banner-desk banner-mob
thumb

Η εποχή του Νηπενθούς

- Νόημα Ζωής
28 Απριλίου 2026

Από το νηπενθές της Οδύσσειας έως τα ψηφιακά «παυσίπονα» της καθημερινότητας, η ανάγκη να αποφύγουμε τον ψυχικό πόνο παραμένει διαχρονική. Μήπως όμως η σύγχρονη ανακούφιση μάς απομακρύνει από τον ίδιο μας τον εαυτό;


Οι μύθοι λειτουργούν ως αφηγηματικά εργαλεία προσέλκυσης του αναγνώστη, ενώ ταυτόχρονα διαμορφώνουν μια ψευδαίσθηση επιστροφής στην παιδική ηλικία που δύναται να οδηγήσει στην αποστασιοποίηση από τα παρόντα προβλήματα. Μέσω της συμβολικής τους διάστασης, ενεργοποιούν τη σύνδεση με την εσωτερική πραγματικότητα του ατόμου.

Το μεγαλύτερο όφελος που προσφέρουν, πέραν της ενεργοποίησης του φαντασιακού, έγκειται στην εξαγωγή νοημάτων ζωτικής σημασίας για την ανθρώπινη ύπαρξη. Με βάση τα προειρημένα, πρόκειται να παρουσιαστεί ένα επεισόδιο της μυθολογίας που φωτίζει εν γένει τη σύγχρονη κοινωνική και ψυχική πραγματικότητα του υποκειμένου, στη σχέση του τόσο με τους άλλους όσο και με τον εαυτό.

Στο πλαίσιο αυτό, δεν δύναται να αγνοηθεί ο ρόλος της τεχνολογίας και οι επιδράσεις της, η ραγδαία ανάπτυξη της οποίας επαναπροσδιορίζει τις συνθήκες συγκρότησης της ταυτότητας, της γονικότητας, της προσωπικότητας και της κοινωνικής εμπειρίας του ατόμου.

Το μυθολογικό επεισόδιο

Στη ραψωδία δ’ της Οδύσσειας, ο Τηλέμαχος φτάνει στη Σπάρτη αναζητώντας πληροφορίες για την τύχη του πατέρα του. Εκεί τον υποδέχονται ο Μενέλαος και η Ελένη, οι οποίοι απολαμβάνουν το γαμήλιο γλέντι, έχοντας αφήσει πίσω τους τα δεινά του Τρωικού πολέμου. Η είσοδος του νεαρού φιλοξενούμενου προκαλεί αμηχανία, καθώς η εντυπωσιακή του ομοιότητα με τον Οδυσσέα επαναφέρει μνήμες από το παρελθόν. Ο Μενέλαος, αναγνωρίζοντας την καταγωγή του, τον προσκαλεί να μετάσχει στο συμπόσιο και του προσφέρει τη δέουσα φιλοξενία, σύμφωνα με τα ήθη της εποχής.

Κατά τη διάρκεια του γεύματος, ο Τηλέμαχος εκθέτει τον λόγο της επίσκεψής του, επιθυμώντας να μάθει αν ο πατέρας του ζει ή έχει χαθεί οριστικά. Η συζήτηση οδηγεί αναπόφευκτα στην αναβίωση των σκληρών εμπειριών του πολέμου και των περιπετειών που ακολούθησαν. Τη στιγμή που η θλίψη κυριαρχεί, η Ελένη ρίχνει στο κρασί ένα νηπενθές βότανο, το οποίο έχει τη δύναμη να απαλύνει τον πόνο και να απομακρύνει τις οδυνηρές σκέψεις.

Η διδακτική διάσταση του επεισοδίου αναδεικνύει τη διαχρονική τάση του ανθρώπου να αποφεύγει ό,τι του προκαλεί άλγος. Η αξία του επεισοδίου έγκειται ακριβώς στη δυνατότητα αναγωγής του στο παρόν. Όπως οι ήρωες επιζητούν την ανακούφιση μέσω ενός μαγικού βοτάνου, έτσι και το σύγχρονο άτομο συχνά καταφεύγει σε μέσα που λειτουργούν ως παροδικά παυσίπονα της ψυχικής οδύνης.

banner-desk banner-mob

Παρότι σήμερα δεν αναγνωρίζονται βότανα με υπερφυσικές ιδιότητες, η ανάγκη απομάκρυνσης από τη δυστυχία παραμένει εν ισχύ. Στη σύγχρονη εποχή, η χρήση ψηφιακών μέσων και άλλων αποσπασματικών δραστηριοτήτων μπορεί να λειτουργεί ως αντίστοιχο «νηπενθές». Προσφέρουν δηλαδή πρόσκαιρη ανακούφιση, αλλά ενδεχομένως οδηγούν το άτομο να απομακρύνεται από την ουσιαστική επαφή με τον εαυτό του.

