PsychologyNow Team

Οι ψυχολόγοι υποστηρίζουν ότι η ψυχική ασθένεια σχετίζεται περισσότερο με τις εμπειρίες παρά με τα γονίδια

Οι ψυχολόγοι υποστηρίζουν ότι η ψυχική ασθένεια σχετίζεται περισσότερο με τις εμπειρίες παρά με τα γονίδια

PsychologyNow Team

Δεν έχει περάσει αρκετός καιρός από τότε που η επιστημονική κοινότητα υποστήριζε ότι πολλές από τις ψυχικές ασθένειες, συμπεριλαμβανομένων του αυτισμού, της μείζονος καταθλιπτικής διαταραχής, της διπολικής διαταραχής, της σχιζοφρένειας και της ΔΕΠΥ, έχουν γενετική βάση.


 Παρ’ όλα αυτά, η άποψη αυτή σταδιακά εγκαταλείπεται και το ενδιαφέρον τοποθετείται όλο και περισσότερο προς την εμπειρία ως αιτιολογικό παράγοντα των διαταραχών αυτών.

Σήμερα, αρκετοί είναι οι ψυχολόγοι που αναφέρονται στα υπέρογκα ποσά που σπαταλούνται στην έρευνα για την μελέτη των βιολογικών και γενετικών δεικτών, κάτι που όπως υποστηρίζουν μας απομακρύνει από την κατανόηση των βαθύτερων αιτιών, τις κοινωνικές κρίσεις και την παιδική κακοποίηση. Αν αυτή είναι τελικά η πραγματικότητα, το σύστημα υγείας (φαρμακευτικές εταιρείες, γιατροί, νοσοκομεία) χορηγεί επιβλαβή ψυχοτρόπα φάρμακα σε άτομα που πάσχουν επειδή αντιμετωπίζουν μια δύσκολη κατάσταση στην ζωή τους – η κατάσταση αυτή όμως θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί και με πιο ασφαλείς και αποτελεσματικούς τρόπους όπως η γυμναστική, η ψυχοθεραπεία και το ισχυρό υποστηρικτικό περιβάλλον.

 

Εξετάζοντας τους παράγοντες της ψυχικής ασθένειας

Σύμφωνα με τους ερευνητές «ενώ η επιστημονική κοινότητα έχει κατορθώσει να ανακαλύψει κάποια γονίδια που καθιστούν τους ανθρώπους πιο ευάλωτους στην εκδήλωση μιας ψυχικής διαταραχής, πολλοί είναι οι ειδικοί που ισχυρίζονται πως οι πραγματικές αιτίες της κατάθλιψης και του άγχους προέρχονται από το περιβάλλον και τα γεγονότα της ζωής. Ως εκ τούτου, η έρευνα οφείλει να προσανατολιστεί προς την κατανόηση των καθημερινών παραγόντων που συμβάλλουν στην εμφάνιση των διάφορων διαταραχών».

Σημειώνεται ακόμα ότι το Medical Research Council, μια κυβερνητική υπηρεσία που συντονίζει και χορηγεί τις ιατρικές έρευνες στο Ηνωμένο Βασίλειο, ξοδεύει εκατομμύρια λίρες στη διερεύνηση βιολογικών δεικτών. Το ίδιο φαίνεται να ισχύει και για την έρευνα στις ΗΠΑ.

Πριν μερικά χρόνια, το Εθνικό Ινστιτούτο Υγείας χρηματοδότησε μια μελέτη με αντικείμενο την αναζήτηση γενετικών ομοιοτήτων μεταξύ των πιο κοινών ψυχικών διαταραχών: αυτισμός, κατάθλιψη, διπολική διαταραχή, σχιζοφρένεια και ΔΕΠΥ. Η ερευνητική ομάδα υποστήριξε ότι κατάφερε να εντοπίσει κάποιες γονιδιακές παραλλαγές που απαντώνται στις παραπάνω πέντε καταστάσεις. Ωστόσο, ο Peter Kinderman, καθηγητής Κλινικής Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο του Liverpool υποστηρίζει «τα γονίδια εμπλέκονται, αλλά όχι τόσο πολύ όσο νομίζουμε».

