Μπορεί η μουσική να λειτουργήσει ως φυσικό αναλγητικό; Νέα επιστημονική ανασκόπηση αποκαλύπτει πώς η μουσική μειώνει τον πόνο, γιατί έχει σημασία να διαλέγουμε εμείς τα κομμάτια και γιατί το να τραγουδάμε μαζί αποδεικνύεται ισχυρότερο από την απλή ακρόαση.
Πολλές μελέτες έχουν αποδείξει ότι οι παρεμβάσεις που βασίζονται στη μουσική, όπως η ακρόαση μουσικής, μπορούν να βοηθήσουν στη μείωση του πόνου από διάφορες καταστάσεις, όπως ο καρκίνος ή η οστεοαρθρίτιδα, ωστόσο οι ερευνητές εξακολουθούν να μην κατανοούν πλήρως το πώς ή γιατί βοηθούν.
Μια νέα μελέτη ανασκόπησης υπό την καθοδήγηση της Joke Bradt, Ph.D., καθηγήτριας στο Κολλέγιο Νοσηλευτικής και Επαγγελμάτων Υγείας του Πανεπιστημίου Drexel, εξέτασε βιολογικούς, ψυχολογικούς και κοινωνικούς μηχανισμούς που μπορεί να εξηγούν τις αναλγητικές επιδράσεις της μουσικής.
Η μελέτη, η οποία δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο περιοδικό PAIN Reports, εντόπισε σημαντικά κενά τα οποία θα πρέπει να καλύψει η μελλοντική έρευνα γύρω από τις παρεμβάσεις μουσικής για την ανακούφιση από τον πόνο.
«Στην κλινική φροντίδα, οι παρεμβάσεις που βασίζονται στη μουσική μπορεί να κυμαίνονται από την ακρόαση μουσικής με πρωτοβουλία του ασθενούς ή κατόπιν σύστασης ενός επαγγελματία υγείας, όπως ένας γιατρός ή νοσηλευτής, έως μουσικές εμπειρίες υπό την καθοδήγηση εκπαιδευμένου μουσικοθεραπευτή», δήλωσε η Bradt.
«Τα ευρήματα της μελέτης μας βοηθούν να εξηγηθεί γιατί η μουσική μπορεί να αποτελέσει μια αποτελεσματική προσέγγιση χαμηλού κινδύνου για τη διαχείριση του πόνου και πώς μπορούμε να μεγιστοποιήσουμε τη δυναμική της».
Η Bradt και η ερευνητική ομάδα διαπίστωσαν συγκλίνοντα στοιχεία για τρεις πολλά υποσχόμενους μηχανισμούς που συμβάλλουν στην αποτελεσματικότητα αυτών των παρεμβάσεων:
- Θετική συναισθηματική φόρτιση που συνδέεται με τη μουσική
- Αίσθηση ελέγχου ή προσωπικής επιλογής, όπως το να επιλέγει το ίδιο το άτομο τη μουσική του
- Συγχρονισμός της κίνησης με τη μουσική, όπως το να χτυπά κανείς ρυθμικά τα δάχτυλα, τα πόδια ή να παίζει ρυθμό παράλληλα με το άκουσμα
Αυτά τα δεδομένα, εξήγησε η Bradt, υποδεικνύουν ότι είναι σημαντικό οι άνθρωποι να επιλέγουν μόνοι τους τη μουσική που απολαμβάνουν αντί να τους δίνεται από έναν πάροχο υγείας και να εμπλέκονται ενεργά, χτυπώντας ρυθμικά, παίζοντας ή κινούμενοι στον ρυθμό της όταν τη χρησιμοποιούν για τη διαχείριση του πόνου.
«Μια μελέτη έδειξε επίσης ότι το να τραγουδά κανείς μαζί με τη μουσική είναι πιο αποτελεσματικό από την απλή ακρόαση», ανέφερε η Bradt.
«Και μελέτες απεικόνισης του εγκεφάλου διαπίστωσαν ότι η μουσική μπορεί να επηρεάσει τόσο την πρώιμη επεξεργασία του πόνου στον εγκέφαλο όσο και τις ανώτερες γνωστικές και συναισθηματικές αποκρίσεις σε αυτόν».