Οι Επιδράσεις των Ψηφιακών Μέσων στη Γονικότητα

Η ραγδαία και πολυεπίπεδη ανάπτυξη των ψηφιακών περιβαλλόντων και μέσων ασκεί πλέον καθοριστική επίδραση στη σχέση γονέα και παιδιού, τόσο σε άμεσο όσο και σε έμμεσο επίπεδο. Ήδη από την προγεννητική περίοδο, οι πρωτογενείς και δευτερογενείς φροντιστές εκτίθενται σε πληθώρα πληροφοριών μέσω διαδικτυακών πηγών, εφαρμογών και μέσων κοινωνικής δικτύωσης σχετικά με τις «ενδεδειγμένες» πρακτικές φροντίδας, την αναπτυξιακή πορεία του βρέφους και τους τρόπους αλληλεπίδρασης μαζί του (Ντάβου, 2007).

Η διαθεσιμότητα αυτών των πληροφοριών, αν και δυνητικά υποστηρικτική, συχνά συνοδεύεται από έναν καταιγισμό κανονιστικών προτύπων και νουθεσιών, οι οποίες προβάλλονται ως οικουμενικά αποδεκτές και επιστημονικά τεκμηριωμένες.

Η συνεχής αυτή έκθεση σε πρότυπα «ιδανικής γονεϊκότητας» δύναται να ενισχύσει αισθήματα ανεπάρκειας, αμφιβολίας και γονεϊκής ανασφάλειας. Οι γονείς, συγκρίνοντας τον εαυτό τους με εξιδανικευμένες αναπαραστάσεις της μητρότητας και της πατρότητας, ενδέχεται να βιώνουν αυξημένο άγχος και μειωμένη αυτοαποτελεσματικότητα ως προς τον γονεϊκό τους ρόλο (Ντάβου, 2007).

Η εσωτερίκευση εξωτερικών οδηγιών και αξιολογικών κριτηρίων μπορεί να υποκαθιστά τη βιωματική γνώση, τη διαισθητική ανταπόκριση και τη μοναδικότητα της σχέσης με το παιδί.

Προκειμένου να κατανοηθεί πληρέστερα ο αντίκτυπος της ψηφιακής διαμεσολάβησης, κρίνεται σκόπιμη μια σύντομη αναδρομή στα χαρακτηριστικά της γονεϊκότητας πριν από την ευρεία διάδοση του διαδικτύου.

Στο παρελθόν, παρά τις πολιτισμικές, κοινωνικές και διαπροσωπικές ελλείψεις ή περιορισμούς, η σχέση γονέα–βρέφους δομούνταν κυρίως μέσα από την άμεση, σωματικά και συναισθηματικά παρούσα αλληλεπίδραση. Η γνώση μεταδιδόταν διαγενεακά ή αντλούνταν από το άμεσο κοινωνικό περιβάλλον, ενώ η γονεϊκή πρακτική διαμορφωνόταν περισσότερο εμπειρικά και λιγότερο συγκριτικά.

Αντιθέτως, στη σύγχρονη πραγματικότητα, η ανατροφή και η επικοινωνία με το βρέφος εμφανίζονται ολοένα και περισσότερο διαμεσολαβημένες από ψηφιακά μέσα (Ντάβου, 2005). Η ψηφιακή πληροφορία δεν λειτουργεί απλώς ως συμπληρωματικό εργαλείο, αλλά συχνά ως ρυθμιστικός παράγοντας της γονεϊκής συμπεριφοράς και των προσδοκιών.