Σε μια συνέντευξή του στο ραδιόφωνο εξήγησε την παραπάνω φράση, λέγοντας: «φυσικά και σε κάθε πράξη, σε κάθε συναισθηματική αντίδραση εμπλέκεται ο εγκέφαλος, αλλά το να υπάρχει ένα ερευνητικό κομμάτι που μας ενημερώνει ότι οι συναισθηματικές μας αποκρίσεις εμπεριέχουν την εγκεφαλική δραστηριότητα, δεν προάγει τελικά τη γνώση μας. Ακόμα, ίσως και να αναιρεί το γεγονός πως όταν αυξάνονται τα ποσοστά ανεργίας αυξάνονται οι αυτοκτονίες, καθώς επίσης και την ιδέα ότι ένα τραύμα σε πρώιμη ηλικία αποτελεί ισχυρό προγνωστικό δείκτη για την εμφάνιση σοβαρών προβλημάτων στη μετέπειτα ζωή του ατόμου».

«Συνεπώς», συμπληρώνει, «δεν θα μπορούσαμε να αρνηθούμε την ανάμειξη του εγκεφάλου και των γονιδίων, αλλά αυτή δεν είναι τόσο μεγάλη όσο θέλουμε να πιστεύουμε και τελικά η υπερβολική εστίαση σε αυτό το κομμάτι τείνει να μας απομακρύνει όλο και περισσότερο από τους πραγματικά κρίσιμους κοινωνικούς παράγοντες».

 

Γιατί προωθούνται τόσες πολλές μελέτες εστιασμένες σε εξω-γενετικούς παράγοντες;

Αν και η οπτική των καίριων περιβαλλοντικών παραγόντων έχει αρχίσει να κερδίζει έδαφος, το ιατρικό κατεστημένο φαίνεται ιδιαίτερα απρόθυμο να απομακρυνθεί από την διερεύνηση των γενετικών και βιολογικών αιτιών.

«Είναι πραγματικά τραγικό. Αν παρατηρήσει κανείς τις χρηματοδοτήσεις του Medical Research Council στο Ηνωμένο Βασίλειο θα διαπιστώσει ότι στην πλειονότητά τους αφορούν σε μηχανήματα σάρωσης εγκεφάλου και εξέτασης γονιδίων, χωρίς να συμπεριλαμβάνεται σχεδόν τίποτα από αυτά που είναι απαραίτητα για την διερεύνηση και κατανόηση των ψυχολογικών μηχανισμών ή κοινωνικών συνθηκών που συμβάλλουν στην ανάπτυξη διάφορων ψυχικών προβλημάτων» δήλωσε ο Καθηγητής Richard Bentall του Πανεπιστημίου του Liverpool. «Είναι αδύνατον να πάρει κανείς χρήματα για να εξετάσει αυτά τα πράγματα».

 

Γιατί όμως το ιατρικό κατεστημένο είναι τόσο αρνητικά διακείμενο σε τέτοιου είδους έρευνες;

Αν τελικά γίνει αποδεκτό ότι στην πλειοψηφία τους οι ψυχικές διαταραχές είναι αποτέλεσμα στρεσογόνων καταστάσεων της καθημερινής ζωής, θα σημαίνει ότι οι καταστάσεις αυτές είναι πολύ πιο εύκολα θεραπεύσιμες, σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς για το γενετικό υπόβαθρο των διαταραχών.

Με άλλα λόγια, οι φαρμακευτικές εταιρείες δεν θα μπορούσαν να προωθούν τα σκευάσματά τους με τόσο μεγάλη ευκολία σε άτομα που πάσχουν «προσωρινά», για παράδειγμα σε αυτούς που έχουν χάσει την δουλειά τους ή έχουν πάρει πρόσφατα διαζύγιο. Ωστόσο, αν ένα άτομο γεννηθεί με κάποια ψυχική διαταραχή, αυτό ουσιαστικά αποτελεί βασική δικαιολογία για ισόβια χρήση ψυχοτρόπων φαρμάκων.

Η τελευταία φράση στην έκθεση αποδεικνύει την θεωρία μας: «Συνεπώς, η διεξαγωγή τέτοιου είδους μελετών προσανατολισμένες ξεκάθαρα προς τη βιολογική βάση των ψυχικών διαταραχών, δίνει ένα προβάδισμα στις φαρμακοβιομηχανίες να μάχονται για την ανάπτυξη και προώθηση νέων θεραπειών».


Πηγές: nhi.gov - science.naturalnews.com - telegraph.co.uk

Επιμέλεια - Απόδοση: Άννα Αποστολίδου, Ψυχολόγος

Εγγραφείτε για να λαμβάνετε το newsletter μας!

Βρείτε μας στα...