Γιώργος Κουντουράς

Μην κυνηγάς τα όνειρά σου, διαμόρφωσέ τα

Μην κυνηγάς τα όνειρά σου, διαμόρφωσέ τα

Γιώργος Κουντουράς
άνδρας που στέκεται μπροστά από έναν καταρράκτη σκεφτόμενος τα όνειρά του

Δεν αρκεί το να κυνηγήσουμε τα όνειρά μας για να τα πετύχουμε, όπως δεν αρκεί το να δημιουργήσουμε μια ανθρώπινη σχέση για να αγαπήσουμε και να αγαπηθούμε. Τα προσωπικά όνειρα (όπως και οι ανθρώπινες σχέσεις) χτίζονται και στην μακρά πορεία διαμόρφωσής τους συναντούμε δυσκολίες που δοκιμάζουν την θέληση και την αποφασιστικότητά μας.


Από την τυπική ευχαριστήρια ομιλία ενός πασίγνωστου ηθοποιού που μόλις έχει κερδίσει το βραβείο Όσκαρ και νιώθει σοκαρισμένος, μέχρι τον εμπνευσμένο λόγο του επιτυχημένου επιχειρηματία του οποίου η περιουσία αγγίζει τον προϋπολογισμό ενός μικρού κράτους, το (χιλιοειπωμένο) μήνυμα είναι συνήθως ένα: «να κυνηγάς τα όνειρά σου» γιατί «αν κάνεις αυτό που σε παθιάζει δεν θα χρειαστεί να δουλέψεις ποτέ στην ζωή σου». Μετά το τέλος κάθε τέτοιας ομιλίας, ακολουθεί ο παρατεταμένος καταιγισμός χειροκροτημάτων και το ζήτημα γίνεται πιο προσωπικό. Αναλογιζόμαστε τα όνειρά μας, προσπαθούμε να τα επαναφέρουμε στην κορυφή της λίστας με τις προτεραιότητές μας, αγχωνόμαστε γιατί έχουμε καθυστερήσει την υλοποίησή τους, αλλά αισθανόμαστε και μια αισιοδοξία για το ότι μπορούμε τελικά να καταφέρουμε αυτό για το οποίο είμαστε προορισμένοι. Αφού τα έχουν καταφέρει ακόμα και άνθρωποι που το μέλλον τους προβλεπόταν δυσοίωνο, γιατί να μην τα καταφέρουμε και εμείς; Άλλωστε μιλάμε για τα …όνειρά μας. Τι μπορεί να είναι πιο σημαντικό από αυτά;  

Η λυτρωτική προτροπή προς την υλοποίηση των ονείρων μας, των πραγμάτων δηλαδή που επιθυμούμε περισσότερο στην ζωή και για τα οποία είμαστε προορισμένοι (από τον ερχομό μας σε αυτή), παρατηρείται για πρώτη φορά, (τουλάχιστον από ιστορικής πλευράς), περίπου το 1970. Ο προσανατολισμός των διαφημίσεων αλλάζει τότε – κρατά το ματεριαλιστικό του περιεχόμενο φυσικά, αλλά γίνεται πιο ανθρωποκεντρικός. Γιατί το αντικείμενο δεν διαφημίζεται πλέον με γνώμονα την χρησιμότητά του, αλλά σύμφωνα με την αξία που δίνει σε αυτόν που το κατέχει. Έτσι, ο δυναμικός και σίγουρος για τον εαυτό του άνδρας οδηγάει το αυτοκίνητο Χ, ενώ η ακαταμάχητη και χειραφετημένη γυναίκα φορά το άρωμα Ψ. Συνεπώς, ο άνδρας που αντιλαμβάνεται τον δυναμισμό και την αυτο-πεποίθηση με τον τρόπο που συμβολίζονται στην συγκεκριμένη διαφήμιση, μπορεί να ανταποκριθεί στην προτροπή «κυνήγα τα όνειρά σου» αγοράζοντας το αυτοκίνητο Χ. Αυτό που μας ενδιαφέρει όμως εδώ δεν είναι το κατά πόσο είναι εύκολο να ανταποκριθεί ο καταναλωτής στο εκάστοτε διαφημιστικό μήνυμα. Αυτή η αλλαγή στον προσανατολισμό του διαφημιστικού σκοπού δεν έφερε απλώς πιο επιτυχημένες διαφημίσεις, αλλά τόνισε το ότι αν κάνεις αυτό που θέλεις, αυτό που σου αρέσει και απολαμβάνεις, ή αυτό για το οποίο είσαι «φτιαγμένος», τότε θα είσαι χαρούμενος, θα αισθάνεσαι επαρκής και πλήρης, τότε θα έχεις αξία και θα αποκτήσει η ζωή σου νόημα. Αυτό το μήνυμα δεν περιορίστηκε στον χώρο της διαφήμισης, αν σκεφτούμε ότι κάποιες σύγχρονες δυτικές κοινωνίες βασίστηκαν στην εκπλήρωση της συγκεκριμένης πολιτισμικής επιταγής, με το Αμερικανικό Όνειρο να είναι η τέλεια επιτομή της. Αφού όμως το σύστημα της Αμερικής το οποίο βασίζεται στην λογική του ότι ο καθένας μπορεί να πετύχει τα όνειρά του εφόσον έχει την θέληση να τα κυνηγήσει θεωρείται από πολλούς επιτυχημένο, γιατί να σκεφτούμε παραπάνω το αν είναι ωφέλιμο να ακολουθούμε γενικά τα όνειρά μας; Η Αμερική απέδειξε ότι είναι. Τέλος της ιστορίας. Είναι όμως πράγματι έτσι;