Η σχέση γονέα–παιδιού, αν και παραμένει κατεξοχήν διαπροσωπική και συναισθηματική, επηρεάζεται από εξωτερικά πρότυπα, αξιολογήσεις και συγκρίσεις που διαχέονται μέσω του ψηφιακού περιβάλλοντος.

Επιπλέον, ερευνητικά δεδομένα που εξετάζουν τις συνέπειες της τεχνοπαρεμβολής στη γονικότητα (technoference) καταδεικνύουν ότι οι διακοπές στις καθημερινές αλληλεπιδράσεις μεταξύ γονέα και παιδιού συνδέονται με φτωχότερη ποιότητα επικοινωνίας και επιπτώσεις στις γνωστικές λειτουργίες του παιδιού (Toledo-Vargas et al., 2025).

Ειδικότερα, η παρεμβολή της τεχνολογίας στην καθημερινή οικογενειακή δυναμική έχει συσχετιστεί με αυξημένα εξωτερικευμένα και εσωτερικευμένα προβλήματα συμπεριφοράς, ιδίως όταν παρατηρείται υψηλή χρήση ψηφιακών μέσων από τη μητέρα (McDaniel & Radesky, 2018).

Παράλληλα, η αυξημένη ενασχόληση με την τεχνολογία φαίνεται να σχετίζεται με μειωμένη γονική ανταποκρισιμότητα στις ανάγκες του παιδιού (Chamam et al., 2024).

Επομένως, η σύγχρονη γονεϊκότητα δεν μπορεί να μελετηθεί αποκομμένη από το ψηφιακό της πλαίσιο.

Η πρόκληση για την ψυχολογική έρευνα και κλινική πράξη έγκειται στην κατανόηση του τρόπου με τον οποίο η ψηφιακή διαμεσολάβηση επιδρά στη συγκρότηση της γονεϊκής ταυτότητας, στη διαμόρφωση της πρώιμης σχέσης προσκόλλησης και στη συναισθηματική διαθεσιμότητα των φροντιστών απέναντι στο βρέφος (Mc Daniel & Radesky, 2018).

Οι  Ψυχοκοινωνικές Συνέπειες των Ψηφιακών Μέσων στο Άτομο

Οι επιπτώσεις της χρήσης των ψηφιακών μέσων δεν επηρεάζουν μόνο τον τρόπο άσκησης της γονεϊκότητας, αλλά και ευρύτερα την ψυχοκοινωνική ανάπτυξη του ατόμου. Παράλληλα, παρατηρούνται σύνθετα και σύγχρονα ψυχολογικά φαινόμενα που διαμορφώνονται στο πλαίσιο της ψυχοσύνθεσης του ατόμου ως απόρροια της εκτεταμένης χρήσης της τεχνολογίας.

Αναλυτικότερα, ο φόβος απώλειας κάποιας δημοσίευσης ή ειδοποίησης (Fear of Missing Out – FoMO) έχει συσχετιστεί με αυξημένα επίπεδα ψυχικής εξουθένωσης, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο που χαρακτηρίζεται από κόπωση και διαρκή ψυχολογική υπερδιέγερση (Yao et al., 2025).

Επιπρόσθετα, παρατηρείται ότι μια μερίδα ατόμων επιλέγει να αποσύρεται σχεδόν πλήρως από την κοινωνική ζωή, ζώντας κυρίως μέσω της εικονικής πραγματικότητας και των ψηφιακών περιβαλλόντων, φαινόμενο που έχει περιγράφει με τον όρο hikikomori.

Στις περιπτώσεις αυτές, τα ψηφιακά μέσα ενδέχεται να λειτουργούν ως κύριο μέσο κοινωνικής αλληλεπίδρασης και βίωσης της πραγματικότητας, με αποτέλεσμα τη σημαντική αποδυνάμωση των δεσμών με την καθημερινή κοινωνική δραστηριότητα (Gavin et al., 2025).

Συνάμα, η χρήση του διαδικτύου μπορεί να συμβάλλει σε φαινόμενα άρσης αναστολών στη συμπεριφορά των χρηστών. Όροι όπως cyberbullying και cyberhate απασχολούν ολοένα και περισσότερο την ερευνητική κοινότητα, καθώς τα ψηφιακά περιβάλλοντα, τα οποία συχνά χαρακτηρίζονται από μειωμένο βαθμό κοινωνικού ελέγχου και κανονιστικών πλαισίων, συνδέονται με την εκδήλωση διαδικτυακού μίσους και επιθετικών συμπεριφορών (Wachs et al., 2019).

