένης της αποδιοργανωτικής διαταραχής λόγω δυσρυθμιστικής διάθεσης. Στόχος αυτής της νέας διαγνωστικής κατηγορίας είναι να αντιμετωπίσει τις ανησυχίες σχετικά με την πιθανή υπερδιάγνωση και υποδιάγνωση της διπολικής διαταραχής στα παιδιά, γι’ αυτό και περιλαμβάνει παιδιά ηλικίας έως 18 ετών, τα οποία εμφανίζουν επίμονη ευερεθιστότητα και συχνά επεισόδια ακραίας συμπεριφοράς τρεις ή περισσότερες φορές την εβδομάδα για περισσότερο από ένα χρόνο (APA, 2013).

Συνοψίζοντας, η κάθε ηλικία έχει τα δικά της διακριτά χαρακτηριστικά για την αναγνώριση της κατάθλιψης, τα οποία διαφέρουν από των ενηλίκων και τα οποία θα πρέπει να γνωρίζουν οι γονείς ώστε να μπορούν να τα εντοπίσουν και να παρέμβουν όσο το δυνατόν γρηγορότερα.


Βιβλιογραφία

  • American Psychological Association. (2009). ICDvs. DSM. Monitor on Psychology, 40(9).
  • American Psychiatric Association. (2013).Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders. (5th ed.). Washington, DC: American Psychiatric Publishing.
  • American Psychiatric Association. (2013). Highlights of Changes from DSM-IV-TR to DSM-5. Washington, DC: American Psychiatric Publishing.
  • Κάκουρος, Ε., & Μανιαδάκη, Κ. (2003). Ψυχοπαθολογίαπαιδιώνκαιεφήβων: ΑναπτυξιακήΠροσέγγιση. Αθήνα: Γιώργος Δαρδανός.
  • Λαζαράτου, Ε., & Αναγνωστόπουλος, Δ. Κ. (2001). Εφηβεία και κατάθλιψη. ΑρχείαΕλληνικήςΙατρικής, 18(5), 466 – 474.
  • Luby, J. L. (2010). Preschool Depression: The Importance of Identification of Depression Early in Development. Current Directions in Psychological Science, 19(2), 91-95.
  • Michael, B. (2009). Towards Harmonization: An Annotated Guide to Differences the DSM-IV and ICD-10 Definitions of Mental Disorders, British Journal of Psychology.
  • Παπάνης, Ε. (2008). Παιδικήκαιεφηβικήκατάθλιψη. Ανακτήθηκε 24Ιανουαρίου 2017, από http://www.iatronet.gr/ygeia/psyxiki-ygeia/article/6269/paidiki-kai-efiviki-katathlipsi.html
  • Verboom, C. E., Sijtsema, J .J., Verhulst, F. C., Penninx, B. W., & Ormel, J. (2014). Longitudinal associations between depressive problems, academic performance, and social functioning in adolescent boys and girls. Developmental Psychology,   50(1), 247-257.
  • Τσιάντης, Γ., & Μανωλόπουλος, Σ. (Επιμ.). (1988). Σύγχρονα θέματα Παιδοψυχιατρικής. (Τόμος 2, σελ. 235). Αθήνα: Εκδόσεις Καστανιώτη
Κάντε like στην σελίδα μας στο Facebook 
Ακολουθήστε μας στο Twitter 

Εγγραφείτε για να λαμβάνετε το newsletter μας!

Βρείτε μας στα...