Ας δούμε πρώτα αν έχουμε όνειρα και ποια είναι αυτά τα όνειρα. Το 2011 μια ομάδα Καναδών ερευνητών με επικεφαλής τον Vallerand έδωσε ένα εκτενές ερωτηματολόγιο σε 539 φοιτητές με σκοπό να απαντηθούν τα παραπάνω δύο ερωτήματα. Η λογική της προτροπής του να κυνηγάμε τα όνειρά μας και ό,τι γενικά μας παθιάζει υπονοεί ότι όλοι οι άνθρωποι έχουμε κάποια όνειρά που πρέπει να ανακαλύψουμε. Οπότε αυτή η έρευνα έλεγξε την συγκεκριμένη υπόθεση.

Αρχικά, οι ερευνητές βρήκαν ότι το 84% των φοιτητών είχε όνειρα προς υλοποίηση. Ανάμεσα σε αυτά τα όνειρα, τα 5 πιο δημοφιλή ήταν ο χορός, το χόκεϊ (μην ξεχνάμε ότι μιλάμε για Καναδούς), το σκι, το κολύμπι και το διάβασμα. Παρόλο που ήταν ευχάριστη έκπληξη για τους ερευνητές το γεγονός ότι η συντριπτική πλειοψηφία των φοιτητών είχε όνειρα προς υλοποίηση, η σχέση αυτών των ονείρων με την επιλογή επαγγέλματος δεν είναι ιδιαίτερα σημαντική. Για την ακρίβεια, λιγότερο από το 4% των αναγνωρισμένων από τους φοιτητές «ονείρων» είχε κάποια σχέση με κάποιο επάγγελμα ή με το εκπαιδευτικό τους υπόβαθρο, ενώ το υπόλοιπο 96% αφορούσε περισσότερο δραστηριότητες ελεύθερου χρόνου (χόμπι).

Συνεπώς, πώς μπορούμε να ακολουθήσουμε τα όνειρά μας όταν δεν έχουμε όνειρα σχετικά με την επαγγελματική μας σταδιοδρομία; Τα όνειρα αναφέρονται μόνο σε ευχάριστες δραστηριότητες ελεύθερου χρόνου και δεν έχουν να κάνουν με την συμβατική εργασία; Σε αυτό το δείγμα φοιτητών τουλάχιστον, οι περισσότεροι θα έπρεπε να ακολουθήσουν μία διαφορετική στρατηγική για να επιλέξουν την επαγγελματική καριέρα των… ονείρων τους.

Η παραπάνω έρευνα όμως δεν μας λέει πολλά πράγματα. Μια άλλη πρόσφατη έρευνα από τρεις ερευνητές του Πανεπιστημίου Stanford, έχει κάτι πιο ενδιαφέρον να μας πει. Οι Dweck, Walton και O’ Keefe (2018) λοιπόν προσπάθησαν να βρουν ποιο «σύστημα πεποιθήσεων» οδηγεί τους ανθρώπους στην επιτυχία και ποιο στην αποτυχία. Διεξήγαγαν πέντε πειράματα σε ένα δείγμα 470 ατόμων με σκοπό να μελετήσουν δύο βασικά «συστήματα πεποιθήσεων»:

α) την πάγια θεωρία (fixed theory) σύμφωνα με την οποία τα όνειρα που έχουμε προϋπάρχουν και αρκεί να τα ανακαλύψουμε ώστε μετέπειτα να σχεδιάσουμε την υλοποίησή τους και

β) την αυξητική θεωρία (growth theory) η οποία υποστηρίζει ότι τα όνειρα αναπτύσσονται κάτω από την επίδραση του περιβάλλοντος και της εμπειρίας μας.