Επιπλέον, η συχνή χρήση των ψηφιακών μέσων φαίνεται να σχετίζεται με αυξημένη διάσπαση προσοχής, καθώς και με δυσκολίες στον γνωστικό έλεγχο και τη συγκέντρωση (Loh & Kanai, 2016).

Νευροαπεικονιστικές μελέτες έχουν καταδείξει πιθανές δομικές μεταβολές στη φυσιολογία του εγκεφάλου, ιδίως στον πρόσθιο φλοιό του προσαγωγίου, περιοχή που συνδέεται με λειτουργίες γνωστικού ελέγχου (Loh & Kanai, 2016).

Παράλληλα, το διαδίκτυο προσφέρει πληθώρα άμεσων ανταμοιβών (π.χ. likes, ψηφιακά παιχνίδια), γεγονός που ενδέχεται να ενισχύει την ανάπτυξη εθιστικών συμπεριφορών. Έρευνες διατείνουν ότι άτομα με προβληματική χρήση του διαδικτύου εμφανίζουν μεγαλύτερη προτίμηση σε άμεσες ανταμοιβές και επικίνδυνες συμπεριφορές  (Loh & Kanai, 2016).

H επεξεργασία της πληροφορίας από τους χρήστες επίσης φαίνεται να έχει μεταβληθεί, καθώς συχνά παρατηρείται μια επιφανειακή προσέγγιση των κειμένων όπου αυτά «σκανάρονται» γρήγορα, αντί να αναλύονται σε βάθος (Loh & Kanai, 2016).

Ως αποτέλεσμα, η προσοχή του χρήστη διασπάται σε πληθώρα δευτερευουσών πληροφοριών, γεγονός που αυξάνει το γνωστικό φορτίο, ενώ η εις βάθος κατανόηση της γνώσης τείνει να αντικαθίσταται από επιφανειακή και αποσπασματική πληροφόρηση (Ντάβου, 2005).

Ο τρόπος με τον οποίο ένα άτομο χρησιμοποιεί τα ψηφιακά μέσα ενδέχεται να αντανακλά στοιχεία της προσωπικότητάς του. Για παράδειγμα, ερευνητικά δεδομένα υποδεικνύουν ότι άτομα με ναρκισσιστικά χαρακτηριστικά τείνουν να αξιοποιούν το διαδίκτυο ως μέσο αυτοπροβολής, παρουσιάζοντας την εξωτερική εμφάνιση, τις επιτυχίες και τα επιτεύγματά τους με στόχο την αναζήτηση θαυμασμού και επιβεβαίωσης από άλλους χρήστες (Harley et al., 2020).

Ωστόσο, ένα άλλο μέρος της βιβλιογραφίας υποστηρίζει την αντίστροφη αιτιώδη σχέση, προτείνοντας ότι η εκτεταμένη χρήση των ψηφιακών μέσων μπορεί να ενισχύσει ναρκισσιστικές τάσεις. Στο πλαίσιο αυτό, ορισμένοι ερευνητές κάνουν λόγο ακόμη και για μια «επιδημία ναρκισσισμού» στη σύγχρονη ψηφιακή εποχή (Harley et al., 2020).

Εάν θεωρηθεί ότι τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας δύνανται να επηρεαστούν από τις τεχνολογικές εξελίξεις, τότε διαχρονικές μελέτες που εξετάζουν τις αιτιώδεις σχέσεις μεταξύ προσωπικότητας και παθολογικών χαρακτηριστικών ενδέχεται να προσφέρουν σημαντικές απαντήσεις.

Ένα σημαντικό μέρος της έρευνας έχει επικεντρωθεί στον τρόπο με τον οποίο οι χρήστες παρουσιάζουν τον «αληθινό εαυτό» τους στο διαδίκτυο. Σύμφωνα με τα ευρήματα αυτά, το ψηφιακό περιβάλλον λειτουργεί συχνά ως χώρος έκφρασης πτυχών της προσωπικότητας που ενδέχεται να παραμένουν λιγότερο ορατές στις δια ζώσης αλληλεπιδράσεις.