Η ερευνητική ομάδα εξέτασε περισσότερες από 600 εγγραφές αναζητώντας μελέτες που διερευνούσαν διαμεσολαβητές, ρυθμιστές ή προβλεπτικούς παράγοντες των επιδράσεων της μουσικής στον πόνο. Τελικά, 57 μελέτες αποτέλεσαν το τελικό σύνολο δεδομένων της ανασκόπησης.
Κατανοώντας καλύτερα τους μηχανισμούς μέσω των οποίων η μουσική επιδρά στον πόνο, οι κλινικοί ιατροί και οι ερευνητές μπορούν να αναπτύξουν πιο στοχευμένες, εξατομικευμένες και αποτελεσματικές παρεμβάσεις για άτομα που βιώνουν οξύ ή χρόνιο πόνο, εξήγησε η Bradt.
Παρότι η μελέτη βοήθησε να εξηγηθεί γιατί αυτές οι παρεμβάσεις μπορούν να είναι αποτελεσματικές, υπογράμμισε επίσης την ανάγκη για πιο αυστηρή έρευνα γύρω από τους μηχανισμούς που τις καθιστούν λειτουργικές.
«Η έρευνα για το πώς η μουσική επηρεάζει τον πόνο μπορεί να ακούγεται απλή, αλλά στην πραγματικότητα είναι εξαιρετικά απαιτητική λόγω της πολυπλοκότητας τόσο της μουσικής όσο και του πόνου», σημείωσε η Bradt.
Η Bradt εξήγησε επιπλέον ότι απαιτείται περισσότερη μηχανιστική έρευνα σε άτομα με χρόνιο πόνο, καθώς και περισσότερες μελέτες που να εξετάζουν την ενεργητική δημιουργία μουσικής και τη μουσικοθεραπεία, και όχι μόνο την παθητική ακρόαση.
«Στην κλινική μου δουλειά, χρησιμοποιώ κυρίως την ενεργητική ενασχόληση με τη μουσική, όπως το τραγούδι, τον φωνητικό αυτοσχεδιασμό και το παίξιμο μουσικών οργάνων, επειδή έχω διαπιστώσει ότι είναι πολύ πιο αποτελεσματική για τον χρόνιο πόνο από την απλή ακρόαση», δήλωσε η Bradt.
«Ωστόσο, η διερεύνηση των μηχανισμών πίσω από την ενεργητική δημιουργία μουσικής είναι πολύ πιο δύσκολη από ό,τι για την απλή ακρόαση. Για παράδειγμα, είναι πολύ ευκολότερο να διεξαχθούν μελέτες απεικόνισης του εγκεφάλου κατά την ακρόαση, καθώς μπορείς να ζητήσεις από τους συμμετέχοντες να μείνουν ακίνητοι, να τυποποιήσεις το μουσικό ερέθισμα ώστε όλοι να ακούν το ίδιο κομμάτι κ.ο.κ.».
Σε πολλές κλινικές πρακτικές, οι μουσικοθεραπευτές χρησιμοποιούν κυρίως την ενεργητική δημιουργία μουσικής, επομένως είναι απαραίτητο οι ερευνητές να επεκταθούν σε αυτό το πεδίο για να κατανοήσουν πώς ακριβώς συμβάλλει στη μείωση του πόνου.
Επιπλέον, υπάρχει περιορισμένη μηχανιστική έρευνα για τέτοιες παρεμβάσεις σε άτομα με χρόνιο πόνο. Η Bradt υπογραμμίζει ότι ένα κρίσιμο επόμενο βήμα είναι να διαπιστωθεί εάν τα ευρήματα από μελέτες σε υγιείς ενήλικες μπορούν να γενικευτούν σε ασθενείς με χρόνιο πόνο, δεδομένου ότι η επεξεργασία του πόνου διαφοροποιείται σε αυτά τα άτομα.
Έρευνα: Joke Bradt et al, A scoping review of music-based pain treatment mechanism research, PAIN Reports (2026). DOI: 10.1097/pr9.0000000000001467
Επιμέλεια: PsychologyNow.gr