Για αυτόν το σκοπό, ζήτησαν από τους συμμετέχοντες να διαβάσουν ορισμένα άρθρα και να παρακολουθήσουν μερικά βίντεο, κάποια από τα οποία ήταν σύμφωνα με τα ενδιαφέροντά τους, ενώ κάποια άλλα όχι. Αυτό που παρατήρησαν ήταν ότι τα άτομα που πίστευαν ότι τα όνειρα προϋπάρχουν και είναι κάτι που πρέπει να ανακαλυφθεί (fixed theory), αφιέρωναν χρόνο μόνο για να διαβάσουν τα άρθρα και να παρακολουθήσουν τα βίντεο που άπτονταν των ενδιαφερόντων τους χωρίς να ολοκληρώνουν με επιτυχία τις δοκιμασίες που θεωρούσαν αδιάφορες. Αντίθετα, τα άτομα που πίστευαν ότι τα όνειρα ή οι δραστηριότητες που μας «παθιάζουν» αναπτύσσονται σταδιακά μέσα από την εμπειρία και την περιβαλλοντική επίδραση (growth theory), δεν αφιέρωναν χρόνο μόνο στην συμβατή με τα ενδιαφέροντά τους θεματολογία, αλλά προσπαθούσαν να καταλάβουν και το υλικό που δεν τους προξενούσε εξ’ αρχής ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Οι ερευνητές παρατήρησαν ακόμα ότι οι συμμετέχοντες που ασπάζονταν την πάγια θεωρία, δεν περίμεναν καμία δυσκολία αναφορικά με την υλοποίηση των ονείρων τους. Συνεπώς, μετά το ξεκίνημα μιας νέας δραστηριότητας ή μιας δραστηριότητας που δεν είχε το αναμενόμενο ενδιαφέρον για αυτούς, είχαν την τάση να τα παρατούν όταν ενέσκηπτε η πρώτη δυσκολία. Επίσης, οι ερευνητές βρήκαν ότι οι συμμετέχοντες με αυτό το σύστημα πεποίθησης (fixed theory), παρόλο που ήταν ιδιαίτερα προσηλωμένοι στην επίτευξη ενός συγκεκριμένου στόχου-ονείρου, αυτή η προσήλωση περιόριζε το εύρος των ενδιαφερόντων τους καθώς και την δυνατότητα ενασχόλησης με εναλλακτικές δραστηριότητες.

Τα συμπεράσματα που μπορούν να εξαχθούν από αυτήν την έρευνα είναι πολλά και σημαντικά. Τα άτομα που ασπάζονται την πάγια θεωρία φαίνεται να θεωρούν ότι το εσωτερικό τους κίνητρο για την επίτευξη του στόχου-ονείρου θα είναι διαρκές. Έτσι, τείνουν να πιστεύουν ότι η διαδικασία επίτευξης θα είναι εύκολη υπόθεση. Όταν συναντάνε απροσδόκητες δυσκολίες στην πορεία όμως τείνουν να τα παρατάνε φανερώνοντας μια στάση που χαρακτηρίζεται από γρήγορη έλλειψη ενδιαφέροντος.

Από την άλλη μεριά, οι πρεσβευτές της αυξητικής θεωρίας, φαίνεται ότι δεν «κυνηγούν τα όνειρά τους», αλλά τα διαμορφώνουν. Είναι πιθανότερο να εκδηλώνουν ενδιαφέρον για πολλούς και διαφορετικούς στόχους-όνειρα, καθώς και να περιμένουν δυσκολίες που σχετίζονται με την υλοποίησή τους. Αυτές οι δυσκολίες-προκλήσεις φαίνεται να ενισχύουν την δέσμευσή τους στην διαδικασία επίτευξης και να εντείνουν το ενδιαφέρον συμμετοχής τους στην/ις σχετικές δραστηριότητα/τες. Γιατί όμως αισθανόμαστε μια έλξη απέναντι σε αυτήν την τόσο κοινότυπη προτροπή; Γιατί θέλουμε να ακολουθήσουμε τα όνειρά μας… πάση θυσία;