Για παράδειγμα, άτομα με υψηλά επίπεδα νευρωτισμού και εσωστρέφειας αναφέρουν ότι αισθάνονται πιο άνετα να εκφράσουν τον πραγματικό τους εαυτό στο διαδίκτυο, ενώ άτομα με ψυχωτικά χαρακτηριστικά εμφανίζουν συχνότερα εσωτερικές πτυχές της προσωπικότητάς τους στα ψηφιακά μέσα (Harley et al., 2020).

Επιπλέον, χρήστες που αντιλαμβάνονται το διαδίκτυο ως χώρο αυθεντικής έκφρασης είναι πιθανότερο να χρησιμοποιούν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για τη δημιουργία νέων διαπροσωπικών σχέσεων (Harley et al., 2020).

Παρά τα παραπάνω, ένα διαφορετικό ερευνητικό ρεύμα υποστηρίζει ότι η αυτοπαρουσίαση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης συχνά οδηγεί στη διαμόρφωση μιας εξιδανικευμένης εικόνας του εαυτού. Στην περίπτωση αυτή, οι χρήστες τείνουν να προβάλλουν κυρίως κοινωνικά επιθυμητά χαρακτηριστικά, τα οποία δεν αντανακλούν απαραίτητα την πραγματική τους προσωπικότητα.

Επιπλέον, τα ψηφιακά μέσα παρουσιάζουν περιορισμούς στην ανάδειξη εσωτερικών γνωρισμάτων, όπως η ευφυΐα, η συναισθηματική νοημοσύνη ή οι κοινωνικές δεξιότητες που αναπτύσσονται κατά τη δια ζώσης αλληλεπίδραση. Ως αποτέλεσμα, η διαδικτυακή αυτοπαρουσίαση μπορεί να δημιουργεί μια ψευδαίσθηση ταυτότητας, καθώς συχνά αντανακλά περισσότερο τον ιδεατό παρά τον πραγματικό εαυτό.

Ενδεικτικά, πάνω από τους μισούς χρήστες που χρησιμοποιούν ιστοσελίδες γνωριμιών αναφέρουν ότι έχουν παραποιήσει πληροφορίες σχετικά με την εμφάνισή τους ή την οικονομική τους κατάσταση (Harley et al., 2020).

Επιπρόσθετα, το διαδίκτυο δύναται να λειτουργήσει ως σημαντικό πεδίο διαμόρφωσης της ταυτότητας, ιδιαίτερα κατά την εφηβική περίοδο. Μέσα από την αλληλεπίδραση σε ψηφιακά περιβάλλοντα, οι έφηβοι έχουν τη δυνατότητα να διαφοροποιηθούν από τις γονεϊκές επιρροές, να εκφράσουν προσωπικούς προβληματισμούς και να αναπτύξουν μορφές επικοινωνίας με συνομηλίκους που συχνά δεν είναι εύκολα κατανοητές από τους γονείς (Harley et al., 2020).

Στο πλαίσιο αυτό, έρευνες που εξετάζουν τα λεγόμενα «πειράματα ταυτότητας» των εφήβων δείχνουν ότι πολλοί νέοι υιοθετούν εναλλακτικές διαδικτυακές ταυτότητες, φτάνοντας σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμη και στο να αλλάζουν το φύλο που παρουσιάζουν στο διαδίκτυο (Harley et al., 2020).

Συγχρόνως, η αυτοεκτίμηση των νέων φαίνεται να επηρεάζεται από τους μηχανισμούς κοινωνικής επιβράβευσης που χαρακτηρίζουν τις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης. Συγκεκριμένα, η αυτοπεποίθηση των εφήβων μπορεί να ενισχυθεί ή να μειωθεί ανάλογα με την ανταπόκριση που λαμβάνουν οι δημοσιεύσεις τους, όπως ο αριθμός των «likes».