Τις περισσότερες φορές το να θέλουμε απλώς κάτι είναι προτιμότερο από το να ξεπεράσουμε τις δυσκολίες που ενέχει η απόκτησή του. Είναι εύκολο για μένα να φαντάζομαι μία λαμπρή ακαδημαϊκή καριέρα με πολλές δημοσιεύσεις βιβλίων, ομιλίες και διδασκαλία σε κορυφαία πανεπιστήμια. Αυτό που φαντάζομαι όμως - το οποίο μπορεί να θεωρηθεί όνειρο ζωής για εμένα - είναι απλά το αποτέλεσμα μιας κατάστασης που δεν μου λέει τίποτα για την διαδικασία από την οποία πρέπει να περάσω για να φτάσω στην επιθυμητή κατάσταση. Συνήθως, μία τέτοια καριέρα απαιτεί μια σημαντική επένδυση χρόνου από πλευράς εξειδίκευσης, συγγραφικής ικανότητας, απόκτησης ακαδημαϊκών δεξιοτήτων, κοινωνικής επαφής κτλ.

Επίσης, το πιο σημαντικό είναι ότι απαιτεί από μένα να αποδεχτώ το ενδεχόμενο της αποτυχίας στην πορεία της προσπάθειάς μου. Το νόημα που δίνω στην αποτυχία – το αν την θεωρώ για παράδειγμα αναγκαία συνθήκη της επιτυχίας ή ως κάτι που πρέπει να αποφεύγω για να διατηρώ την αξία του εαυτού μου – θα καθορίσει το αν θα παραμείνω τελικά προσκολλημένος στο ευχάριστο αποτέλεσμα μιας κατάστασης (σε επίπεδο φαντασίας) ή το αν θα εμπλακώ, αποδεχόμενος όλες τις πιθανές δυσκολίες, στην διαδικασία επίτευξής της (σε επίπεδο πραγματικότητας). Φυσικά, αν υπάρχει το ταλέντο όλα αλλάζουν, σωστά; Τότε μπορώ να ακολουθήσω τα όνειρά μου χωρίς να αναλογίζομαι τις δυσκολίες γιατί η επιτυχία είναι εξασφαλισμένη …

Ο Charness και οι συνεργάτες του (2001), επιβεβαιώνοντας τα ευρήματα προηγούμενων μελετών, βρήκαν ότι η ικανότητα άψογης εκτέλεσης μιας πολύπλοκης δραστηριότητας απαιτεί τουλάχιστον 10.000 ώρες εξάσκησης. Μήπως λοιπόν χρειάζεται χρόνο το ταλέντο για να μας οδηγήσει στο να κάνουμε αυτό που ποθούμε περισσότερο; Σε μία άλλη αρκετά ενδιαφέρουσα έρευνα, η Wrzesniewski (1997), αφού μελέτησε ανθρώπους από διαφορετικούς επαγγελματικούς κλάδους (από γιατρούς μέχρι μηχανικούς υπολογιστών και κληρικούς), βρήκε ότι υπάρχουν τρεις κατηγορίες κατάταξης της εργασίας σύμφωνα με τις στάσεις των ατόμων: η «συμβατική εργασία» (job) που μας δίνει την δυνατότητα να πληρώνουμε τους καθημερινούς λογαριασμούς μας, η «θέση καριέρας» (career) που αποτελεί την ευκαιρία για σημαντική βελτίωση των εργασιακών συνθηκών, και το «επάγγελμα ζωής» (calling) που είναι συνυφασμένο με την ζωή, την αυταξία και την ταυτότητά μας.

Η Wrzesniewski όμως προχώρησε παρακάτω και θέλησε να μάθει με ποια κριτήρια κατατάσσουν οι άνθρωποι το επάγγελμά τους σε αυτές τις τρεις κατηγορίες. Θα περιμέναμε ότι οι άνθρωποι που επέλεξαν το επάγγελμά τους επειδή τους άρεσε πολύ ή γιατί είχαν μια έμφυτη κλίση σε αυτό ή λόγω της ιδιαίτερης φύσης του (λ.χ. γιατροί, εκπαιδευτικοί), θα το κατέτασσαν στις δύο τελευταίες κατηγορίες. Προς μεγάλη έκπληξη όλων, η Wrzesniewski βρήκε ότι οι περισσότεροι άνθρωποι που θεωρούσαν ότι η δουλειά τους ήταν «επάγγελμα ζωής» ήταν αυτοί που αφιέρωναν κατά μέσο όρο περισσότερες ώρες για να γίνουν πιο εξειδικευμένοι σε αυτήν. Με άλλα λόγια, οι εργαζόμενοι που είχαν περισσότερη εμπειρία, είχαν και περισσότερες πιθανότητες να αγαπούν αυτό που κάνουν. Συνεπώς, μπορεί να υποτεθεί ότι οι πιο παθιασμένοι με την δουλειά τους εργαζόμενοι δεν είναι αυτοί που την επέλεξαν ακολουθώντας το όνειρό τους, αλλά αυτοί που αφιέρωσαν αρκετό χρόνο για να γίνουν πολύ καλοί σε αυτό που κάνουν.

Η προέκταση της προτροπής του να «ακολουθούμε τα όνειρά μας» είναι συνδεδεμένη με την εικόνα του ιδανικού εαυτού και της ευτυχίας. Ωστόσο, παρατηρούμε ότι οι δραστηριότητες ή οι εμπειρίες της ζωής μας που μας ολοκληρώνουν και μας φέρνουν πιο κοντά στον ιδανικό εαυτό, στην εκπλήρωση των ονείρων και την ευτυχία, δεν είναι πάντα (ή μόνο) ευχάριστες και εύκολα διαχειρίσιμες. Το να ολοκληρώσουμε έναν μαραθώνιο είναι απείρως πιο δύσκολο, πιο δυσάρεστο και λιγότερο δελεαστικό από το να φάμε ένα κομμάτι τούρτα, αλλά αν τα καταφέρουμε στο πρώτο θα νιώσουμε σημαντικά πιο χαρούμενοι συγκριτικά με το αν ενδώσουμε στο δεύτερο. Η ανατροφή ενός παιδιού ενέχει δυσκολίες, απογοητεύσεις και εντείνει πολλές φορές αισθήματα προσωπικής αμφιβολίας και ανεπάρκειας, αλλά είναι μια διαδικασία που ολοκληρώνει το άτομο που επιλέγει συνειδητά να εμπλακεί σε αυτήν.

Η ολοκλήρωση και η ευτυχία λοιπόν αναδύονται μέσα από την σταδιακή επίτευξη μακροχρόνιων και διαφορετικής σημαντικότητας στόχων που απαιτούν την δέσμευσή μας. Δεν αρκεί το να κυνηγήσουμε τα όνειρά μας για να τα πετύχουμε, όπως δεν αρκεί το να δημιουργήσουμε μια ανθρώπινη σχέση για να αγαπήσουμε και να αγαπηθούμε. Τα προσωπικά όνειρα (όπως και οι ανθρώπινες σχέσεις) χτίζονται και στην μακρά πορεία διαμόρφωσής τους συναντούμε δυσκολίες που δοκιμάζουν την θέληση και την αποφασιστικότητά μας. Στο μονοπάτι διαμόρφωσης του ιδανικού εαυτού όμως, οι στιγμές ευτυχίας και πληρότητας δεν είναι οι «τελικές συνέπειες» της επίτευξης αυτών των στόχων-ονείρων, αλλά μια ενθαρρυντική υπενθύμιση ότι τα καταφέρνουμε όλο και καλύτερα παρά τις δυσκολίες.


Βιβλιογραφία

  • Charness, N., Reingold, E. M., Pomplun, M., & Stampe, D. M. (2001). The perceptual aspect of skilled performance in chess: evidence from eye movements. Memory and Cognition, 29, 1146–1152.
  • O’Keefe, P. A., Dweck, C. S., & Walton, G. M. (2018). Implicit Theories of Interest: Finding Your Passion or Developing It? Psychological Science, 29(10), 1653–1664. https://doi.org/10.1177/0956797618780643
  • Vallerand, R. J., & Lalande, D. R. (2011). The MPIC : The perspective of the hierarchical Model of Intrinsic and Extrinsic Motivation. Psychological Inquiry, 22, 45-51.
  • Wrzesniewski, A., McCauley, C. R., Rozin, P., & Schwartz, B. (1997). Jobs, careers, and callings: People’s relations to their work. Journal of Research in Personality, 31, 21-33.

Εγγραφείτε για να λαμβάνετε το newsletter μας!

Βρείτε μας στα...