Οι χρήστες που λαμβάνουν περιορισμένη διαδικτυακή επιβεβαίωση ενδέχεται να βιώνουν αυξημένα αισθήματα κοινωνικής απομόνωσης (Harley et al., 2020). Ταυτόχρονα, η έκφραση συναισθημάτων στις διαδικτυακές αλληλεπιδράσεις έχει σε μεγάλο βαθμό αντικατασταθεί από τη χρήση εικονιδίων (emoji), ενώ αρκετοί χρήστες αποφεύγουν να εκφράσουν ανοιχτά τα συναισθήματά τους λόγω φόβου κοινωνικής απόρριψης.

Τέλος, η συνεχής ενασχόληση παιδιών και εφήβων με τα ψηφιακά περιβάλλοντα ενδέχεται να περιορίζει τον απαραίτητο ψυχικό χώρο για στοχασμό και αυτοπαρατήρηση. Η διαδικασία αυτή θεωρείται κρίσιμη για την ανάπτυξη μιας συνεκτικής αίσθησης του εαυτού και για την κατανόηση του τρόπου με τον οποίο το άτομο σχετίζεται με τους άλλους.

Επίλογος

Η παρούσα ανάλυση ανέδειξε ορισμένες από τις βασικές ψυχοκοινωνικές διαστάσεις που σχετίζονται με την εκτεταμένη χρήση των ψηφιακών μέσων στη σύγχρονη κοινωνία.

Η τεχνολογική εξέλιξη φαίνεται να επηρεάζει τόσο τον τρόπο συγκρότησης της προσωπικής ταυτότητας όσο και τη δυναμική των διαπροσωπικών σχέσεων, συμπεριλαμβανομένης της γονεϊκής εμπειρίας και της διαδικασίας ανάπτυξης των παιδιών και των εφήβων.

Η ψηφιακή διαμεσολάβηση εισάγει νέα πρότυπα σύγκρισης, αξιολόγησης και αυτοπαρουσίασης, τα οποία μπορούν να επηρεάσουν την αίσθηση επάρκειας των γονέων και την ποιότητα της καθημερινής αλληλεπίδρασης με το παιδί.

Παράλληλα, φαινόμενα όπως η τεχνοπαρεμβολή στην οικογενειακή ζωή, η επιδίωξη κοινωνικής επιβεβαίωσης μέσω ψηφιακών μηχανισμών ανταμοιβής και η τάση εξιδανικευμένης διαδικτυακής αυτοπαρουσίασης αναδεικνύουν τις σύνθετες επιδράσεις των ψηφιακών περιβαλλόντων στην ψυχική λειτουργία του ατόμου.

Στο σημείο αυτό, ο μύθος του νηπενθούς βοτάνου που εμφανίζεται στην Οδύσσεια αποκτά ιδιαίτερη συμβολική αξία. Όπως το μυθικό φίλτρο που πρόσφερε η Ελένη είχε τη δύναμη να απαλύνει τον πόνο και να απομακρύνει προσωρινά τις οδυνηρές αναμνήσεις των συμποσιαστών, έτσι και στη σύγχρονη εποχή τα ψηφιακά μέσα μπορούν να λειτουργούν ως μορφές προσωρινής ανακούφισης από το άγχος, τη μοναξιά ή τη συναισθηματική δυσφορία.

Η συνεχής ενασχόληση με τα ψηφιακά περιβάλλοντα ενδέχεται να προσφέρει μια αίσθηση απομάκρυνσης από τις δυσκολίες της πραγματικότητας, χωρίς όμως να υποκαθιστά την ουσιαστική επεξεργασία των εσωτερικών βιωμάτων και συγκρούσεων του ατόμου.

Παρά ταύτα, η κατανόηση των επιδράσεων της τεχνολογίας δεν μπορεί να περιοριστεί αποκλειστικά στην ανάδειξη των κινδύνων της. Τα ψηφιακά μέσα αποτελούν πλέον αναπόσπαστο στοιχείο της σύγχρονης καθημερινότητας και προσφέρουν σημαντικές δυνατότητες επικοινωνίας, κοινωνικής σύνδεσης και πρόσβασης στη γνώση.

Συνεπώς, η πρόκληση δεν έγκειται στην απόρριψη της τεχνολογίας, αλλά στην ανάπτυξη μιας πιο συνειδητής, ισορροπημένης και κριτικής σχέσης με αυτήν.

Υπό το πρίσμα αυτό, κρίνεται απαραίτητη η περαιτέρω ερευνητική διερεύνηση των ψυχολογικών και αναπτυξιακών συνεπειών των ψηφιακών μέσων, καθώς και η ενίσχυση της ψυχοεκπαίδευσης γονέων, παιδιών και εφήβων.

Η καλλιέργεια δεξιοτήτων ψηφιακού γραμματισμού και η ενίσχυση της συναισθηματικής επίγνωσης μπορούν να συμβάλουν στη διαμόρφωση μιας πιο υγιούς σχέσης με την τεχνολογία, διασφαλίζοντας ότι αυτή θα λειτουργεί ως εργαλείο υποστήριξης της ανθρώπινης ανάπτυξης και όχι ως υποκατάστατο της ουσιαστικής σχέσης του ατόμου με τον εαυτό του και τους άλλους.


Βιβλιογραφικές Αναφορές

  • Chamam, S., Forcella, A., Musio, N., Quinodoz, F., & Dimitrova, N. (2024). Effects of digital and non-digital parental distraction on parent-child interaction and communication. Frontiers in Child and Adolescent Psychiatry, 3, 1330331. https://doi.org/10.3389/frcha.2024.1330331
  • Gavin, J., Brosnan, M., & Joiner, R. (2025). Pathological and non-pathological hikikomori: Social media use, digital engagement, and therapeutic implications. Frontiers in Psychiatry, 16, 1596504. https://doi.org/10.3389/fpsyt.2025.1596504
  • Harley, D., Morgan, J., & Frith, H. (2021). Η Κυβερνοψυχολογία ως καθημερινή ψηφιακή εμπειρία. Παπαζήση
  • Loh, K. K., & Kanai, R. (2016). How Has the Internet Reshaped Human Cognition? The Neuroscientist, 22(5), 506–520. https://doi.org/10.1177/1073858415595005
  • McDaniel, B. T., & Radesky, J. S. (2018). Technoference: Parent Distraction With Technology and Associations With Child Behavior Problems. Child Development, 89(1), 100–109. https://doi.org/10.1111/cdev.1282
  • Ντάβου, Μπ. (2005). Η παιδική ηλικία και τα μαζικά μέσα επικοινωνίας. Παπαζήση.
  • Ντάβου, ΜΠ. (2007). Από τον καθρέφτη στην οθόνη: Σκέψεις για την ψυχική ανάπτυξη του παιδιού στο διαμεσολαβημένο κόσμο. Στο Θέματα ψχοδυναμικής και ψυχοκοινωνικής παιδοψυχιατρικής (Τόμ. 1, σσ. 159–178). Εκδόσεις Καστανιώτη.
  • Toledo-Vargas, M., Chong, K. H., Maddren, C. I., Howard, S. J., Wakefield, B., & Okely, A. D. (2025). Parental Technology Use in a Child’s Presence and Health and Development in the Early Years: A Systematic Review and Meta-Analysis. JAMA Pediatrics, 179(7), 730. https://doi.org/10.1001/jamapediatrics.2025.0682
  • Wachs, S., Wright, M. F., & Vazsonyi, A. T. (2019). Understanding the overlap between cyberbullying and cyberhate perpetration: Moderating effects of toxic online disinhibition. Criminal Behaviour and Mental Health, 29(3), 179–188. https://doi.org/10.1002/cbm.2116
  • Yao, X., Zhao, J., Chao, W., Gao, D., Wang, M., & Zhao, G. (2025). Relationship Between Fear of Missing Out and Social Media Fatigue: Cross-Lagged Panel Design. Journal of Medical Internet Research, 27, e75701–e75701. https://doi.org/10.2196/75701

ΓΡΑΨΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΟΥ

Παρακολούθηση σχολίων
Ειδοποίηση για
1 Σχόλιο
Νεότερο
Το πιο παλιό Περισσότεροι ψήφοι
Σπύρος Καββαδάς
26 μέρες πριν

Εξαιρετικά διαφωτιστικό άρθρο που αποτυπώνει με απόλυτη ενάργεια τη σχέση, ιδιαίτερα, παιδιών και εφήβων με την “fast track” φύση των social media. Απίστευτη δουλειά. 10/10

Αποστολή αιτήματος
Στείλε στον ειδικό οτιδήποτε θέλεις να τον ρωτήσεις.